Ο Σαμ είναι ένας απογοητευμένος 33χρονός που βρίσκει μια μυστηριώδη γυναίκα, τη Σάρα, να «πλατσουρίζει» στην κοινόχρηστη πισίνα του συγκροτήματος που κατοικεί. Όταν αυτή εξαφανίζεται, ο Σαμ ξεκινάει μια σουρεαλιστική αναζήτηση στο Λος Άντζελες για να ανακαλύψει το μυστικό που κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση της. Ξαφνικά βρίσκεται χαμένος στα πιο ζοφερά και μυστηριώδη βάθη της παρανομίας της πόλης των αγγέλων.

Σκηνοθεσία:

David Robert Mitchell

Κύριοι Ρόλοι:

Andrew Garfield … Sam

Riley Keough … Sarah

Topher Grace … ο φίλος στο μπαρ

Laura-Leigh Claire … Mae

Zosia Mamet … Troy

Jimmi Simpson … Allen

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: David Robert Mitchell

Παραγωγή: Chris Bender, Michael De Luca, Adele Romanski, Jake Weiner

Μουσική: Rich Vreeland

Φωτογραφία: Mike Gioulakis

Μοντάζ: Julio Perez IV

Σκηνικά: Michael Perry

Κοστούμια: Caroline Eselin

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Under the Silver Lake

Ελληνικός Τίτλος: Το Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Η Dakota Johnson είχε πάρει αρχικά τον ρόλο της Σάρα.
  • Οι κινήσεις της Riley Keough στη σκηνή της πισίνας είναι αντίστοιχες με αυτές της Marilyn Monroe στην έσχατη ταινία της, Something’s Got to Give (1962). Η ταινία εκείνη δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αλλά το συγκεκριμένο υλικό είναι ευρέως διαθέσιμο.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 4/3/2019

Υπάρχει μια ειδική κατηγορία ανεκδότων που στην Αμερική ονομάζονται «shaggy dog stories» (μια ελεύθερη, όχι ακριβώς καλόηχη απόδοση στα ελληνικά θα ήταν το «ιστορίες του μαλλιαρού σκύλου») λόγω της πρωτότυπης αφήγησης από την οποία «βαφτίστηκαν», που συνήθως διαρκούν για ασυνήθιστα πολλή ώρα, εμπεριέχουν μια υπερβολικά μεγάλη ποσότητα λεπτομερειών και καταλήγουν πάντοτε σε ένα αντικλιμακτικό φινάλε που ακυρώνει το πολύπλοκο στήσιμο που έχει προηγηθεί.

Η νέα δουλειά του David Robert Mitchell, που έφτασε μάλιστα μέχρι και το επίσημο διαγωνιστικό των περσινών Κανών, αποτελεί ακριβώς αυτό: ένα μεγάλο, βιρτουόζικα στημένο φιλμικό αστείο με μια πλειάδα κινηματογραφόφιλων αναφορών κι επιρροών (με πιο προφανή μπούσουλα το «Μπλόου Απ» και από κοντά το κλασικό αμερικάνικο νουάρ και τον Lynch), δυστυχώς περισσότερο ερωτευμένο με τον εαυτό του από ότι θα έπρεπε να είναι. Κρίμα, γιατί έτσι αδικείται και η πραγματικά εμπνευσμένη, ενίοτε σε βαθμό υπερβάλλοντα ζήλου, σκηνοθεσία όπως και η δηκτική σάτιρα που έχει μια πλειάδα στόχων, από την εμμονή της γενιάς των millennials με τη συνωμοσιολογία μέχρι την κενότητα και τη ματαιοδοξία της βιομηχανίας του θεάματος. Περιττό να ειπωθεί πως όσοι περιμένουν ένα κλασικά δοσμένο αστυνομικό μυστήριο θα απογοητευθούν οικτρά από τη διάθεση του σκηνοθέτη να παίξει με τις προσδοκίες του θεατή και να δοκιμάσει τις συμβάσεις του είδους.

Αν το χιούμορ φλέρταρε λιγότερο με έναν κάπως ενοχλητικό εξυπνακισμό όπως τελικά γίνεται και οι στοχεύσεις ήταν πιο συγκεκριμένες και ξεκάθαρες τότε το αποτέλεσμα θα ήταν ένα αληθινό διαμαντάκι, θα πετύχαινε να καταστεί κάτι περισσότερο από μια πολύ ενδιαφέρουσα παραδοξότητα. Από την άλλη ίσως και αυτή ακριβώς να ήταν η φιλοδοξία του Mitchell, ένα ιδιόρρυθμο τουρλού ετερόκλιτων επιρροών για μια εκλεκτή μερίδα κοινού που είναι σε θέση να τις εκτιμήσει και που θα μπορούσε σε κάποια χρόνια να διεκδικήσει μέχρι και τον τίτλο του καλτ. Με αυτήν την πρόθεση δεδομένη ξεκαθαρίζεται και πως αρκετά στοιχεία που μοιάζουν περίεργα, όπως οι υποπλοκές που εγκαταλείπονται, η έλλειψη λογικής συνέχειας και η σχεδόν μονίμως παραισθησιογόνα ατμόσφαιρα είναι εσκεμμένα. Πρόκειται για ένα όνειρο μέσα σε όνειρο; Μήπως είναι ψευδαισθήσεις από ναρκωτικά; Ίσως ο πρωταγωνιστής όντως βιώνει μέρος των γεγονότων που διαδραματίζονται επί της οθόνης και τα υπόλοιπα αποτελούν φαντασιώσεις που επινοεί ως μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε μια πιο δυσάρεστη πραγματικότητα; Δεν δίνεται ποτέ μια οριστική απάντηση, η αμφισημία βασιλεύει μέχρι το τέλος και η ετυμηγορία του θεατή εξαρτάται από το πόσο απήλαυσε τη διαδρομή καθαυτή ανεξαρτήτως του προορισμού ή της ανυπαρξίας αυτού σύμφωνα με μια άλλη θεώρηση. Δεν είναι ότι λείπουν κάποιες γοητευτικές αρετές: το πρόβλημα βρίσκεται στην προαναφερθείσα αυταρέσκεια σε συνδυασμό με μια ροπή προς την κακώς εννοούμενη «κοροϊδία» του ανυποψίαστου θεατή.

Κάτω από την επιφάνεια αγωνίζεται να βγει προς τα έξω κάτι πιο ουσιώδες, όπως ένα ψυχογράφημα του κεντρικού ήρωα. Ο τρόπος με τον οποίο πολλές σεκάνς θυμίζουν οπτικοποιημένες σκέψεις και η συνειρμικού τύπου ροή από τη μια σκηνή στην άλλη προσφέρονται για τέτοιου είδους αναγνώσεις, μπορεί και ο ίδιος ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος να είχε όντως την επιθυμία το σύνολο να είχε και μια τέτοια λειτουργία, δυστυχώς όμως αυτό θάβεται κάτω από πολλά στρώματα ελιτίστικων αστεϊσμών και κλεισιμάτων του ματιού. Έτσι υπονομεύεται και σε έναν βαθμό το ιδιαίτερο ερμηνευτικό πορτραίτο του Andrew Garfield που φλερτάρει έντονα με την καρτουνίστικη υπερβολή, παραδόξως δίχως ποτέ να κουράζει με αυτήν τη ροπή του και είναι τέλεια ενταγμένο στη γενική ατμόσφαιρα που επικρατεί. Για να αναγνωρίζονται όλα πάντως, παρόλο που δεν είναι όλα τα «χαρτιά» του εξίσου επιτυχημένα, το «Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης» βλέπεται με αδιάκοπο ενδιαφέρον, κυρίως από μια περιέργεια για το πόσα κόλπα μπορεί να επιστρατεύσει ο δημιουργός του όσο κυλάει η ελαφρώς ανοικονόμητη χρονική του διάρκεια. Έχει τα φόντα να αποκτήσει μέχρι και μια βάση φανατικών θαυμαστών τα επόμενα χρόνια, παρά τις εμφανείς αδυναμίες του.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 110 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.