Όλοι στην οικογένεια της Ζιστίν είναι κτηνίατροι, αλλά και χορτοφάγοι. Στα 16 της, είναι μια ευφυής και υποσχόμενη μαθήτρια. Όταν ξεκινάει τη σχολή κτηνιατρικής, εισβάλει σε έναν παρακμιακό, ανελέητο και επικίνδυνα ελκυστικό κόσμο. Κατά την πρώτη βδομάδα που πρέπει να λάβει μέρος σε ειδικές ιεροτελεστίες, απεγνωσμένα προσπαθώντας να ταιριάξει με το περιβάλλον, αψηφά τα ιδανικά της οικογένειας της τρώγοντας ωμό κρέας για πρώτη φορά. Η Ζιστίν σύντομα θα ζήσει τις τρομερές συνέπειες της πράξης της, όταν ο αληθινός της εαυτός βγαίνει στην επιφάνεια.

Σκηνοθεσία:

Julia Ducournau

Κύριοι Ρόλοι:

Garance Marillier … Justine

Ella Rumpf … Alexia

Rabah Nait Oufella … Adrien

Laurent Lucas … ο πατέρας

Joana Preiss … η μητέρα

Bouli Lanners … ο οδηγός

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Julia Ducournau

Παραγωγή: Jean des Forets

Μουσική: Jim Williams

Φωτογραφία: Ruben Impens

Μοντάζ: Jean-Christophe Bouzy

Σκηνικά: Laurie Colson

Κοστούμια: Elise Ancion

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Grave
  • Ελληνικός Τίτλος: Raw
  • Διεθνής Τίτλος: Raw
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Ωμότητες [φεστιβάλ]

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο FIPRESCI για το τμήμα Βδομάδα Κριτικής στο φεστιβάλ Καννών.
  • Υποψήφιο για σκηνοθεσία, πρωτοεμφανιζομενο σκηνοθέτη, νέα ηθοποιό (Garance Marillier), σενάριο, μουσική και ήχο στα Cesar.

Παραλειπόμενα

  • Κινηματογραφικό ντεμπούτο μεγάλου μήκους για τη Julia Ducournau.
  • Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στις 3 Νοεμβρίου 2015 και διήρκεσαν 38 ημέρες. Η μεγαλύτερη κινηματογραφική «μεταμόρφωση» έγινε στο πανεπιστήμιο της Λιέγης στο Βέλγιο, όπου γυρίστηκε το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Η Ducournau επέλεξε το εν λόγω πανεπιστήμιο επειδή ήθελε ένα campus με πιο «αμερικανική» αίσθηση, κάτι που, σύμφωνα με την ίδια, δύσκολα θα έβρισκε στη Γαλλία.
  • Το «ωμό κοτόπουλο» που τρώει η Ζιστίν από το ψυγείο δεν ήταν πραγματικό κοτόπουλο αλλά ζάχαρη. Η Garance Marillier έχει αναφέρει ότι η σκηνή δεν της δημιούργησε αποστροφή για το κοτόπουλο, αλλά την έκανε να σιχαθεί τη ζάχαρη.
  • Αρχικά χαρακτηρίστηκε αυστηρώς ακατάλληλο στις ΗΠΑ, αν κι έπειτα πήρε το ηπιότερο R.
  • Στην προβολή στο φεστιβάλ του Γκέτεμποργκ, δύο από τους θεατές λιποθύμησαν, και αρκετοί έκαναν εμετό. Πάνω 30 έφυγαν από νωρίς από την αίθουσα, και οι διοργανωτές αναγκάστηκαν να κάνουν διάλειμμα για να αποφευχθεί περαιτέρω αναστάτωση. Αντίστοιχα περιστατικά σημειώθηκαν στην προβολή στο φεστιβάλ του Τορόντο.
  • Σε ένα σινεμά του Λος Άντζελες, οι ταξιθέτες μοίραζαν ειδικά σακουλάκια εμετού στους θεατές,

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 30/3/2017

Η Justine είναι αφοσιωμένη χορτοφάγος, όπως άλλωστε και οι γονείς της, με ξεκάθαρα διαμορφωμένες απόψεις γύρω από τα δικαιώματα των ζώων. Προετοιμάζεται για να φοιτήσει σε μια κτηνιατρική σχολή, στην οποία βρίσκεται και η αδερφή της, Alexia. Όταν βρεθεί επιτέλους για πρώτη φορά στο περιβάλλον αυτό, θα έρθει αντιμέτωπη με τις πιέσεις των μεγαλύτερων συμφοιτητών που πιέζουν στα όρια του εκφοβισμού τους πρωτοετείς να λάβουν μέρος σε μια σειρά μυήσεων. Μια εξ αυτών περιλαμβάνει το φάγωμα ενός ωμού νεφρού λαγού, κάτι που θα κάνει η Justine μετά από παρότρυνση της αδερφής της, παρά τις διαφωνίες της. Μετά από το συμβάν αυτό, όμως, θα αναπτυχθεί στην ίδια μια ανεξήγητη όρεξη για ωμή σάρκα.

Ένα κινηματογραφικό ντεμπούτο μεγάλου μήκους που προκάλεσε μέχρι και λιποθυμίες εξαιτίας της απεικόνισης σκηνών κανιβαλισμού στο φεστιβάλ του Τορόντο το 2016 (που όσο κι αν δήλωσε η σκηνοθέτις τη λύπη της για το περιστατικό, είναι σίγουρο πως δύσκολα θα μπορούσε να βρει καλύτερη δωρεάν διαφήμιση για τη δημιουργία της, δεδομένου και του είδους που εκπροσωπεί), το φιλμ της Julia Ducournau είναι μια απολαυστική με τον δικό της τρόπο ιστορία για το πέρασμα στην ωριμότητα και την ενηλικίωση. Φαινομενικά έχει τα συστατικά δεκάδων άλλων ταινιών του ιδιώματος και ασχολείται με μια θεματολογία οικεία με το έδαφος αυτό (οικογενειακές σκιές, δυσκολία προσαρμογής σε νέους κανόνες μιας ζωής με άλλου είδους υπευθυνότητες, σεξουαλικότητα, με αρκετές φορές να γίνονται παραλληλισμοί μεταξύ της λίμπιντο με την επιθυμία της Justine για κανιβαλισμό), όμως τοποθετημένη στο πλαίσιο μιας ταινίας τρόμου που ενδιαφέρεται περισσότερο για τη μεταβαλλόμενη ψυχοσύνθεση της πρωταγωνίστριάς της παρά να καταταχθεί σε ένα σωρό slasher με εφήβους να αποδεκατίζονται, καταφέρνει να ξεχωρίσει θετικά, και όχι μονάχα στην κατηγορία της.

Σκηνοθετημένο με ακρίβεια, ειδικά όσον αφορά κάποια μακρινά πλάνα με λεπτομέρειες που την αναβαθμίζουν σε εικαστικό επίπεδο (όπως στην εναρκτήρια σκηνή), μην υπερβάλλοντας στις δόσεις gore οι οποίες είναι τοποθετημένες στρατηγικά διάσπαρτα χωρίς να συσσωρεύονται απλά και μόνο για τη δημιουργία φτηνών εντυπώσεων, με πληθώρα συμβολισμών που εμπλουτίζουν σημειολογικά το τελικό αποτέλεσμα (ως δείγμα μόνο το δάχτυλο που τρώει η Justine ως φαλλός, μια και η εμπειρία της οδηγεί και στην ανακάλυψη της σεξουαλικότητάς της) κι έχοντας μια ταιριαστά «άβγαλτη» κι άπειρη ηρωίδα ως ξεναγό σε αυτό το ξεχωριστό ταξίδι «μεστώματος» που ενσαρκώνει με μοναδική φυσικότητα η Garance Marillier, το «Raw» συναρπάζει με την ειλικρινή ματιά του στη διαδρομή από την αβεβαιότητα και τη φρεσκάδα της εφηβείας (που αποτυπώνεται με ζωτικότητα στη σκηνή του πάρτι) στις ενοχλητικές αλήθειες και την άβολη συνειδητοποίηση που επιφέρει η ενηλικίωση, με αποκορύφωμα την αποκάλυψη στο φινάλε στο οποίο συμπυκνώνεται και η ουσία της ταινίας. Η σχεδόν φεμινιστική στην προσέγγισή της ματιά της Ducournau κάνει τη διαφορά και πλησιάζει με ευαισθησία, τρυφερότητα και κατανόηση που έρχεται σε αντίθεση με την ωμή απεικονιζόμενη βία την ευάλωτη ηρωίδα της, που στην περίπτωση ενός σκηνοθέτη δίχως όραμα θα ήταν ακόμη ένας αναλώσιμος χαρακτήρας, διακοσμητικός σε μια παρέλαση αίματος και κομμένων σωματικών μελών. Το γυναικείο άγγιγμα είναι εμφανές και στις σκηνές που αναλύουν τη σχέση μεταξύ των δύο αδερφών.

Ως ντεμπούτο είναι λογικό να υπάρχουν και κάποιες ατέλειες, όπως το ότι ο ρυθμός φαίνεται να κάνει κοιλιά λίγο μετά τα μισά του φιλμ, κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε να συμβαίνει με μια τόσο μικρή χρονική διάρκεια, ενώ και το σενάριο μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως κοντοστέκεται αμήχανα και δεν γνωρίζει πώς ακριβώς να προχωρήσει την πλοκή καταφεύγοντας σε μάλλον αδιάφορες υποπλοκές (για παράδειγμα το όλο επεισόδιο με τη βιντεοσκόπηση). Ωστόσο, η γενική εικόνα που επικρατεί είναι αυτή μιας έξυπνης κι ευρηματικής ταινίας είδους, που όχι απλά σέβεται τον θεατή, αλλά απαιτεί κι από τον ίδιο μια αναλυτική σκέψη. Ένα πολύ ελπιδοφόρο ξεκίνημα για τη δημιουργό του, το «Raw» αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες ταινίες τρόμου της φουρνιάς των τελευταίων ετών.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *