Ένα ζευγάρι από την Αυστραλία παίρνει το γιοτ και ανοίγεται στον Ειρηνικό για να αποφύγει τη μνήμη ενός δυσοιχήματος που τους στέρησε τον γιο τους. Καθώς βρίσκονται στα ανοιχτά, βρίσκουν ένα πλοιάριο με μονάχα έναν επιζώντα. Αυτός φαίνεται καλοσυνάτος και τον παίρνουν στο γιοτ τους. Γρήγορα όμως οι προθέσεις του γίνονται ολοένα και πιο σκοτεινές, κι ενώ βρίσκονται στη μέση του πουθενά.

Σκηνοθεσία:

Phillip Noyce

Κύριοι Ρόλοι:

Nicole Kidman … Rae Ingram

Sam Neill … John Ingram

Billy Zane … Hughie Warriner

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Terry Hayes

Παραγωγή: Terry Hayes, George Miller, Doug Mitchell

Μουσική: Graeme Revell

Φωτογραφία: Dean Semler

Μοντάζ: Richard Francis-Bruce

Σκηνικά: Graham ‘Grace’ Walker

Κοστούμια: Norma Moriceau

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Dead Calm
  • Ελληνικός Τίτλος: Κρουαζιέρα στην Άκρη του Τρόμου

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Dead Calm του Charles Williams.

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο μουσικής, φωτογραφίας, μοντάζ και ήχου στα εθνικά βραβεία της Αυστραλίας. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο και σκηνικά.

Παραλειπόμενα

  • Το μυθιστόρημα του 1973 είχε διασκευαστεί πρώτα από τον Orson Welles, με τους Jeanne Moreau και Laurence Harvey. Το φιλμ όμως εκείνο είχε μείνει ανολοκλήρωτο. Ο παραγωγός Tony Bill προσπάθησε να αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου από τον Orson Welles, αλλά εκείνος δεν τα παραχωρούσε, θέλοντας κάποια στιγμή να ολοκληρώσει την ταινία του. Όταν πλέον αυτά πέρασαν στην Oja Kodar, τη σύντροφο του Welles, πουλήθηκαν στον Kennedy Miller.
  • Ο George Miller σκηνοθέτησε κάποια σημεία ο ίδιος, με μια δική του χαρακτηριστική σκηνή με καρχαρία να κόβεται στο μοντάζ.
  • Το φιλμ ολοκληρώθηκε με διαφορετικό φινάλε από αυτό που βλέπουμε στην οθόνη. Αυτό έγινε μετά από απαίτηση της Warner Bros, με τα νέα γυρίσματα να λαμβάνουν χώρα μήνες μετά το πέρας των κανονικών.
  • Ο Sam Neill γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγο του, Noriko Watanabe, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.
  • Η ταινία αποτέλεσε το χολιγουντιανό διαβατήριο τόσο για τον Phillip Noyce, όσο και για το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Nicole Kidman, Sam Neill.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 8/1/2022

Δεν είναι περίεργο που η ταινία αποτέλεσε το χολιγουντιανό διαβατήριο για τους πρωταγωνιστές και τον σκηνοθέτη, αλλά είναι έντονα περίεργο που αρκετοί τη συγκαταλέγουν στις σπουδαιότερες στιγμές του αυστραλιανού σινεμά.

Η ατμόσφαιρα είναι καλοστημένη. Με το ένα πόδι πατάει πάνω σε κλασικό ευρωπαϊκό θρίλερ της νουάρ εποχής (Clement, Polanski, πιο χαρακτηριστικά), κι από την άλλη έχει όλα τα εχέγγυα να ικανοποιήσει τον θεατή του εμπορικού αμερικανικού σινεμά της εποχής του (ως προς το τελευταίο, θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως πρωτοποριακό). Ο Phillip Noyce είναι όντως μερακλής, τόσο όσο αφορά τις κινήσεις της κάμερας όσο και μικρές αλλά καθοριστικές λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να γεννήσουν κλασικές σκηνές (βλέπε: λούσιμο). Πλάι σε αυτό, Kidman και Sam Neill δεν κρύβουν αυτό που αργότερα θα τους προάγει σε σταρ παγκόσμιου βεληνεκούς, αλλά κι ο Billy Zane δεν είναι αυτός που αργότερα συνηθίσαμε ως μέτρια δευτεράντζα. Ως στήσιμο, λοιπόν, όλα στον ωκεανό πάνε πρίμα…

Πώς όμως είναι δυνατόν να προσπεράσει κάποιος ένα σενάριο που θα μπορούσε να βγάλει αριστούργημα, και φτάνει επί του φινάλε ακόμα και να καταφεύγει στο μεταφυσικό για να προκαλέσει εντύπωση. Το κακό βέβαια έχει γίνει πολύ νωρίτερα, και εστιάζεται αποκλειστικά στον χαρακτήρα της ηρωίδας της Nicole Kidman. Παρότι όλο αυτό θα σώζονταν αν το φιλμ φανέρωνε μια αψυχολόγητη έλξη της Ράι προς τον επικίνδυνο νέο (του οποίου η ψυχασθένεια χτίζεται ορθά), φτάνει να μας τη σερβίρει ως μια πλέον ανεγκέφαλη γυναίκα, αφού ως θεατές δεν μπορούμε διαφορετικά να δικαιολογήσουμε τα απανωτά της τραγικά λάθη. Κι όμως, αντί τουλάχιστον να συνεχίζει να στηρίζει αυτό τον χαρακτήρα που θα δικαιολογούσε όλα έχουμε δει από την αρχή έως ενός προχωρημένου σημείου, αυτή ξαφνικά παθαίνει επιφοίτηση και λειτουργεί φυσιολογικά ως και πανέξυπνα. Κι εκεί αναλαμβάνει αντί αυτής ρόλο «μπίμπο» το σενάριο με κάνα δύο κρίσιμα «κουλά», που έρχονται ως από μηχανής θεοί απλά για να οδηγήσουν τη δράση στο φινάλε.

Ειλικρινά, το φιλμ του Noyce σε προκαταβάλει να το ακολουθήσεις, και να ζήσεις την αγωνία που υπόσχεται από αρκετά νωρίς ότι θα σου προσφέρει. Αλλά τα σεναριακά ατοπήματα είναι τόσο φανερά, που δεν καταπίνονται. Εντέλει αυτό που βλέπουμε είναι κάτι το αισθητικά καλαίσθητο, που δικαίως κέντρισε την προσοχή, αλλά αδίκως αναγάγεται σε κορυφαία στιγμή ενός κινηματογράφου που από τη δεκαετία του 1970 είχε ήδη ξεκινήσει να εξάγει κομψοτεχνήματα, και δη του θριλερικού χώρου.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.