Μια σπονδυλωτή ταινία που εκτυλίσσεται σε μια υποβαθμισμένη αστική περιοχή της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του χριστιανικού Πάσχα. Η ζωή τεσσάρων ανθρώπων αλλάζει δραματικά όταν τη νύχτα της της Κυριακής των Βαΐων ο δεκαεπτάχρονός Ιγκέ ανατινάζει το ταχυδρομικό κουτί της γειτονιάς. Η έκρηξη πυροδοτεί την εξέλιξη τριών παράλληλων ιστοριών επιβίωσης. Η καταστροφή των LSD της Λένας και του Μανού, των έγγραφων της Άντια, καθώς και του γράμματος του χαμένου παιδιού της Θάλειας θα σπρώξει τους ήρωες στα άκρα.

Σκηνοθεσία:

Μαρία Λάφη

Κύριοι Ρόλοι:

Νένα Μεντή … Θάλεια

Luli Bitri … Adia

Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη … Λένα

Samuel Akinola … Manou

Spiros Ballesteros … Ige

Γεράσιμος Σκιαδαρέσης … Xavier

Kasem Hoxha … Vladimir

Ιφιγένεια Τζόλα … Κατερίνα

Μελέτης Γεωργιάδης … ο πατέρας της Λένας

Βάσω Καβαλιεράτου … αστυνομικός

Armando Dauti … το αφεντικό του Vladimir

Λαέρτης Μαλκότσης … γιατρός

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Μαρία Λάφη, Έλενα Δημητρακοπούλου

Παραγωγή: Λιλέτ Μπόταση

Μουσική: Λάκης Χαλκιόπουλος

Φωτογραφία: Ηλίας Αδάμης

Μοντάζ: Γιώργος Πατεράκης, Kenan Akkawi

Σκηνικά: Ανδρομάχη Αρβανίτη

Κοστούμια: Μαρία Μαγγίρα

Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.

Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Holy Boom
  • Διεθνής Τίτλος: Holy Boom

Κύριες Διακρίσεις

  • Πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ της Σαραγόσα.
  • Καλύτερη βαλκανική ταινία στο φεστιβάλ Τιράνων.
  • Υποψήφιο για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη και ειδικά εφέ στα βραβεία Ίρις.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία για τη Μαρία Λάφη, κι ενώ έχει κάνει τέσσερις μικρού μήκους.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 5/12/2018

Όταν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που βασίζεται στον ωμό ρεαλισμό, δύο είναι οι συνήθεις κίνδυνοι αποτυχίας, τόσο συνήθεις που τους συναντάμε και σε διεθνώς αναγνωρισμένες παραγωγές. Ο πρώτος αφορά το να βολευτείς με το δόγμα «βγαλμένο από τη ζωή», αποδίδοντας ως έχει μια στατική λούμπεν πραγματικότητα, όπως αυτή έτυχε να παρουσιαστεί στα μάτια του δημιουργού. Ο δεύτερος μιλάει για την επιτήδευση, η οποία θέλει δεν θέλει ο δημιουργός, αυτή ελλοχεύει πίσω από κάθε ακραία σκηνή. Κι ενώ στη χώρα μας έχουμε παραγάγει ιστορικά ταινίες «υποδείγματα» ξεπεσμού πάνω σε αυτά που προαναφέραμε, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1980 και τα απομεινάρια της, να μια ελληνίδα δημιουργός που με την πρώτη της μόλις ταινία μεγάλου μήκους ελίσσεται μέσα από αυτές τις «συμπληγάδες» και βγάζει ολοκληρωμένο κινηματογράφο.

Το φιλμ μοιάζει να είναι ακόμα μία σπονδυλωτή ταινία με κοινή θεματική. Σπάει σε τρία κομμάτια, μιλώντας το κάθε ένα για μετανάστες, διαφορετικής ηλικίας ο καθένας. Η κάθε ιστορία αναπτύσσεται ξέχωρα στον χώρο της, ακόμα κι αν όλα κινούνται μέσα στην ίδια γειτονιά. Μα εκεί που θα πίστευε κανείς πως το βάρος της μίας ιστορίας θα ζημιώσει την άλλη, όλα ρέουν στην ίδια ευθεία. Μια απόλυτη ισορροπία, με τη μία ιστορία να δίνει πάσες κι ανάσες στην άλλη, και ποτέ ο θεατής να μην βλέπει ποτέ κάτι το ανομοιογενές. Μάλιστα, όσο πλησιάζουμε στην κορύφωση, όλα συγκλίνουν με μια αξιοθαύμαστη τεχνική επιδεξιότητα σαν τρεις γραμμές που εφάπτουν με αυξανόμενη ταχύτητα η μία στην άλλην, προκαλώντας κατά την ταυτόχρονη σύγκλιση τους… το «holy boom».

Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν θα λειτουργούσε ακόμα και υπό αυτές τις προδιαγραφές, αν δεν υπήρχε ο ρόλος της Νένας Μεντή (λάμπει ανάμεσα σε ένα συνολικά καταπληκτικό κι αφοσιωμένο καστ). Εκεί το σενάριο έχει τοποθετήσει την ψυχή της ταινίας, την «Παναγιά» που παρατηρεί και παρεμβαίνει, δίχως όμως να στερεί από τον άνθρωπο τη μοίρα που ο ίδιος έχει γράψει. Κι αυτό επειδή είναι η μόνη εντός ταινίας που πιστεύει, και θέλει με τον δικό της ιδιότυπο όσο κι απλοϊκό τρόπο να το μεταδώσει και σε αυτούς που κρίνει ότι το έχουν ανάγκη, αλλά και το αξίζουν. Ένας περίεργος σύνδεσμος εδώ παραλληλίζει το έργο με τον «Δεκαπενταύγουστο» του Γιάνναρη, που στην ουσία μιλάει με όμοιες κατευθυντήριες. Όπως κι εκεί, η Λάφη δεν επαναπαύεται στο ότι έχει ένα θέμα ικανό να «μιλήσει από μόνο του», αλλά επεκτείνει τη μυθοπλασία της για να του προσδώσει ενδιαφέρον επί ευρύτερου είδους κοινό, αλλά και ταυτόχρονα για να βρει μεγαλύτερη απήχηση το μήνυμα της. Γιατί, για να μη γελιόμαστε, όταν έχουμε μια ταινία, πχ, που πραγματεύεται το μεταναστευτικό, αυτοί που θα επιλέξουν να το παρακολουθήσουν έχουν ήδη προκαθορισμένες απόψεις. Στην περίπτωση μας, όμως, η ταινία μπορεί να τραβήξει και το κοινό που αναζητά απλά καλή μυθοπλασία, συστήνοντας έτσι καταστάσεις και σε μη μυημένους. Κυρίως, δε, νεαρότερες ηλικίες που επιβάλλεται να βλέπουν την πραγματικότητα που βιώνουν εκεί έξω, αλλιώς δεν υπάρχει τρόπος επικοινωνίας με αυτές.

Ο Μαρία Λάφη έχει σκηνοθετική ευελιξία, έχει σενάριο που σε κολλάει στην οθόνη, έχει ένα από τα καλύτερα μοντάζ στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά, μα ξεχνάει να προτείνει. Αυτό είναι βέβαια κάτι το συζητήσιμο (αναλόγως τις πεποιθήσεις της δημιουργού, φυσικά), αλλά ίσως σκοτεινιάζει επικίνδυνα τη μοίρα των ηρώων της, αφήνοντας μια τόσο μικρή ακτίδα φωτός που για κανέναν δεν θα μπορούσε να ονομαστεί και λύτρωση. Τελειώνοντας το έργο, κι ενώ σοφά παρατείνει τη διάρκεια έπειτα από την έκρηξη, αφήνει περισσότερα ερωτηματικά με σκοτεινή απόχρωση, παρά χαρίζει απαντήσεις. Ως θεατής σε ταινία που περνάει μηνύματα, χαίρομαι όταν εντοπίζονται αληθινά ανθρώπινα προβλήματα, που συνήθως κρύβουμε κάτω από το χαλάκι, αλλά χαίρομαι ακόμα περισσότερο όταν βλέπω προτάσεις, λύσεις. Ναι, γύρω από τα σοκάκια των αθηναϊκών γειτονιών, το σκοτάδι έχει καταλάβει τη μερίδα του λέοντος. Αλλά, εκεί θα μείνουμε; Πάντα, ακόμα και την ύστατη στιγμή, υπάρχει φως, αρκεί κάποιος γνωστικότερος να μας το υποδείξει.

Όπως και να έχει, μιλάμε για μια εξαιρετική πρωτόλεια δουλειά, με την ελπίδα να συνεχίσει την πορεία που ξεκίνησε τόσο πετυχημένα σε δύο ήδη φεστιβάλ του εξωτερικού, κοινωνώντας και κάτι το πολύ βασικό: το ελληνικό σινεμά έχει μέλλον, αρκεί να μιλάει με την ίδια ειλικρίνεια και κινηματογραφική επιμέλεια όπως εδώ. Βρείτε το, δείτε το.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

21 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.