
Κριτική | Νύχτα Αγωνίας (1945)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Αυτή η ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ είναι διάσημη γιατί προσφέρει μια εκλαϊκευμένη προσέγγιση της ψυχανάλυσης. Το Spellbound είναι μία από τις λίγες ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ που σήμερα θεωρείται λιγότερο σημαντική απ’ ό,τι όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά. Ο κύριος λόγος είναι ότι βασίζεται σε ιδέες της ψυχανάλυσης που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στη δεκαετία του 1940, αλλά έκτοτε έχουν σε μεγάλο βαθμό απαξιωθεί. Ως αποτέλεσμα, η πλοκή του Spellbound, που κινείται γύρω από ψυχαναλυτικές κοινοτοπίες, μοιάζει πλέον αδύναμη και μη πειστική -σχεδόν σε σημείο που η ταινία να μοιάζει περισσότερο με κουραστική παρωδία θρίλερ του Χίτσκοκ παρά με αυθεντικό έργο του.
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο μάστορας της αγωνίας, μας βυθίζει στο Spellbound, μια ταινία που, παρά τις όποιες ψυχαναλυτικές της υπερβολές, παραμένει μια συναρπαστική εξερεύνηση του ανθρώπινου νου, της ενοχής και της λύτρωσης. Σε έναν κόσμο όπου η ψυχανάλυση υψώνεται ως η νέα θρησκεία, ο Χίτσκοκ, με την αριστοτεχνική του σκηνοθεσία, μας οδηγεί σε ένα ταξίδι στο υποσυνείδητο, γεμάτο συμβολισμούς, καταπιεσμένα μυστικά και την ακαταμάχητη γοητεία της Ίνγκριντ Μπέργκμαν.
Στο επίκεντρο του Spellbound βρίσκεται η ψυχανάλυση, μια επιστήμη που, αν και σήμερα θεωρείται εν πολλοίς παρωχημένη, στη δεκαετία του ’40 βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς της. Ο παραγωγός David O. Selznick, ο οποίος είχε προσωπικό ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση, επέμενε να μεταφερθεί στην οθόνη το μυθιστόρημα “The House of Dr Edwardes”. Ο Χίτσκοκ, παρόλο που δεν έτρεφε ιδιαίτερο ενθουσιασμό για το θέμα, κατάφερε να μετατρέψει μια φροϋδική κοινοτοπία σε ένα χιτσκοκικό θρίλερ.
Η ταινία ξεκινά με ένα προοίμιο που περιγράφει την ψυχανάλυση ως την επιστήμη που «επιδιώκει να παρακινήσει τον ασθενή να μιλήσει για τα κρυμμένα του προβλήματα, να ανοίξει τις κλειδωμένες πόρτες του νου του». Αυτή η αναφορά στις «κλειδωμένες πόρτες» λειτουργεί ως το πρώτο εμβληματικό μοτίβο του Χίτσκοκ, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια οπτική εξερεύνηση του υποσυνείδητου. Οι πόρτες, που εμφανίζονται συνεχώς καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, είτε κλειστές είτε ανοιχτές, συμβολίζουν τους φραγμούς του νου, τις καταπιεσμένες αναμνήσεις και την πορεία προς την ανακάλυψη της αλήθειας.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο άσυλο Green Manors, όπου η ψυχρή Δρ Constance Petersen (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) έρχεται αντιμέτωπη με τον μυστηριώδη Δρ Anthony Edwardes (Γκρέγκορι Πεκ). Ο Edwardes πάσχει από αμνησία, και η υποψία ότι είναι δολοφόνος πλανάται στον αέρα. Η Κόνστανς, παρά την αρχική της ψυχρότητα, ερωτεύεται τον άντρα, και η αγάπη της γίνεται ο καταλύτης για την ψυχαναλυτική του θεραπεία.
Η ερμηνεία του Πεκ, αν και στερείται λεπτότητας, υπηρετεί τον ρόλο του αμνήμονα-υπόπτου, του κεντρικού άξονα της χιτσκοκικής αγωνίας. Ποιος είναι στην πραγματικότητα αυτός ο γοητευτικός γιατρός; Είναι θύμα ή θύτης; Αυτά τα ερωτήματα κρατούν τον θεατή σε διαρκή αγωνία, καθώς η Κόνστανς προσπαθεί να ανασύρει από το υποσυνείδητο του τις κρυμμένες του αναμνήσεις.
Το καλλιτεχνικό αποκορύφωμα της ταινίας είναι αναμφίβολα η σουρεαλιστική σκηνή του ονείρου, σχεδιασμένη από τον Σαλβαδόρ Νταλί. Ο Χίτσκοκ ήθελε ένα όνειρο έντονο, κοφτερό, σε αντίθεση με τις ασαφείς ονειρικές αναπαραστάσεις του κινηματογράφου της εποχής. Η επιλογή του Νταλί ήταν ιδιοφυής, καθώς ο ζωγράφος είχε εμμονή με την απεικόνιση του εσωτερικού κόσμου. Αν και η τελική σκηνή είναι μικρότερη από την αρχικά σχεδιασμένη, παραμένει ένα οπτικό αριστούργημα που προσφέρει στον θεατή τα κλειδιά του μυστηρίου του Edwardes, αποκαλύπτοντας φροϋδικούς συμβολισμούς και την καταπιεσμένη παιδική ανάμνηση του πρωταγωνιστή.
Πέρα από τη σκηνή του Νταλί, ο Χίτσκοκ διαποτίζει ολόκληρη την ταινία με φροϋδικά σύμβολα. Το σχέδιο μιας πισίνας σε σχήμα γυναικείων γεννητικών οργάνων, το ξυράφι ως φαλλικό σύμβολο, και το βλέμμα της Κόνστανς που αποκαλύπτει τους πόθους της, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο ίδιος ο Δρ Alex Brulof (Michael Chekhov), ο μέντορας της Κόνστανς, με την εμφάνισή του παραπέμπει σατιρικά στον ίδιο τον Φρόιντ.
Ο Χίτσκοκ, ως σκηνοθέτης της αποτελεσματικότητας, χρησιμοποιεί ευφυή κινηματογραφικά τεχνάσματα για να εντείνει την αγωνία. Οι τολμηρές λήψεις από την οπτική γωνία του δράστη, όπως εκείνη που δείχνει έναν πιθανό δολοφόνο να παρατηρεί το θύμα του μέσα από ένα ποτήρι γάλα, ή η σκηνή όπου ο πραγματικός ένοχος στρέφει το όπλο στην Κόνστανς πριν το γυρίσει στον εαυτό του, αποτελούν υπογραφές του μάστορα. Η μουσική επένδυση του Miklós Rózsa εντείνει την αγωνία, χαρίζοντας στην ταινία το μοναδικό της Όσκαρ.
Αν και η ταινία επικεντρώνεται φαινομενικά στον αμνήμονα J.B., μια πιο διαπεραστική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι το Spellbound είναι πρωτίστως η ιστορία της Δρ Constance Petersen. Αρχικά περιγραφόμενη ως ένα «ανθρώπινο παγόβουνο», η Κόνστανς περνά μέσα από μια σειρά εξευτελιστικών και δύσκολων καταστάσεων. Όμως, η αγάπη της και η επιμονή της στην αναζήτηση της αλήθειας την οδηγούν σε μια προσωπική μεταμόρφωση. Είναι εκείνη που, με τη δύναμη της ψυχανάλυσης και της προσωπικότητάς της, όχι μόνο λύνει το μυστήριο της ταυτότητας του J.B. και της δολοφονίας, αλλά και ανακαλύπτει τη δική της δύναμη. Η τελική αντιπαράθεση με τον Δρ Murchison, όπου τον υπνωτίζει με τη δύναμη του λόγου της, είναι μια αποκάλυψη της ηρωίδας. Οι πόρτες του δικού της μυαλού έχουν ανοίξει, και είναι πλέον ελεύθερη να αγαπήσει και να εκπληρώσει τις δυνατότητές της.
Παρά τις επικρίσεις που έχει δεχτεί, το Spellbound προλέγει ενδιαφέροντα στοιχεία από μεταγενέστερες ταινίες του Χίτσκοκ. Εδώ βρίσκουμε τις ρίζες των παραλυτικών στιγμών της Marnie, της σταδιακής παραπλάνησης του Psycho και της «εύκολης» ψυχολογικής ανάλυσης στο τέλος. Η ιδέα της θεατρικής αλλαγής ταυτότητας, που αργότερα θα τελειοποιηθεί στο Vertigo, κάνει την εμφάνισή της. Η ταινία, αν και δεν φτάνει τις δημιουργικές εξάρσεις του Ψυχώ ή του Δεσμώτη του Ιλίγγου, παραμένει ένα ιδιαίτερο έργο που φέρνει σε επαφή έναν μάγο της κινούμενης εικόνας με έναν δάσκαλο της στατικής, έναν άνθρωπο που δίνει νόημα στα όνειρα με εκείνον που τα χρησιμοποιεί για να σκηνοθετήσει φαντασιώσεις. Η μαγνητική παρουσία της Ίνγκριντ Μπέργκμαν πλημμυρίζει την οθόνη, ξυπνώντας τα πιο βαθιά μας φαντασιωτικά ένστικτα.
Εντέλει, το Spellbound είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό θρίλερ με ψυχαναλυτικές αναφορές. Είναι μια χιτσκοκική σπουδή στην ανθρώπινη ψυχή, στις αθέατες πτυχές του νου και στην δύναμη της αγάπης να αποκαλύπτει την αλήθεια και να θεραπεύει τις πληγές του παρελθόντος. Μια ταινία που, παρά τις όποιες αδυναμίες της, μας υπενθυμίζει ότι ακόμα και στις πιο “αδύναμες” στιγμές του, ο Χίτσκοκ παραμένει ένας ανυπέρβλητος αφηγητής της αγωνίας και του ανθρώπινου δράματος.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



