Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Το «Πάρτι» αποτελεί την κορωνίδα της συνεργασίας των Μπλέικ Έντουαρντς και Πίτερ Σέλερς. Είναι μια μοναδική περίπτωση κινηματογραφικής κωμωδίας που συνδυάζει το σλάπστικ, την πολιτική σάτιρα και τον ανθρωπισμό με ζηλευτή αρμονία.

Ο Χρούντι Β. Μπάκσι, ο ινδός ήρωας που ενσαρκώνει ο Σέλερς, είναι ένας αφελής αλλά ευγενής «ατυχηματίας», που εισβάλλει κατά λάθος σε ένα πάρτι της χολιγουντιανής ελίτ και προκαλεί ακούσια χάος, ξεσκεπάζοντας την επιφανειακότητα και την υποκρισία της.

Η ταινία ξεκινά με μια σκηνή γυρισμάτων, όπου ο Μπάκσι καταστρέφει το σκηνικό δένοντας τα κορδόνια του πάνω στον πυροκροτητή. Ο σκηνοθέτης ζητά την απόλυσή του, όμως, από λάθος, το όνομά του καταλήγει στη λίστα καλεσμένων ενός πάρτι. Αυτή η εισαγωγή λειτουργεί σαν μετα-σχόλιο για τη φύση του σινεμά και αποδομεί τον ίδιο του τον εαυτό με χιούμορ, καθώς η «ταινία μέσα στην ταινία» διακόπτεται απότομα για να ξεκινήσει η πραγματική ιστορία: το ίδιο το «Πάρτι».

Η ταινία εξελίσσεται σχεδόν εξολοκλήρου μέσα στη βίλα του παραγωγού -ένας χώρος υψηλής τεχνολογίας και πολυτέλειας, όπου τα αυτόματα μηχανήματα και τα επιφανειακά χαμόγελα συνθέτουν έναν τεχνητό κόσμο, έτοιμο να καταρρεύσει. Εκεί, ο Μπάκσι, ένα «ξένο σώμα», ένα ελεύθερο ηλεκτρόνιο, φέρνει τη ζωντάνια που λείπει από αυτό το κοινωνικό περιβάλλον. Όπως ο Ζακ Τατί στον γαλλικό κινηματογράφο, ο χαρακτήρας του Μπάκσι παρατηρεί και μπερδεύει τον χώρο, πυροδοτώντας την αναρχία μέσα από αθώες γκάφες.

Η κωμωδία του Έντουαρντς εδώ δεν βασίζεται σε λεκτικά αστεία αλλά σε οπτικό χιούμορ, ενορχηστρωμένο με ακρίβεια. Οι μακρινές λήψεις και τα χορογραφημένα στιγμιότυπα αποκαλύπτουν ένα σύμπαν γεμάτο μικρά δράματα και αλληλεπιδράσεις. Η σταδιακή κλιμάκωση από την ευπρέπεια στην αποσύνθεση είναι αριστοτεχνική: από το δείπνο μέχρι τη μεθυσμένη χαοτική κατάληξη, οι κοινωνικοί ρόλοι αποσυντίθενται. Ο μεθυσμένος σομελιέ που πίνει τα ποτά των καλεσμένων, οι καλεσμένοι που χάνουν τον έλεγχο, οι υπηρέτες που χορεύουν με την αριστοκρατία -όλα δείχνουν μια κοινωνία που καταρρέει κάτω από το βάρος της προσποίησης.

Το «Πάρτι» είναι και μια αλληγορία και για το ίδιο το Χόλιγουντ. Δεκαοκτώ χρόνια μετά τη «Λεωφόρο της Δύσης» του Μπίλι Γουάιλντερ, το σινεμά της παλιάς φρουράς παρουσιάζεται γερασμένο, χωρίς έμπνευση, καθηλωμένο σε παρωχημένες συνταγές.

Η σάτιρα του Έντουαρντς στοχεύει στο σύστημα παραγωγής του Χόλιγουντ, με κυρίαρχες τις αντιπαθείς φιγούρες του διευθυντή παραγωγής Ντιβότ και του παραγωγού Κλάτερμπακ, γνωστού ως «ο στρατηγός». Ο πρώτος συνοδεύεται από όμορφες γυναίκες που χρησιμοποιεί ως σεξουαλικά αντικείμενα με αντάλλαγμα υποσχέσεις επιτυχίας, τις οποίες εγκαταλείπει αν δεν το αντέξουν. Ο δεύτερος είναι ένας εξουσιαστικός άνδρας που δείχνει την αληθινή κυνική του πλευρά όταν, σε ένα πλημμυρισμένο σπίτι, ανησυχεί περισσότερο για τα κοσμήματά του και τους πολύτιμους πίνακές του παρά για τη σύζυγό του. Οι πίνακες είναι φετίχ εξουσίας, τοποθετημένοι ακόμη και στο μπάνιο, και η καταστροφή από τον Μπάκσι με χαρτί υγείας ενός πίνακα του Σαγκάλ αντιπροσωπεύει την κενότητα αυτής της επίδειξης.

Η πολιτική διάσταση της ταινίας είναι διακριτική αλλά παρούσα: ο Μπάκσι είναι θύμα μιας δομικής υποτίμησης λόγω της εθνικότητάς του. Από την ταπεινωτική θέση του στο τραπέζι μέχρι την εσκεμμένη περιθωριοποίησή του, είναι προφανές ότι δεν θεωρείται ισότιμος με τους υπόλοιπους καλεσμένους. Το γεγονός ότι προσβάλλεται, γελοιοποιείται, αλλά ποτέ δεν απαντά με οργή δείχνει έναν άνθρωπο που παραμένει αξιοπρεπής και ευγενικός, ακριβώς εκεί που η κοινωνία γύρω του είναι γελοία, κυνική ή αδιάφορη.

Η ανθρωπιά του Μπάκσι δεν είναι γραφική -είναι το κέντρο βάρους της ταινίας. Ο Σέλερς τον υποδύεται με μια βαθιά κατανόηση, αποφεύγοντας την καρικατούρα. Το σώμα του λειτουργεί σαν εργαλείο αφήγησης: οι κινήσεις, οι αντιδράσεις και η αμηχανία του δημιουργούν το κωμικό αλλά και το συναισθηματικό περιεχόμενο της ταινίας. Στο πρόσωπο του Μπάκσι βλέπουμε μια παιδική ανάγκη αποδοχής και έναν σχεδόν ουτοπικό σεβασμό προς τους άλλους, ακόμη και όταν τον ταπεινώνουν.

Η σχέση του με την Κλοντίν, τη γαλλίδα σταρλέτ που επίσης νιώθει εκτός τόπου, δίνει στην ταινία μια ρομαντική διάσταση. Οι δυο τους συναντιούνται στο περιθώριο της κοινωνίας των ισχυρών και φτιάχνουν έναν μικρό δικό τους κόσμο, που υπακούει μόνο στην ευαισθησία και την ειλικρίνεια.

Η μουσική του Χένρι Μαντσίνι ντύνει την ταινία με μια μελαγχολική, σχεδόν ονειρική διάθεση, που αντιπαραβάλλεται με την ένταση των καταστάσεων. Το «Πάρτι» δεν είναι απλώς μια σειρά από γκάφες -είναι ένα συναισθηματικό έργο που συγκινεί μέσα από το γέλιο.

Το σκηνικό της βίλας -ένα σχεδόν φουτουριστικό σπίτι γεμάτο μηχανισμούς και τεχνολογία- είναι η μεταφορά μιας κοινωνίας που έχει αποξενωθεί από το ανθρώπινο. Ο Μπάκσι, με την αθωότητά του, επαναφέρει τον αυθορμητισμό σε έναν κόσμο εγκλωβισμένο στις συμβάσεις.

Τελικά, το «Πάρτι» είναι μία από τις λίγες ταινίες που καταφέρνουν να είναι ταυτόχρονα ξεκαρδιστικές, σκληρά σατιρικές, πολιτικές και τρυφερές. Η φιγούρα του Μπάκσι, ένας ταπεινός «παρείσακτος» που καταρρίπτει την υποκρισία με ευγένεια και καλοσύνη, είναι ένα σύμβολο μιας άλλης ματιάς, πιο ανοιχτής και πιο ανθρώπινης. Η ταινία μάς υπενθυμίζει πως το γέλιο, ακόμη και μέσα στο χάος, μπορεί να γίνει εργαλείο απελευθέρωσης και αλήθειας.

Ή, όπως λέει ο ίδιος ο Μπάκσι:

«Μου αρέσει να γελάω. Δεν υπάρχει τίποτα σαν το γέλιο, είναι τόσο ωραίο να γελάς.»

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *