Ο Τζέσι, ένας αγωνιζόμενος καλλιτέχνης, η νεαρή σύζυγός του, η Άστριντ, και η κόρη τους Ζόι, αγοράζουν το σπίτι των ονείρων τους, όταν η αξία του τελευταίου πέφτει κατακόρυφα εξαιτίας της σκοτεινής ιστορίας που κουβαλάει. Οι ζωές όλων αρχίζουν να περιπλέκονται, όταν ο Τζέσι γίνεται φερέφωνο της φωνής του σατανά και όταν εμφανίζεται ξαφνικά ο Ρέι, ο ανισόρροπος γιος της οικογένειας που έμενε στο σπίτι πριν, απαιτώντας να επιστρέψει εκεί και παθαίνοντας εμμονή με τη Ζόι.

Σκηνοθεσία:

Sean Byrne

Κύριοι Ρόλοι:

Ethan Embry … Jesse Hellman

Shiri Appleby … Astrid Hellman

Pruitt Taylor Vince … Ray Smilie

Kiara Glasco … Zooey Hellman

Tony Amendola … Leonard

Leland Orser … ο ιεροκήρυκας

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sean Byrne

Παραγωγή: Jessica Calder, Keith Calder

Μουσική: Michael Yezerski

Φωτογραφία: Simon Chapman

Μοντάζ: Andy Canny

Σκηνικά: Tom Hammock

Κοστούμια: Stacy Ellen Rich

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Devil’s Candy
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Δέλεαρ του Διαβόλου

Παραλειπόμενα

  • Ο Sean Byrne είναι φανατικός της metal μουσικής και ήθελε η ταινία να αντιμετωπίζει τη σκηνή αυτή με σεβασμό και όχι ως στερεότυπο.
  • Η παραγωγή χρησιμοποιούσε τον κωδικό “Babylon”. Ο Ethan Embry έχει εξηγήσει ότι αυτό έγινε επειδή τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε αρκετά συντηρητική περιοχή του Τέξας και η ομάδα προτίμησε να μην τραβήξει την προσοχή μιας ταινίας με έντονα σατανικά στοιχεία.
  • Ο Ethan Embry έκανε μαθήματα ζωγραφικής πριν από τα γυρίσματα ώστε οι σκηνές όπου ο Τζέσι δημιουργεί τους πίνακές του να φαίνονται απολύτως φυσικές. Στους τίτλους τέλους αναφέρεται μάλιστα ειδική δασκάλα ζωγραφικής για την εκπαίδευσή του.
  • Τα μαλλιά του Embry είναι στην πραγματικότητα περούκα.
  • Στη σκηνή όπου ο Ρέι μεταφέρει ένα παιδί τυλιγμένο σε κουβέρτα χρησιμοποιήθηκε animatronic και όχι πραγματικό παιδί, τόσο για λόγους ασφαλείας όσο και για τον καλύτερο έλεγχο των κινήσεων.
  • Αν και έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο το 2015, η ευρεία κινηματογραφική διανομή στις ΗΠΑ έγινε σχεδόν ενάμιση χρόνο αργότερα, τον Μάρτιο του 2017 -συνοδευόμενη από πενιχρές εισπράξεις. Παρότι όμως δεν σημείωσε εμπορική επιτυχία, η ταινία απέκτησε γρήγορα φανατικό κοινό.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το For Whom the Bell Tolls ακούγεται στους τίτλους τέλους επειδή οι Metallica είδαν μια πρώιμη κόπια της ταινίας και ενθουσιάστηκαν. Σύμφωνα με τον Byrne, παραχώρησαν τα δικαιώματα του τραγουδιού σε ιδιαίτερα προσιτή τιμή, κάτι που βοήθησε σημαντικά μια ανεξάρτητη παραγωγή όπως αυτή.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 10/3/2018

Με μια πολύ βιαστική ανάγνωση, τίποτα δεν φαίνεται να ξεχωρίζει την ταινία του Σον Μπερν από τον θριλερο-σωρό. Κι όμως, αυτό το δύο γραμμών σενάριο, αυτό το σχεδόν μίας μόνο ώρας φιλμ έχει το προσωπικό του χρώμα που σε δελεάζει. Πέρα λοιπόν από την τρομερή βιασύνη του Μπερν, ο οποίος δεν στέκεται να αναλύσει ούτε βασικά σημεία του σεναρίου, η ταινία εκμεταλλεύεται τη λιτότητα της και παρουσιάζει ένα σφηνάκι νοσηρότητας. Σαν μια βόλτα σε ένα καλό τρενάκι τρόμου σε λούνα-παρκ, η επιδεξιότητα του σκηνοθέτη χρωματίζει το αδιάφορο με προσοχή στη λεπτομέρεια. Λεπτομέρεια, μάλιστα, τόσο οπτική όσο και ηχητική, μια και το μέταλ σάουντρακ δένει ιδανικά με τις εικόνες. Βέβαια, επειδή η ταινία προκαλεί μια cult έλξη με τον θεατή, καλό είναι να μη δώσετε και μεγάλη σημασία στις νοηματικές της αναζητήσεις περί θεών και δαιμόνων. Σημασία έχει να περάσετε καλά και τρομακτικά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *