
Νύχτα Αγωνίας
- Spellbound
- Νύχτες Αγωνίας στο Σπέλμπαουντ
- 1945
- ΗΠΑ
- Αγγλικά
- Αισθηματική, Δραματικό Θρίλερ, Μυστηρίου, Νουάρ
- 12 Ιανουαρίου 1948
Όταν ο Δρ Άντονι Έντουαρντς φτάνει σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο του Βέρμοντ ως αντικαταστάτης του διευθυντή που φεύγει, η Δρ Κονστάνς Πίτερσεν, ψυχαναλύτρια, ανακαλύπτει πως ο Έντουαρντς είναι ψεύτικος. Ο ίδιος ομολογεί πως ο πραγματικός Δρ Έντουαρντς είναι νεκρός και ότι φοβάται πως τον σκότωσε ο ίδιος, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτε. Όμως η Δρ Πίτερσεν είναι πεπεισμένη πως ο άνδρας αυτός είναι αθώος, και προσπαθεί να τον βοηθήσει να ξεπεράσει την αμνησία του μέσω ψυχανάλυσης.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Ingrid Bergman … Δρ Constance Petersen
Gregory Peck … Δρ Anthony Edwardes/John Brown/John Ballantyne
Michael Chekhov … Δρ Alexander ‘Alex’ Brulov
Leo G. Carroll … Δρ Murchison
Rhonda Fleming … Mary Carmichael
John Emery … Δρ Fleurot
Norman Lloyd … Κος Garmes
Bill Goodwin … ντετέκτιβ ξενοδοχείου
Steven Geray … Δρ Graff
Donald Curtis … Harry
Wallace Ford … άγνωστος στο λόμπι
Art Baker … ντετέκτιβ Cooley
Regis Toomey … ντετέκτιβ Gillespie
Paul Harvey … Δρ Hanish
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Ben Hecht, Angus MacPhail
Παραγωγή: David O. Selznick
Μουσική: Miklos Rozsa
Φωτογραφία: George Barnes
Μοντάζ: Hal C. Kern
Σκηνικά: James Basevi
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Spellbound
- Ελληνικός Τίτλος: Νύχτες Αγωνίας στο Σπέλμπαουντ [αυθεντικός]
- Εναλλακτικός Τίτλος: Alfred Hitchcock’s Spellbound
- Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Νύχτα Αγωνίας [επανέκδοσης]
- Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Έκστασις [επανέκδοσης]
Σεναριακή Πηγή
- Μυθιστόρημα: The House of Dr. Edwardes των John Palmer, Hilary St George Saunders.
Κύριες Διακρίσεις
- Όσκαρ μουσικής (δράμα ή κωμωδία). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, δεύτερο αντρικό ρόλο (Michael Chekhov), φωτογραφία και ειδικά εφέ.
- Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας. Ειδικό βραβείο ερμηνείας (Ingrid Bergman).
Παραλειπόμενα
- Μπορεί ο Alfred Hitchcock να είχε υπογράψει συμβόλαιο συνεργασίας με τον μεγαλοπαραγωγό David O. Selznick από το 1939, μέχρι όμως και το 1947 έκαναν μαζί μόλις τρεις ταινίες, με αυτή να είναι η δεύτερη. Οι διαφωνίες τους πάνω στο συμβόλαιο είχαν ως αποτέλεσμα ο βρετανός σκηνοθέτης να αποτελέσει “δάνειο” και σε άλλα στούντιο, όπως η RKO. Ο Selznick όμως εδώ ήθελε συγκεκριμένα από τον Hitchcock να κάνει ένα φιλμ πάνω στην ψυχανάλυση, για την οποία είχε πολύ θετικές προσωπικές εμπειρίες. Ο Hitchcock θα του προτείνει τη διασκευή του βιβλίου του 1927, κι ο παραγωγός θα αγοράσει τα δικαιώματα του για 40 χιλιάδες δολάρια.
- Ο Hitchcock μαζί με τη σύζυγο του, Alma Reville, ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 1943 να επεξεργάζονται το κείμενο, έχοντας ως σύμβουλους βρετανούς ψυχιάτρους και ψυχολόγους ώστε να παρέχουν επιστημονική ακρίβεια επί όσων θα γράφονταν. Μόλις όμως έναν μήνα μετά, ο σκηνοθέτης παραμέρισε τη σύζυγο του και τοποθέτησε στη θέση της τον Angus MacPhail, με τον οποίο είχε συνεργαστεί σε μικρού μήκους ταινίες. Όταν αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε, το κείμενο δόθηκε στον έμπειρο Ben Hecht, που το μετέτρεψε σε σενάριο.
- Ο Selznick ήθελε αρχικά τους Joseph Cotten, Dorothy McGuire και Paul Lukas ως κεντρική τριάδα πρωταγωνιστών, ενώ αργότερα αντιπρότεινε την Greta Garbo ή την Jennifer Jones ως Δρ Πίτερσεν. Από την άλλη, ο Hitchcock ήθελε τον Joseph Cotten, μα όχι για τον κύριο ρόλο, αλλά αυτόν του Δρ Μάρτσινσον.
- Η προσωπική ψυχαναλύτρια του Selznick, η Δρ May Romm, διετέλεσε τεχνική σύμβουλος της παραγωγής. Μεταξύ όμως αυτής και του βρετανού σκηνοθέτη αναφέρθηκαν συχνότατοι καβγάδες.
- Ο διάσημος σουρεαλιστής ζωγράφος Salvador Dali προσλήφθηκε για να εργαστεί πάνω σε συγκεκριμένες σκηνές που παραπέμπουν στα όνειρα των χαρακτήρων. Ο ζωγράφος τις επεξεργάστηκε στο πλάι του Hitchcock, αλλά επί του φιλμ αποδείχτηκαν αρκετά μεγάλες σε διάρκεια. Ο Selznick δεν το επέτρεψε αυτό, και σύμφωνα με την Ingrid Bergman τα δύο λεπτά που βλέπουμε από αυτό το υλικό στην τελική ταινία αφορούν κινηματογραφημένο υλικό 20 λεπτών. Από το κομμένο αυτό υλικό έχουν επιβιώσει μόνο φωτογραφίες και θεωρείται χαμένο. Επιπλέον, για τα δύο αυτά λεπτά που βλέπουμε ο παραγωγός είχε προσλάβει εσπευσμένα τον βετεράνο σκηνογράφο και σκηνοθέτη William Cameron Menzies, που επέβλεψε τα συγκεκριμένα σκηνικά και ήταν αυτός που ουσιαστικά ολοκλήρωσε σκηνοθετικά τη σκηνή, με τον Hitchcock να έχει ελάχιστη ως τυπική συμμετοχή.
- Στη σκηνή που πυροβολεί ο Δρ Μάρτσινσον έχουμε δύο καρέ ανοιχτού κόκκινου, που όμως είχαν κοπεί στις 16mm κόπιες και το βίντεο. Θα επανεμφανιστούν όμως το 2002 στην αποκατάσταση που έγινε για το DVD.
- Το περίφημο κάμεο του Hitchcock είναι στο 40ό λεπτό της ταινίας, όπου τον βλέπουμε να βγαίνει από ένα ασανσέρ του ξενοδοχείου Empire State, κρατώντας μια θήκη βιολιού και καπνίζοντας τσιγάρο. Στο αυθεντικό αμερικανικό trailer, αυτή του η στιγμιαία παρουσία τονίζεται ιδιαίτερα και μάλιστα εις διπλούν.
- Ο Selznick χρειάστηκε δύο μήνες διαβουλεύσεων με την αμερικανική ένωση λογοκρισίας, στέλνοντας τους συνεχώς αναθεωρημένες κόπιες του σεναρίου. Το κύριο πρόβλημα ήταν κάποιες λέξεις αναφορικά με το σεξ που θεωρούνταν ταμπού (όπως η λίμπιντο), ενώ εξαφανίστηκε τελείως ένας χαρακτήρας με το όνομα Mary Carmichael, που ήταν μια βίαιη νυμφομανής. Παρόλα αυτά και αντίθετα με τη συνηθισμένη τακτική των λογοκριτών, πέρασε η αυτοκτονία του Δρ Μάρτσινσον, μια και δικαιολογήθηκε ότι την έπραττε κάποιος που είχε χάσει τη λογική του.
- Η Ingrid Bergman και ο Gregory Peck είχαν συζύγους την εποχή των γυρισμάτων, κάτι όμως που δεν τους εμπόδισε να συνάψουν μεταξύ τους ειδύλλιο. Επί πολλά έτη αυτό ήταν κρυφό, μέχρι που ο Peck το εξομολογήθηκε το 1987 σε συνέντευξη του στο περιοδικό People.
- Το μπάτζετ των 1,5 εκατομμυρίων δολαρίων απέδωσε μόνο στις ΗΠΑ 6,4, ενώ επιπροσθέτως το φιλμ έσπασε μια σειρά εισπρακτικών ρεκόρ στο Λονδίνο.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Ο Selznick ήθελε τον Bernard Herrmann για να γράψει τη μουσική, αλλά εκείνος δεν ήταν διαθέσιμος -αν και αρχικά είχε προσληφθεί. Θα χρειαστεί έτσι να περάσουν 10 χρόνια για να εγκαινιαστεί η διάσημη συνεργασία του με τον Hitchcock. Αληθινά ευνοημένος αναδείχτηκε ο Miklos Rozsa, που κέρδισε για την εδώ δουλειά του το πρώτο από τα τρία Όσκαρ του.
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 30/6/2025
Αυτή η ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ είναι διάσημη γιατί προσφέρει μια εκλαϊκευμένη προσέγγιση της ψυχανάλυσης. Το Spellbound είναι μία από τις λίγες ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ που σήμερα θεωρείται λιγότερο σημαντική απ’ ό,τι όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά. Ο κύριος λόγος είναι ότι βασίζεται σε ιδέες της ψυχανάλυσης που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στη δεκαετία του 1940, αλλά έκτοτε έχουν σε μεγάλο βαθμό απαξιωθεί. Ως αποτέλεσμα, η πλοκή του Spellbound, που κινείται γύρω από ψυχαναλυτικές κοινοτοπίες, μοιάζει πλέον αδύναμη και μη πειστική -σχεδόν σε σημείο που η ταινία να μοιάζει περισσότερο με κουραστική παρωδία θρίλερ του Χίτσκοκ παρά με αυθεντικό έργο του.
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο μάστορας της αγωνίας, μας βυθίζει στο Spellbound, μια ταινία που, παρά τις όποιες ψυχαναλυτικές της υπερβολές, παραμένει μια συναρπαστική εξερεύνηση του ανθρώπινου νου, της ενοχής και της λύτρωσης. Σε έναν κόσμο όπου η ψυχανάλυση υψώνεται ως η νέα θρησκεία, ο Χίτσκοκ, με την αριστοτεχνική του σκηνοθεσία, μας οδηγεί σε ένα ταξίδι στο υποσυνείδητο, γεμάτο συμβολισμούς, καταπιεσμένα μυστικά και την ακαταμάχητη γοητεία της Ίνγκριντ Μπέργκμαν.
Στο επίκεντρο του Spellbound βρίσκεται η ψυχανάλυση, μια επιστήμη που, αν και σήμερα θεωρείται εν πολλοίς παρωχημένη, στη δεκαετία του ’40 βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς της. Ο παραγωγός David O. Selznick, ο οποίος είχε προσωπικό ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση, επέμενε να μεταφερθεί στην οθόνη το μυθιστόρημα “The House of Dr Edwardes”. Ο Χίτσκοκ, παρόλο που δεν έτρεφε ιδιαίτερο ενθουσιασμό για το θέμα, κατάφερε να μετατρέψει μια φροϋδική κοινοτοπία σε ένα χιτσκοκικό θρίλερ.
Η ταινία ξεκινά με ένα προοίμιο που περιγράφει την ψυχανάλυση ως την επιστήμη που «επιδιώκει να παρακινήσει τον ασθενή να μιλήσει για τα κρυμμένα του προβλήματα, να ανοίξει τις κλειδωμένες πόρτες του νου του». Αυτή η αναφορά στις «κλειδωμένες πόρτες» λειτουργεί ως το πρώτο εμβληματικό μοτίβο του Χίτσκοκ, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια οπτική εξερεύνηση του υποσυνείδητου. Οι πόρτες, που εμφανίζονται συνεχώς καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, είτε κλειστές είτε ανοιχτές, συμβολίζουν τους φραγμούς του νου, τις καταπιεσμένες αναμνήσεις και την πορεία προς την ανακάλυψη της αλήθειας.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο άσυλο Green Manors, όπου η ψυχρή Δρ Constance Petersen (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) έρχεται αντιμέτωπη με τον μυστηριώδη Δρ Anthony Edwardes (Γκρέγκορι Πεκ). Ο Edwardes πάσχει από αμνησία, και η υποψία ότι είναι δολοφόνος πλανάται στον αέρα. Η Κόνστανς, παρά την αρχική της ψυχρότητα, ερωτεύεται τον άντρα, και η αγάπη της γίνεται ο καταλύτης για την ψυχαναλυτική του θεραπεία.
Η ερμηνεία του Πεκ, αν και στερείται λεπτότητας, υπηρετεί τον ρόλο του αμνήμονα-υπόπτου, του κεντρικού άξονα της χιτσκοκικής αγωνίας. Ποιος είναι στην πραγματικότητα αυτός ο γοητευτικός γιατρός; Είναι θύμα ή θύτης; Αυτά τα ερωτήματα κρατούν τον θεατή σε διαρκή αγωνία, καθώς η Κόνστανς προσπαθεί να ανασύρει από το υποσυνείδητο του τις κρυμμένες του αναμνήσεις.
Το καλλιτεχνικό αποκορύφωμα της ταινίας είναι αναμφίβολα η σουρεαλιστική σκηνή του ονείρου, σχεδιασμένη από τον Σαλβαδόρ Νταλί. Ο Χίτσκοκ ήθελε ένα όνειρο έντονο, κοφτερό, σε αντίθεση με τις ασαφείς ονειρικές αναπαραστάσεις του κινηματογράφου της εποχής. Η επιλογή του Νταλί ήταν ιδιοφυής, καθώς ο ζωγράφος είχε εμμονή με την απεικόνιση του εσωτερικού κόσμου. Αν και η τελική σκηνή είναι μικρότερη από την αρχικά σχεδιασμένη, παραμένει ένα οπτικό αριστούργημα που προσφέρει στον θεατή τα κλειδιά του μυστηρίου του Edwardes, αποκαλύπτοντας φροϋδικούς συμβολισμούς και την καταπιεσμένη παιδική ανάμνηση του πρωταγωνιστή.
Πέρα από τη σκηνή του Νταλί, ο Χίτσκοκ διαποτίζει ολόκληρη την ταινία με φροϋδικά σύμβολα. Το σχέδιο μιας πισίνας σε σχήμα γυναικείων γεννητικών οργάνων, το ξυράφι ως φαλλικό σύμβολο, και το βλέμμα της Κόνστανς που αποκαλύπτει τους πόθους της, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο ίδιος ο Δρ Alex Brulof (Michael Chekhov), ο μέντορας της Κόνστανς, με την εμφάνισή του παραπέμπει σατιρικά στον ίδιο τον Φρόιντ.
Ο Χίτσκοκ, ως σκηνοθέτης της αποτελεσματικότητας, χρησιμοποιεί ευφυή κινηματογραφικά τεχνάσματα για να εντείνει την αγωνία. Οι τολμηρές λήψεις από την οπτική γωνία του δράστη, όπως εκείνη που δείχνει έναν πιθανό δολοφόνο να παρατηρεί το θύμα του μέσα από ένα ποτήρι γάλα, ή η σκηνή όπου ο πραγματικός ένοχος στρέφει το όπλο στην Κόνστανς πριν το γυρίσει στον εαυτό του, αποτελούν υπογραφές του μάστορα. Η μουσική επένδυση του Miklós Rózsa εντείνει την αγωνία, χαρίζοντας στην ταινία το μοναδικό της Όσκαρ.
Αν και η ταινία επικεντρώνεται φαινομενικά στον αμνήμονα J.B., μια πιο διαπεραστική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι το Spellbound είναι πρωτίστως η ιστορία της Δρ Constance Petersen. Αρχικά περιγραφόμενη ως ένα «ανθρώπινο παγόβουνο», η Κόνστανς περνά μέσα από μια σειρά εξευτελιστικών και δύσκολων καταστάσεων. Όμως, η αγάπη της και η επιμονή της στην αναζήτηση της αλήθειας την οδηγούν σε μια προσωπική μεταμόρφωση. Είναι εκείνη που, με τη δύναμη της ψυχανάλυσης και της προσωπικότητάς της, όχι μόνο λύνει το μυστήριο της ταυτότητας του J.B. και της δολοφονίας, αλλά και ανακαλύπτει τη δική της δύναμη. Η τελική αντιπαράθεση με τον Δρ Murchison, όπου τον υπνωτίζει με τη δύναμη του λόγου της, είναι μια αποκάλυψη της ηρωίδας. Οι πόρτες του δικού της μυαλού έχουν ανοίξει, και είναι πλέον ελεύθερη να αγαπήσει και να εκπληρώσει τις δυνατότητές της.
Παρά τις επικρίσεις που έχει δεχτεί, το Spellbound προλέγει ενδιαφέροντα στοιχεία από μεταγενέστερες ταινίες του Χίτσκοκ. Εδώ βρίσκουμε τις ρίζες των παραλυτικών στιγμών της Marnie, της σταδιακής παραπλάνησης του Psycho και της «εύκολης» ψυχολογικής ανάλυσης στο τέλος. Η ιδέα της θεατρικής αλλαγής ταυτότητας, που αργότερα θα τελειοποιηθεί στο Vertigo, κάνει την εμφάνισή της. Η ταινία, αν και δεν φτάνει τις δημιουργικές εξάρσεις του Ψυχώ ή του Δεσμώτη του Ιλίγγου, παραμένει ένα ιδιαίτερο έργο που φέρνει σε επαφή έναν μάγο της κινούμενης εικόνας με έναν δάσκαλο της στατικής, έναν άνθρωπο που δίνει νόημα στα όνειρα με εκείνον που τα χρησιμοποιεί για να σκηνοθετήσει φαντασιώσεις. Η μαγνητική παρουσία της Ίνγκριντ Μπέργκμαν πλημμυρίζει την οθόνη, ξυπνώντας τα πιο βαθιά μας φαντασιωτικά ένστικτα.
Εντέλει, το Spellbound είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό θρίλερ με ψυχαναλυτικές αναφορές. Είναι μια χιτσκοκική σπουδή στην ανθρώπινη ψυχή, στις αθέατες πτυχές του νου και στην δύναμη της αγάπης να αποκαλύπτει την αλήθεια και να θεραπεύει τις πληγές του παρελθόντος. Μια ταινία που, παρά τις όποιες αδυναμίες της, μας υπενθυμίζει ότι ακόμα και στις πιο “αδύναμες” στιγμές του, ο Χίτσκοκ παραμένει ένας ανυπέρβλητος αφηγητής της αγωνίας και του ανθρώπινου δράματος.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 




