Πενήντα χρόνια μετά την φυγή της από τη Βιέννη, η Μαρία Άλτμαν επιστρέφει στην παλιά της πατρίδα για να ανακτήσει οικογενειακά κειμήλια που κλάπηκαν από τους ναζί, συμπεριλαμβανομένου και του πίνακα «Woman in Gold» του Κλιμτ. Μαζί με τον άπειρο αλλά θαρραλέο δικηγόρο της, ξεκινά μια μάχη που διαρκεί οχτώ χρόνια και την φέρνει στο ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ. Στην πορεία, αναγκάζεται να αντιμετωπίζει δύσκολες αλήθειες για το παρελθόν της και θα συνειδητοποιήσει ότι κάποιοι πόλεμοι δεν τελειώνουν ποτέ.

Σκηνοθεσία:

Simon Curtis

Κύριοι Ρόλοι:

Helen Mirren … Maria Altmann

Ryan Reynolds … Randol ‘Randy’ Schoenberg

Daniel Bruhl … Hubertus Czernin

Katie Holmes … Pam Schoenberg

Max Irons … Fredrick ‘Fritz’ Altmann

Allan Corduner … Gustav Bloch-Bauer

Henry Goodman … Ferdinand Bloch-Bauer

Antje Traue … Adele Bloch-Bauer

Charles Dance … Sherman

Elizabeth McGovern … δικαστής Florence-Marie Cooper

Jonathan Pryce … πρόεδρος ανώτατου δικαστηρίου William Rehnquist

Frances Fisher … Barbara Schoenberg

Tom Schilling … Heinrich

Moritz Bleibtreu … Gustav Klimt

Tatiana Maslany … Maria Altmann (νεαρή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Alexi Kaye Campbell

Παραγωγή: David M. Thompson, Kris Thykier

Μουσική: Martin Phipps, Hans Zimmer

Φωτογραφία: Ross Emery

Μοντάζ: Peter Lambert

Σκηνικά: Jim Clay

Κοστούμια: Beatrix Aruna Pasztor

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Woman in Gold
  • Ελληνικός Τίτλος: Γυναίκα από Χρυσό

Παραλειπόμενα

  • Η ιστορία της Maria Altmann (1916-2011) είναι αληθινή. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί και στο ντοκιμαντέρ 55 λεπτών του 2008, Adele’s Wish, όπου εμφανίζονταν η ίδια η Altmann.
  • Τον ρόλο του δικηγόρου αρχικά είχε πάρει ο Andrew Garfield, αλλά αποχώρησε.
  • Ο σκηνογράφος Steve Mitchell χρειάστηκε 5 εβδομάδες για να αναπαράγει τον πίνακα Portrait of Adele Bloch-Bauer I (γνωστός και ως Woman in Gold) του Gustav Klimt για την ταινία. Ιδιοκτήτρια του διάσημου αυτού πίνακα ήταν επί 10 έτη η Oprah Winfrey.
  • Η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε στο τμήμα Γκαλά του φεστιβάλ Βερολίνου.

Κριτικός: Νάνσυ Μιχαηλίδου

Έκδοση Κειμένου: 20/4/2015

Τέσσερα χρόνια μετά το Επτά Μέρες με τη Μέριλιν, ο Σάιμον Κέρτις αναλαμβάνει να μεταφέρει στο πανί άλλη μία πραγματική ιστορία, αυτή της Μαρία Άλτμαν. Πρόκειται για τη συγκλονιστική υπόθεση μας Εβραίας από την Αυστρία, που γλίτωσε από τους ναζί βρίσκοντας καταφύγιο στην Αμερική. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, θα ξεκινήσει έναν δικαστικό αγώνα για να διεκδικήσει οικογενειακά κειμήλια και έργα τέχνης που κλάπηκαν από αυτούς, ανάμεσα στα οποία και τον περίφημο πίνακα του Γκούσταβ Κλιμτ, «Γυναίκα από Χρυσό», μια προσωπογραφία της θείας της Άλτμαν, Αντέλ Μπλοχ-Μπάουερ. Με τη βοήθεια του άπειρου αλλά πεισματάρη δικηγόρου Ράντολ Σόενμπεργκ, εγγονού διάσημου αυστριακού συνθέτη και γιου μιας φίλης της, θα ξεκινήσουν έναν άνισο και πολυετή δικαστικό αγώνα, προκειμένου να της επιστραφούν όσα ισχυρίζεται ότι δικαιωματικά της ανήκουν.

Διαβάζοντας κανείς την υπόθεση καταλαβαίνει ότι πρόκειται για κάτι παραπάνω από μια απλή ιστορία «καλού εναντίον κακού», που είτε θα αποτυπωθεί με ασφάλεια, είτε θα απογειωθεί προχωρώντας το θέμα ένα βήμα παραπέρα. Εδώ δυστυχώς έχουμε να κάνουμε με την πρώτη κατηγορία, αφήνοντας ένα τόσο σημαντικό θέμα, που ομολογουμένως χρίζει λεπτού χειρισμού, ουσιαστικά αναξιοποίητο. Ο Κέρτις λοιπόν και η υπόλοιπη παραγωγή αποφασίζουν να μην πάρουν κανένα ρίσκο, κι αναλαμβάνουν να δέσουν μέσα από φλασ-μπακ μια σύγχρονη δικαστική ιστορία με ένα νοσταλγικό, αλλά κι οδυνηρό παρελθόν, χωρίς ωστόσο να αποφεύγουν τις ηθικοπλασίες. Τα γεγονότα μάς ταξιδεύουν από τη δημιουργία ενός διάσημου έργου, στις θλιβερές μνήμες του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, κι από την ήρεμη ζωή της απογόνου στην Αμερική, στη γνωριμία της με τον δικηγόρο και την πολυετή νομική διαμάχη ενάντια στην αυστριακή κυβέρνηση. Το φιλμ έχει τις καλές και τις κακές στιγμές του, με τις καλύτερες να επικεντρώνονται στη ζωή της νεαρής Άλτμαν στην Αυστρία και την περιπετειώδη φυγή της από τη Βιέννη, ενώ ατυχείς είναι οι σκηνές που αναπαριστούν τον ίδιο τον Κλιμτ, οι οποίες αισθητικά μάς έφεραν στο νου τον δικό μας El Greco. Στα αρνητικά προστίθεται και η επιδερμική αντιμετώπιση του νομικού αγώνα που στερείται έντασης, ενώ στις μεγαλύτερες αδυναμίες του φιλμ συγκαταλέγεται η δημιουργία εντυπώσεων και η έντονη ηθικοπλαστική διάθεση. Η Έλεν Μίρεν αποτελεί αδιαμφισβήτητα την ψυχή της ταινίας, δίνοντας έτσι μια παραπάνω ώθηση στο όλο εγχείρημα, το οποίο χωρίς τη συμβολή της ίσως να θύμιζε με μια καλοφτιαγμένη τηλεταινία. Η ταλαντούχα ηθοποιός καταφέρνει να σώσει ακόμα και τις άτονες σκηνές που αποτυπώνουν την ιδιαίτερη σχέση της με τον δικηγόρο της και την γεμάτη σκαμπανεβάσματα συνεργασία τους, στην οποία δίνεται ιδιαίτερη έμφαση χωρίς ωστόσο να κρατά το ενδιαφέρον.

Η αδυναμία διαχείρισης ενός πολύπλοκου θέματος είναι φανερή, με το τελικό αποτέλεσμα να παραμένει καλοφτιαγμένο μεν, χλιαρό, χειριστικό και προβλέψιμο δε, ενώ ευδιάκριτη είναι και η διάθεση της παραγωγής να μην κρατήσει αποστάσεις από το ζήτημα, πολεμώντας τον αντισημιτισμό, δημιουργώντας εχθρούς-καρικατούρες, αφήνοντας παράλληλα ένα καυτό ζήτημα άθικτο, αυτό της ιδιοκτησίας της τέχνης, που ενώ τελικά αναδύεται, δυστυχώς παραμένει αναξιοποίητο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.