Ένας βρικόλακας, ο Λουί, διηγείται σ’ έναν νεαρό δημοσιογράφο την ιστορία της ζωής του, ενώ ταυτόχρονα περιγράφει την περίεργη φύση του. Του εξιστορεί πώς σε μια περίοδο όπου η απελπισία και οι τύψεις κυρίευσαν τη ζωή του, συνάντησε τον βρικόλακα Λεστάτ, ο οποίος του πρόσφερε την καταραμένη αθανασία. Μαζί ξεκίνησαν το ταξίδι της ατελείωτης νύχτας και της αιώνιας ζωής. Από τη Λουϊζιάνα του 1791 θα ταξιδέψουν στη Νέα Ορλεάνη. Ο Λουί δυσανασχετεί και θέλει ν’ απαρνηθεί τη νέα του φύση. Νέα δίψα για ζωή θα του δώσει η παρουσία ενός μικρού κοριτσιού, της Κλόντια.

Σκηνοθεσία:

Neil Jordan

Κύριοι Ρόλοι:

Brad Pitt … Louis de Pointe du Lac

Tom Cruise … Lestat de Lioncourt

Kirsten Dunst … Claudia

Christian Slater … Daniel Molloy

Antonio Banderas … Armand

Stephen Rea … Santiago

Domiziana Giordano … Madeleine

Thandie Newton … Yvette

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Anne Rice

Παραγωγή: David Geffen, Stephen Woolley

Μουσική: Elliot Goldenthal

Φωτογραφία: Philippe Rousselot

Μοντάζ: Mick Audsley, Joke van Wijk

Σκηνικά: Dante Ferretti

Κοστούμια: Sandy Powell

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Interview with the Vampire

Ελληνικός Τίτλος: Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα

Εναλλακτικός Τίτλος: Interview with the Vampire: The Vampire Chronicles

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Η Βασίλισσα των Καταραμένων: Η Μητέρα του Σκότους (2002)

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Interview with the Vampire της Anne Rice.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ μουσικής και σκηνικών.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα δεύτερου γυναικείου ρόλου (Kirsten Dunst) και μουσικής.
  • Βραβείο Bafta φωτογραφίας και σκηνικών. Υποψήφιο για κοστούμια και μακιγιάζ/κομμώσεις.

Παραλειπόμενα

  • Η Paramount Pictures είχε αποκτήσει τα δικαιώματα του βιβλίου ήδη από το 1976, αμέσως μόλις αυτό εκδόθηκε. Η παραγωγή όμως επί χρόνια δεν έβρισκε τον δρόμο της, με αποτέλεσμα τα δικαιώματα να αγοραστούν εντέλει από τη Warner Bros.
  • Η Anne Rice είχε κατά νου τον Alain Delon για τον ρόλο του Λουί.
  • Ο Julian Sands ήταν η πρώτη επιλογή της συγγραφέως για τον Λεστάτ, αλλά δεν είχε διάσημο όνομα και το στούντιο τον απέρριψε. Έπειτα τους πρότεινε και άλλα ονόματα, όπως τους John Malkovich, Peter Weller, Jeremy Irons και Alexander Godunov. Όταν η παραγωγή κατέληξε στα δύο τελικά, η Rice πρότεινε να παίξουν ο Brad Pitt και ο Tom Cruise να ανταλλάξουν ρόλους. Όταν όμως είδε ολοκληρωμένη την ταινία, δήλωσε ενθουσιασμένη με την ερμηνεία του Cruise.
  • Λόγω του ότι είχε αντιληφθεί την ομοφοβία που υπήρχε στο Χόλιγουντ, σε κάποιο σημείο ο Rice είχε αλλάξει στο σενάριο τον ρόλο του Λουί σε θηλυκό, με τη Cher υποψήφια να τον παίξει.
  • Ο αρχικός Μολόι ήταν ο River Phoenix, μέχρι όμως που βρήκε τραγικό θάνατο, τέσσερις βδομάδες πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Στα κρέντιτ της ταινίας υπάρχει αφιέρωση στη μνήμη του.
  • Μετά από μια δοκιμαστική προβολή, ο Jordan αναγκάστηκε σε νέο μοντάζ, και 20 λεπτά από τα αρχικά είτε κόπηκαν, είτε ανακατασκευάστηκαν.
  • Μετά από σχεδόν μια δεκαετία ήρθε ένα σίκουελ, το Η Βασίλισσα των Καταραμένων: Η Μητέρα του Σκότους (2002), που βασίζονταν στο τρίτο βιβλίο της μακράς σειράς The Vampire Chronicles. Το 2014, η Universal Pictures αγόρασε τα δικαιώματα ολόκληρης της σειράς και έβγαλε μια ομότιτλη τηλεοπτική σειρά.
  • Παρά την ανάμικτη υποδοχή από την κριτική, η ταινία αποδείχτηκε χρυσοχοείο στα ταμεία. Έβγαλε 223,7 εκατομμύρια δολάρια, κι ενώ κόστισε 60.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Οι Guns N’ Roses διασκεύασαν για το φιλμ το κλασικό Sympathy for the Devil των Rolling Stones. Αυτή έμελλε να είναι η τελευταία τους κυκλοφορία πριν αποχωρίσουν από το γκρουπ ο Slash και ο Duff McKagan.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 27/8/2019

Ερχόμενη να δέσει ταιριαστά με τον Δράκουλα του Κόπολα, η ταινία του Νιλ Τζόρνταν ανατρέπει τον τρόπο που έβλεπε η έβδομη τέχνη έναν από τα πλέον αγαπημένα του τέρατα, τον βρικόλακα. Κι όμως, δεν τον απεγκλωβίζει από το είδος του τρόμου που επί έναν αιώνα τον καθόριζε, απλά αναζητεί παράλληλα και εμμονικά τη φύση του. Μια φύση που ανήκει μεν στη σφαίρα του παραδόξου και της μυθοπλασίας, αλλά ανανεώνει όσα είχαμε ακούσει και πάλι από τον Τζόρνταν στο Παιχνίδι των Λυγμών, και συγκεκριμένα στη μικρή ιστορία περί του βατράχου και του σκορπιού.

Υπάρχει εδώ ο βρικόλακας Λεστάτ που αποδέχεται το είναι του ως κυνηγός, υπάρχει όμως και ο Λουί που αντιστέκεται στη δολοφονική του μοίρα. Κοινό τους στοιχείο ότι τρέφονται μονάχα με αίμα. Αυτό είτε το αποδέχονται και ζουν για πάντα, είτε χάνονται εδώ και τώρα κυριολεκτικά στο πουθενά. Υπάρχει όμως και ο τραγικός τρίτος πόλος, αυτός της μικρούλας Κλόντια. Αυτή θα είναι για πάντα παιδί, και αυτή είναι που δίνει την απάντηση, μια και νιώθει την αδικία. Ως απόκληροι και πλέον εκτός ανθρώπινης κοινωνίας, πρέπει να βρουν το νόημα σε όλα αυτά, που «μάλλον» θέλει τον άνθρωπο ως τροφή…

Συμβολικά, το από κάτω νόημα ανατρέχει σε ανθρώπους-βρικόλακες που ζουν ανάμεσα μας. Ανθρώπους που έχουν ξεπεράσει το φράγμα της ανθρωπιάς, και επιδέχονται αυτό που είναι ως φυσιολογική ιδιότητα. Όταν φτιάχνουμε κανόνες για να προστατέψουμε την ομαλή συμβίωση μας, ξεχνάμε ότι η φύση δεν υπόγραψε κανένα συμφωνητικό με αυτούς. Μαζί, ξεχνάμε και να πλάσουμε μια κοινωνία όπου θα δίνει εκείνους τους λόγους για να μην ξεπεράσει κάποιος το σύνορο προς την άλλη πλευρά της ηθικής. Όσους κανόνες κι αν ορίσεις, τη φύση ενός πολυδιάστατου θηλαστικού όπως ο άνθρωπος δεν μπορείς ποτέ να την ελέγξεις απόλυτα. Και αν δεν είναι πάντα το αίμα η τροφή σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι το χρήμα, η εξουσία, ή πολύ πιο απλά η έλλειψη πνευματικού υπόβαθρου, ενός υποβάθρου που επιβάλλεται να υπάρχει αν θέλεις ομαλότητα.

Ο Τζόρνταν όμως δεν στέκει μονάχα στο να σου δώσει την εικονοποίηση της προβληματικής του βιβλίου της Αν Ράις. Θέλει να προσδώσει και το δικό του στίγμα στο έργο. Έτσι, ανατρέχει σε γοτθικό αλλά και ρομαντικής τεχνοτροπίας ύφος, και ενώ δεν θέλει να επαναλάβει τον εικαστικό περφεξιονισμό του Κόπολα (αλλά και τον δικό του, από την Παρέα των Λύκων), σου θυμίζει συνέχεια ότι βλέπεις ένα μικρό έπος. Τεχνικά η ταινία ξεχωρίζει σε κάθε πλάνο, σε κάθε της κοστούμι. Σε αυτό το κλίμα εναρμονίζονται άρτια τόσο ο Τομ Κρουζ, όσο και ο Μπραντ Πιτ. Υψηλότερα κι από αυτούς όμως φτάνει η παρουσία της νεότατης εδώ Κίρστεν Ντανστ, που σοκάρει με την ψυχρότητα της.

Κι όμως, η ταινία έχει λόγους να ελεγχθεί, κι ένας από αυτούς είναι βασικός. Αποζητώντας το μεγάλο φιλμ, το μεγάλο πλάνο, ο Τζόρνταν υποπίπτει σε κάποια σημεία σε υπερβολές, που ορίζονται ως επιτήδευση. Επίσης, ενώ ελέγχει απόλυτα την πρωταγωνιστική τριάδα, οι μικρότεροι ρόλοι που τους πλαισιώνουν είναι ελάχιστα λειτουργικοί, μοιάζοντας με «κουμπώματα» στην πλοκή, παρά παρουσίες ουσίας. Τέλος, το στόρι είχε ανάγκη μεγαλύτερης ακόμα μελαγχολίας, ώστε να αποδοθεί ορθότερα η καταραμένη φύση ενός πλάσματος σαν του βρικόλακα. Λείπουν μερικές σιωπηλές σκηνές που θα βοηθούσαν ως προς αυτό, μια και ο Τζόρνταν φοβάμαι να μην κουράσει σε κανένα σημείο τον θεατή ακόμα και μιας περιπετειώδους ταινίας.

Όπως και να ‘χει, οπτικά και εννοιολογικά η ταινία ήταν μπροστά από την εποχή της, και δεν θα χάσει εύκολα τη διαχρονικότητα της. Ακόμα κι αν δεν σας εκφράσει το κάτι παραπάνω ως γνώση για το ποιοι στην πραγματικότητα είμαστε, θα σας μιλήσει διαισθητικά και θα σας γεμίσει με τον όγκο της. Βέβαια, αν σκεφτεί κανείς ότι κάπου εδώ γίνεται η έναρξη αυτού που μετά από καιρό θα επακολουθήσει με την παρουσία των βρικολάκων στον κινηματογράφο, μπορεί να σας πιάσει και μια νοσταλγία περί του πριν κι από αυτό…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.