Τριάντα τέσσερις ημέρες πριν οδηγηθεί στη φυλακή, η διαβόητη ιδρύτρια της Theranos, Ελίζαμπεθ Χολμς, προσκαλεί ένα δύσπιστο κινηματογραφικό συνεργείο να καταγράψει κάθε της κίνηση. Αυτό που ξεκινά ως ένα προσωπικό πορτρέτο εξελίσσεται σε ένα καθηλωτικό, ανατρεπτικό ταξίδι διάρκειας τριών ετών στα άδυτα μιας σκοτεινής πραγματικότητας.

Σκηνοθεσία:

Nathan Fielder

Lance Oppenheim

Κύριοι Ρόλοι:

Elizabeth Holmes … η ίδια

Nathan Fielder … ο ίδιος

Billy Evans … ο ίδιος

Amanda Seyfried … η ίδια/Elizabeth Holmes

Christopher Abbott … Billy Evans

Lance Oppenheim … ο ίδιος

Phillip Andre Botello … στέλεχος της A24

Gary Wilmes … στέλεχος της A24

Κεντρικό Επιτελείο:

Παραγωγή: Maggie Ambrose, Tatiana Bears, Jack Davis, Nathan Fielder, Lance Oppenheim

Μουσική: Ari Balouzian

Φωτογραφία: David Bolen

Μοντάζ: Adam Locke-Norton

Σκηνικά: Alex DiGerlando

Κοστούμια: Katina Danabassis

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: You Can See Everything
  • Ελληνικός Τίτλος: Μπορείς να Δεις τα Πάντα

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία γυρίστηκε επί τρία χρόνια κάτω από καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Για μεγάλο διάστημα, ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν την ύπαρξή της, ενώ ακόμη και οι δημοσιογράφοι που ενημερώθηκαν πριν από την πρεμιέρα χρειάστηκε να υπογράψουν συμφωνίες εμπιστευτικότητας.
  • Η αρχική ιδέα δεν ξεκίνησε από τους σκηνοθέτες, αλλά από την ίδια την Ελίζαμπεθ Χολμς και τον σύντροφό της, Μπίλι Έβανς. Οι δυο τους είχαν προσεγγίσει την A24 εκφράζοντας την επιθυμία να καταγραφεί η καθημερινότητά τους. Οι αρχικές διαπραγματεύσεις, ωστόσο, δεν προχώρησαν.
  • Ο Nathan Fielder ενδιαφέρθηκε για το πρότζεκτ όταν πληροφορήθηκε την προσέγγιση της Χολμς προς την A24. Είχε ήδη διαβάσει το βιβλίο Bad Blood του John Carreyrou, που αποκάλυψε το σκάνδαλο της Theranos, και θεωρούσε ότι η ιστορία της εταιρείας είχε εξαντληθεί δημοσιογραφικά. Εκείνο που τον ενδιέφερε πλέον ήταν να γνωρίσει προσωπικά τη γυναίκα πίσω από την υπόθεση.
  • Η αφορμή για τη γνωριμία των δύο σκηνοθετών με την υπόθεση ήταν σχεδόν κινηματογραφική: ο Fielder και ο Oppenheim βρίσκονταν στο Magic Castle του Λος Άντζελες, όταν ένας ταχυδακτυλουργός ζήτησε από το κοινό να του προτείνει το όνομα μιας διασημότητας. Κάποιος φώναξε Ελίζαμπεθ Χολμς και η συζήτηση που ακολούθησε έφερε ξανά το πρότζεκτ στην επιφάνεια.
  • Ο Fielder διαπραγματεύτηκε με την A24 έναν ασυνήθιστο όρο: να μπορεί να εγκαταλείψει την παραγωγή ανά πάσα στιγμή, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παραδώσει ταινία. Εάν δεν προέκυπτε κάτι ενδιαφέρον από τις καταγραφές, το υλικό μπορούσε απλώς να πεταχτεί. Ο ίδιος αποκαλεί αυτή τη δυνατότητα «kill switch». Η απόφαση αυτή ήταν καθοριστική, καθώς ο Fielder δεν είχε εξαρχής κάποια συγκεκριμένη αφηγηματική κατεύθυνση. Ήθελε απλώς να παρακολουθήσει τη ζωή της Χολμς και να διαπιστώσει αν θα προέκυπτε κάτι που δεν είχε ήδη ειπωθεί.
  • Η κινηματογραφική ομάδα απέκτησε πρόσβαση στο σπίτι της Χολμς και του Έβανς στο Σαν Ντιέγκο, 34 ημέρες πριν εκείνη παρουσιαστεί στις ομοσπονδιακές φυλακές για να εκτίσει την ποινή της. Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την καταγραφή της καθημερινότητάς τους, συμπεριλαμβανομένης της οικογενειακής τους ζωής.
  • Ο Fielder δεν σκόπευε αρχικά να εμφανιστεί μπροστά στην κάμερα. Ήθελε να παραμείνει πίσω από αυτήν, μαζί με τον Oppenheim. Ωστόσο, η Χολμς και ο Έβανς απευθύνονταν συνεχώς στον ίδιο, ακόμη κι όταν δεν βρισκόταν στο πλάνο. Σταδιακά, οι κάμερες άρχισαν να τον καταγράφουν και τελικά η παρουσία του έγινε αναπόσπαστο μέρος της ταινίας.
  • Η αρχική τεχνική προσέγγιση αποδείχθηκε αποτυχημένη. Η ομάδα ξεκίνησε με μία κάμερα και αναμορφικούς φακούς, αλλά οι συνεχείς συνομιλίες της Χολμς με τον Fielder εκτός πλάνου είχαν ως αποτέλεσμα να χάνονται σημαντικές αντιδράσεις. Μέσα σε μόλις μία ημέρα αποφασίστηκε η πλήρης αλλαγή της μεθόδου κινηματογράφησης. Η τελική λύση ήταν η χρήση τριών καμερών: μίας ευρυγώνιας που κάλυπτε ολόκληρο τον βασικό χώρο του σπιτιού και δύο με τηλεφακούς μεταβλητής εστιακής απόστασης, ώστε να καταγράφονται ταυτόχρονα οι συνομιλίες και οι εκφράσεις των προσώπων.
  • Οι λήψεις διαρκούσαν έως και 16 ώρες ημερησίως. Παρά την εντατική αυτή διαδικασία, το συνεργείο αποτελούνταν από μόλις επτά άτομα, ενώ μέσα στο σπίτι βρίσκονταν κάθε φορά το πολύ τέσσερα μέλη της παραγωγής.
  • Η επιλογή του κάδρου 4:3 ήταν συνειδητή. Ο Oppenheim εξήγησε ότι επειδή το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εκτυλίσσεται σε έναν περιορισμένο χώρο, η ευρύτερη αναλογία εικόνας δημιουργούσε περιττούς περισπασμούς. Το τετράγωνο σχεδόν κάδρο επέτρεπε να παραμένει η προσοχή στα πρόσωπα και στις ανεπαίσθητες αντιδράσεις τους.
  • Ο Fielder και ο Oppenheim διαπίστωσαν ότι συχνά διαφωνούσαν μεταξύ τους για το τι ακριβώς είχαν παρακολουθήσει. Ακόμη και φαινομενικά ασήμαντα περιστατικά της καθημερινότητας προκαλούσαν εντελώς διαφορετικές ερμηνείες στα μέλη του συνεργείου. Αυτή η αδυναμία τους να συμφωνήσουν για όσα έβλεπαν ήταν τελικά που τους έπεισε ότι υπήρχε μια ενδιαφέρουσα ταινία.
  • Ο Fielder παραδέχτηκε ότι, όταν συναντήθηκε προσωπικά με τη Χολμς, βίωσε μια περίεργη αντίφαση: σε ορισμένες στιγμές τού φαινόταν ειλικρινής και συμπαθητική, ενώ ταυτόχρονα γνώριζε ότι είχε καταδικαστεί για απάτη. Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ανάμεσα στην προσωπική εντύπωση και στη γνώση των γεγονότων αποτέλεσε έναν από τους βασικούς άξονες της κινηματογραφικής προσέγγισης. Ο σκηνοθέτης επίσης είχε δηλώσει ότι δεν κατάφερε ποτέ να καταλήξει σε μια οριστική ερμηνεία της συμπεριφοράς της Χολμς. Ακόμη και μετά από τρία χρόνια ενασχόλησης με την υπόθεση, εξακολουθούσε να αναρωτιέται πόσο από όσα έβλεπε ήταν αυθόρμητο και πόσο αποτελούσε συνειδητή παρουσίαση μιας συγκεκριμένης εικόνας προς την κάμερα.
  • Η Χολμς και ο Έβανς αντιμετώπιζαν την καταγραφή της ζωής τους ως μια ευκαιρία να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή των γεγονότων. Μιλούσαν μάλιστα για μια μορφή «ριζικής διαφάνειας» (radical transparency), θεωρώντας ότι η συνεχής παρουσία των καμερών θα επέτρεπε στο κοινό να τους γνωρίσει πραγματικά.
  • Η παραγωγή αντιμετώπισε και την παρέμβαση των παπαράτσι, οι οποίοι άρχισαν να συγκεντρώνονται έξω από την κατοικία της Χολμς. Η μυστικότητα ήταν επομένως απαραίτητη όχι μόνο για να διατηρηθούν οι εκπλήξεις της ταινίας, αλλά και για να μην επηρεαστεί η συμπεριφορά των πρωταγωνιστών από τη δημοσιότητα γύρω από το εγχείρημα.
  • Μετά την είσοδο της Χολμς στη φυλακή, η πρόσβαση των δημιουργών σε εκείνη περιορίστηκε δραστικά. Ο Έβανς ανέλαβε ουσιαστικά τον ρόλο του βασικού διαύλου επικοινωνίας με την κινηματογραφική ομάδα, γεγονός που άλλαξε σημαντικά τη δυναμική της παραγωγής. Η σχέση των σκηνοθετών με τον Έβανς έγινε σταδιακά πιο δύσκολη, καθώς εκείνος άρχισε να επιδιώκει μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στο πρότζεκτ. Τελικά, η επικοινωνία του με τον Fielder διακόπηκε, ενώ ούτε η Χολμς ούτε ο Έβανς είχαν δει την ολοκληρωμένη ταινία πριν από την κυκλοφορία της.
  • Η Amanda Seyfried συμμετέχει στην ταινία σε μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη δραματοποιημένη ενότητα, η οποία αποτελεί μία από τις μεγάλες εκπλήξεις της αφήγησης. Η παρουσία της συνδέεται με τη σταδιακή μετατόπιση του έργου από το συμβατικό ντοκιμαντέρ προς ένα παιχνίδι αναπαράστασης και αμφισβήτησης της ίδιας της κινηματογραφικής πραγματικότητας.
  • Η ταινία αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Nathan Fielder σε μεγάλου μήκους κινηματογραφική παραγωγή. Ο Καναδός κωμικός είχε γίνει γνωστός μέσα από τις σειρές Nathan for You και The Rehearsal, στις οποίες χρησιμοποιεί πραγματικούς ανθρώπους, σκηνοθετημένες καταστάσεις και περίπλοκα κοινωνικά πειράματα, θολώνοντας συστηματικά τα όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας.
  • Ο Oppenheim παρομοίασε την εμπειρία των γυρισμάτων με τη μυστηριώδη Ζώνη του Στάλκερ (1979) του Andrei Tarkovsky. Όπως εξήγησε, η καθημερινότητα μέσα στο σπίτι της Χολμς δημιουργούσε μια κατάσταση στην οποία οι συνηθισμένοι κανόνες της πραγματικότητας έμοιαζαν να εξαφανίζονται και κανείς δεν μπορούσε να συμφωνήσει για το τι είχε πραγματικά συμβεί.
  • Η πρώτη προβολή πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστικά στο Φεστιβάλ Telluride, στις 6 Σεπτεμβρίου 2026. Η ταινία δεν είχε προηγουμένως ανακοινωθεί στο πρόγραμμα, ενώ οι θεατές υποχρεώθηκαν να παραδώσουν τα κινητά τους σε ειδικές θήκες πριν εισέλθουν στην αίθουσα. Υπήρχαν ακόμη και φύλακες με συσκευές νυχτερινής όρασης, ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε καταγραφή της προβολής. Στην παρουσίαση της ταινίας στο Telluride συμμετείχε και η Emma Stone, η οποία συντόνισε τη συζήτηση με τους δύο σκηνοθέτες μετά την προβολή.
  • Η αμερικανική κινηματογραφική έξοδος πραγματοποιήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2026. Η ταινία απέκτησε ιδιαίτερα έντονη δημοσιότητα χάρη στην αιφνιδιαστική πρεμιέρα της και στις συζητήσεις γύρω από τη σχέση των δημιουργών με την πρωταγωνίστριά της. Μέρος του “πολιτιστικού φαινομένου” αποτέλεσε το γεγονός ότι τα πρόσωπα των Χολμς και Fielder βρίσκονταν ανάμεσα στις πλέον δημοφιλείς μάσκες στο αμερικανικό Χάλογουιν του 2026.

Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *