
Κριτική | Η Γη (1930)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Α. Ντοβζένκο: «Δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε το θέμα του κοινού ανθρώπου ως κοινό θέμα».
Σε μια ουκρανική στέπα, ο δυνατός άνεμος φυσά συνεχώς στο σιτάρι και στα φρούτα καθώς οι εποχές εναλλάσσονται. Ο Συμεών, ένας ηλικιωμένος αγρότης, ζει ειρηνικά τις τελευταίες στιγμές του, κάνοντας αστεία με ένα παλιό του φίλο, τον Πέτρο: «Πεθαίνεις, Συμεών;», «Ναι, Πέτρο.», «Λοιπόν, ας πεθάνεις τότε. Αλλά να με ειδοποιήσεις αν είσαι στον παράδεισο ή στην κόλαση». Με ηρεμία απαντά: «Αν μπορώ, σίγουρα θα σε… ενημερώσω». Τρώει ένα τελευταίο αχλάδι και ξαπλώνει γαλήνια στη γη ανάμεσα σε μήλα που πέφτουν από τα δέντρα, χαιρετώντας τους αγαπημένους του: «Να ζείτε καλά. Εγώ πεθαίνω!». Δυο μικρά παιδιά γελούν και ανέμελα τρώνε φρούτα.
Ο εγγονός του Συμεών, ο Βασίλι, ηγέτης των φτωχών αγροτών, φέρνει στο χωριό το πρώτο τρακτέρ, που με συναισθηματική υπερβολή παρουσιάζεται σαν ένα είδος θεότητας. Οι θορυβημένοι κουλάκοι της περιοχής θρηνούν και συνωμοτούν κατά της επερχόμενης κολεκτιβοποίησης. Οι χωρικοί οργώνουν, σπέρνουν και θερίζουν με τη βοήθεια του Βασίλι που οδηγεί το τρακτέρ. Μετά από τη σκληρή δουλειά της ημέρας, οι νεαροί αγρότες συναντούν τις αγαπημένες τους. Το φως του ήλιου φιλτράρεται μέσα από τα σύννεφα αλλά ρίχνει δυσοίωνες σκιές στα πρόσωπα. Επιστρέφοντας στο σπίτι του ο χαρούμενος Βασίλι χορεύει μόνος, αλλά σε ένα σταυροδρόμι πέφτει σε δολοφονική ενέδρα από ένα κουλάκο. Ο πατέρας του διώχνει τον παπά και αρνείται θρησκευτική κηδεία για τον γιο του. Η ταφή πραγματοποιείται σε μια υπέροχη άνοιξη, τραγουδώντας “νέα τραγούδια”, αφού ο Βασίλι δολοφονήθηκε επειδή αγωνιζόταν για μια “νέα ζωή”. Με ένα πολύπλοκο ρυθμικό μοντάζ ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα κρεσέντο κατακερματισμένης δράσης. Η απογοητευμένη αρραβωνιαστικιά του Βασίλι ολοφύρεται γυμνή στην κρεβατοκάμαρά της. Ο ιερέας παρακαλεί τον Θεό του να τιμωρήσει τους «άπιστους» αγρότες. Ο δολοφόνος ομολογεί την ενοχή του, αλλά το πλήθος τον αγνοεί. Οι αλλόφρονες κραυγές του πνίγονται από την ένθερμη ομιλία ενός ρήτορα που σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, καθώς δείχνει τον ουρανό λέγοντας: «Η δόξα του Βασίλι θα πετάξει και θα μαθευτεί σ’ ολόκληρο τον κόσμο σαν μπολσεβίκικο αεροπλάνο!».
Ο κύκλος της αφήγησης κλείνει, όπως άνοιξε, με εικόνες από τη φύση και τη γονιμότητα της γης. Εναλλαγές κοντινών και μεσαίων πλάνων απεικονίζουν υγρά φρούτα που λαμπυρίζουν, με το σφιχτό μοντάζ να ακολουθεί τον ρυθμό της βροχής. Σε ένα όνειρο, η αρραβωνιαστικιά του Βασίλι βρίσκεται ακόμα στην αγκαλιά του. Οι εποχές και ο χρόνος ρέουν αδιάλειπτα και περιορίζουν το χρονικό διάστημα της έμβιας ύλης, αλλά το πνεύμα και ο έρωτας υπερβαίνουν αυτά τα όρια και γίνονται αιώνια.
Η “Γη” θεωρείται το τελευταίο μέρος της άτυπης τριλογίας του Dovzhenko, που περιλαμβάνει ακόμα το “Svenigora”(1928) και το “’Arsenal” (1929). Το φιλμ αυτό ενόχλησε, όπως όλα τα μεγάλα έργα τέχνης: ο Στάλιν το θεώρησε πανθεϊστικό ενώ πολλοί «μυωπικοί» Δυτικοί προπαγανδιστικό. Ο Dovzhenko αναδιάρθρωσε πολλές από τις μεθόδους του Eisenstein, μεταλλάσσοντας την πολιτική διαλεκτική σε μια μυστικιστική, παγανιστική λυρική σύνθεση. Σε αντίθεση με τον Eisenstein, το αντιστικτικό μοντάζ απευθύνεται περισσότερο στις αισθήσεις παρά στο μυαλό.
Ο σκηνοθέτης παίρνει ως αφορμή τον σχηματισμό του πρώτου κολχόζ και την αντίσταση των γαιοκτημόνων, για να επικεντρωθεί σε διαχρονικά και πανανθρώπινα θέματα: την πρόοδο και τη μονιμότητα, τον θάνατο και τη ζωή, τη χαρά και τον πόνο του έρωτα, την καλοήθη φύση που υπερβαίνει την ανθρώπινη αβελτηρία. Με οπτική ζωγράφου παραδίνεται σε έναν μεγαλόστομο λυρισμό, σε έναν ντελιριακό ιμπρεσιονισμό. Τα πλάνα του συλλαμβάνουν τη φύση και τους ανθρώπους σε στιγμές ιδανικής έξαρσης, όπου το αδύνατο γίνεται εφικτό και όπου το πάθος οδηγεί στο όραμα, στη θυσία και στην κατάκτηση μιας νέας εποχής ειρήνης. Συνθέτει μια κινούμενη ανθρώπινη και φυσική τοιχογραφία: αχανείς πεδιάδες κάτω από τον απέραντο ουρανό, άνεμος και βροχή να χορογραφούν λουλούδια και φρούτα. Εικόνες πλημμυρισμένες από αγάπη για τη «Μητέρα Γη» και τον έμβιο κόσμο της. Εικόνες με αθεϊστική θρησκευτικότητα, μεθυσμένες από έρωτα, φορτισμένες από επαναστατικό ιδεαλισμό. Το συναίσθημα έχει μεγαλύτερη σημασία από τη δράση, όπως φαίνεται σε σκηνές όπως αυτή όπου ο γερο-Πέτρος προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον νεκρό Συμεών, ενώ τον κοροϊδεύει μια ομάδα παιδιών. Ή τη σκηνή της νεκρικής πομπής με τα φύλλα να χαϊδεύουν απαλά τον νεκρό Βασίλι και τα ηλιοτρόπια να υποκλίνονται.
Η «Γη» είναι η πρώτη, και πιθανώς η καλύτερη, ποιητική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου. Από εδώ ξεκίνησαν τα πάντα: ο Tarkovsky, ο Paradjanov… Στις μέρες μας, ο Mallick. Ένα αριστούργημα τόσο σπάνιο και συμπαγές, που μαρτυρά τη φιλοσοφία του δημιουργού του από την πρώτη έως την τελευταία λήψη. Ένας βαγκνερικός παιάνας, οργιαστικός και ιερατικός, επικός και λυρικός, στωικός και επαναστατικός, παθιασμένος και γαλήνιος. Ένα μνημείο τέχνης με υπερβατική δύναμη, προσανατολισμένο σε μια νέα αρμονία του κόσμου.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



