
Σε ένα δανέζικο χωριό στις αρχές του 17ου αιώνα, μια νεαρή γυναίκα ονόματι Άννα, της οποίας η μητέρα θεωρούνταν μάγισσα, αναπτύσσει συμπάθεια για μια ηλικιωμένη γυναίκα, τη Μερέτε, η οποία κατηγορείται για μαγεία. Η παρέμβαση του μεγαλύτερου σε ηλικία αλλά ευγενικού συζύγου της Άννας, του πάστορα Άμπσαλον, έσωσε τη μητέρα της, αλλά τώρα, παρακινούμενος από την αυταρχική μητέρα του, αρνείται να βοηθήσει τη Μαρέτε. Όταν ο γιος του Άμπσαλον επιστρέφει σπίτι και έλκεται από την Άννα, είναι θέμα χρόνου η οικογενειακή της μοίρα να την προλάβει.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Thorkild Roose … αιδεσιμότατος Absalon Pedersson
Lisbeth Movin … Anne Pedersdotter
Preben Lerdorff Rye … Martin
Sigrid Neiiendam … Merete
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Carl Theodor Dreyer, Poul Knudsen, Mogens Skot-Hansen
Παραγωγή: Carl Theodor Dreyer, Tage Nielsen
Μουσική: Poul Schierbeck
Φωτογραφία: Karl Andersson
Μοντάζ: Anne Marie Petersen, Edith Schlussel
Σκηνικά: Erik Aaes
Κοστούμια: Karl Sandt Jensen, Olga Thomsen
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Vredens Dag
- Ελληνικός Τίτλος: Μέρες Οργής
- Διεθνής Τίτλος: Day of Wrath
Σεναριακή Πηγή
- Θεατρικό: Anne Pedersdotter του Hans Wiers-Jenssen.
Παραλειπόμενα
- Διασκευή του θεατρικού έργου Anne Pedersdotter του Hans Wiers-Jenssen, που έκανε πρεμιέρα το 1908 στη Νορβηγία, και ενέπνευσε την όπερα La Fiamma (1934) του Ottorino Respighi. Το θεατρικό, με τη σειρά του, βασίστηκε πάνω σε αληθινά γεγονότα που έλαβαν χώρα τον 16ο αιώνα στη Νορβηγία, κατά την περίοδο που διεξάχθηκαν πολλές δίκες μαγισσών μέχρι και τον 17ο αιώνα. Μαζί με τη Lisbeth Nypan, η Anne Pedersdotter (1530-1590) θεωρείται από τα διασημότερα άδικα θύματα αυτών των γεγονότων.
- Η ταινία σηματοδότησε την επιστροφή του Carl Theodor Dreyer στη μεγάλη οθόνη, μετά το Η Παράξενη Ιστορία του Δαυίδ Γκρέι (1932). Αυτά τα ενδιάμεσα χρόνια εργάζονταν ως δημοσιογράφος και προσπαθούσε να φέρει στο φως κάποια κινηματογραφικά σχέδια, όπως τη βιογραφία της Μαρίας Στιούαρτ ή τη Μαντάμ Μποβαρί. Το έργο του Wiers-Jenssen το είχε παρακολουθήσει το 1925 και το είχε έκτοτε κατά νου προς διασκευή. Το σενάριο που θα γράψει είναι αρκετά πιστό στο θεατρικό αλλά με μικρές αλλαγές, όπως στη σκηνή του πρώτου φιλιού της Άννας με τον Μάρτιν, που το αυθεντικό κείμενο τούς ήθελε ντροπαλούς.
- Ο δημιουργός ζήτησε από τη Lisbeth Movin να μην έχει πάνω της κανένα μακιγιάζ επί των γυρισμάτων, επιμένοντας στην αυθεντικότητα της εικόνας.
- Στο γύρισμα της σκηνής όπου ο δευτερεύων χαρακτήρας της ηθοποιού Anna Svierkier καίγεται στην πυρά, ο Dreyer την παράτησε δεμένη και ακολούθησε το συνεργείο και το υπόλοιπο καστ στο προγραμματισμένο γεύμα, παρά τις διαμαρτυρίες των Preben Lerdorff Rye και Thorkild Roose. Όταν επέστρεψαν, η Svierkier ήταν έτοιμη για την επίπονη σκηνή, αλλά και καταϊδρωμένη -κάτι που φανερώνεται κι επί του φιλμ.
- Το φιλμ γυρίστηκε κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής στη Δανία. Με την πρεμιέρα στην Κοπεγχάγη, ξέσπασε ναζιστική κριτική που παραλλήλιζε το κυνήγι μαγισσών της ταινίας με το αντίστοιχο των Εβραίων, βρίσκοντας θετική αντήχηση στο τοπικό κίνημα αντίστασης. Ο Dreyer πάντα αρνούνταν ότι ήταν ορθός αυτός ο παραλληλισμός, αλλά μετά από συμβουλή φίλων, εγκατέλειψε τη Δανία και κατέφυγε στη Σουηδία, όπου διέμεινε μέχρι να ολοκληρωθεί ο πόλεμος.
- Οι αρχικές κριτικές κατηγορούσαν το ύφος της ταινίας ως υπερβολικά αργό, ενώ ανάλογη ήταν η φτωχή κίνηση στα ταμεία. Ήδη με το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι διεθνείς κριτικές ξεκίνησαν να αναγνωρίζουν το φιλμ, όπου με τα χρόνια ανακηρύχτηκε ως αριστούργημα.
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 29/9/2025
Η ταινία «Μέρες Οργής» (1943) του Carl Theodor Dreyer αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης, ξεχωρίζοντας όχι μόνο για την αφηγηματική του δύναμη, αλλά και για τη βαθιά υπαρξιακή του διάσταση. Τοποθετημένη ανάμεσα στο «Το Πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ» (1928) και στο «Ο Λόγος» (1955), στη λεγόμενη «πνευματική τριλογία» του δημιουργού, η ταινία θέτει ζητήματα πίστης, αμφιβολίας, ενοχής, πόθου και λύτρωσης. Ο Dreyer πλάθει έναν κόσμο όπου η θρησκεία μετατρέπεται από καταφύγιο σε μηχανισμό επιτήρησης που καταπνίγει την ατομικότητα και οδηγεί αναπόδραστα στην τραγωδία. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο αναδύονται κρίσιμα ερωτήματα για την ελευθερία, την ηθική και την αλήθεια.
Η ιστορία διαδραματίζεται στον 17ο αιώνα, σε μια εποχή που οι δίκες μαγισσών εξαπλώνονται στην Ευρώπη. Η νεαρή Anne (Lisbeth Movin), δεύτερη σύζυγος του γηραιού ιερέα Absalon (Thorkild Roose), εισέρχεται σε έναν κόσμο φόβου και σιωπηρής απειλής. Στις πρώτες σκηνές, η κατηγορούμενη για μαγεία Herlofs Marte (Anna Svierkier) ικετεύει μάταια να σωθεί προτού πεθάνει στις φλόγες, αφήνοντας πίσω της κατάρα που βαραίνει τη συνείδηση του Absalon. Η λιτή αυτή σκηνή καθορίζει το ηθικό πλαίσιο της ταινίας: ο θάνατος δεν εξυψώνεται, αλλά αποκαλύπτεται ως αποτέλεσμα μιας απρόσωπης, άκαμπτης τάξης.
Η Anne, φωτεινή μορφή μέσα στο ασπρόμαυρο σύμπαν, φέρει τον σπινθήρα της ζωής και του πόθου. Ο παγωμένος γάμος της με τον Absalon την καταδικάζει σε σιωπή και μαρασμό. Η εμφάνιση του Martin (Preben Lerdorff Rye), γιου του Absalon, φέρνει μια σύντομη αναλαμπή ελευθερίας, μια στιγμή πριν από την αναπόφευκτη πτώση. Η έλξη τους ξεπερνά το προσωπικό επίπεδο, συμβολίζοντας την επιθυμία για ζωή απέναντι στην ακινησία που τους περιβάλλει.
Η κοινότητα, προσωποποιημένη στη σκληρή μητέρα του Absalon, Merete (Sigrid Neiiendam), στέκεται ως αμείλικτος επιτηρητής και τιμωρός, έτοιμη να καταπνίξει κάθε απόκλιση. Τα μάτια της Anne, που για τον Martin φλέγονται από ζωή, για τη Merete καίγονται «με τη φωτιά του Σατανά», αποκαλύπτοντας πώς η απόσταση μεταξύ του έρωτα και της καταδίκης εξαρτάται από την προοπτική και τη στάση απέναντι στη γυναικεία επιθυμία.
Η Anne είναι ίσως η πιο πολύπλοκη ηρωίδα του Dreyer: ταυτόχρονα θύμα και αυτουργός. Θύμα μιας κοινωνίας που καταδικάζει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, αλλά και ενεργός συμμετέχουσα στη μοίρα της, αφού σαγηνεύει τον Martin και εύχεται τον θάνατο του συζύγου της. Δεν είναι άγιο θύμα, αλλά μια πλήρως ανθρώπινη ύπαρξη, ικανή να αγαπήσει, να μισήσει, να αμφιβάλει. Τα μάτια της, άλλοτε παιδικά άλλοτε δαιμονικά, καθρεφτίζουν αυτή την εσωτερική πάλη. Η αμφισημία τους αποτελεί το μυστικό της ταινίας και τον λόγο που αρνείται να δώσει απλοϊκές απαντήσεις.
Η mise-en-scène του Dreyer είναι καθαρή κινηματογραφική ποίηση. Ο chiaroscuro φωτισμός διαμορφώνει τον χώρο σαν ιερό, όπου κάθε σκιά ζυγίζει σαν ενοχή. Τα πρόσωπα αποκαλύπτουν τα εσωτερικά τους τοπία, αποτυπώνοντας τις βαθύτερες συγκρούσεις. Οι αργές κινήσεις της κάμερας και τα μεγάλα πλάνα δίνουν τελετουργικό ρυθμό, βυθίζοντας τους ήρωες σε έναν αιχμαλωτισμένο χρόνο. Οι λευκοί τοίχοι και οι σταυροί δημιουργούν έναν αποστειρωμένο χώρο, όπου η ζωή φαίνεται εξόριστη, ενώ οι σπάνιες σκηνές σε εξωτερικό χώρο, λουσμένες στο φως, αφήνουν να περάσει μια πνοή ελευθερίας.
Η σχέση Anne-Martin βρίσκεται στον πυρήνα του έργου: δεν είναι απλώς μια παράνομη αγάπη, αλλά κραυγή για ζωή. Η σκηνή της σαγήνης, με την Anne να κινείται κυκλικά γύρω από τον Martin, αποδίδει οπτικά την έλξη και την αμηχανία, με την κάμερα να συμμετέχει σχεδόν στον χορό της επιθυμίας. Ο έρωτάς τους φέρει στοιχείο μαγείας, που η κοινότητα μεταφράζει σε κακό, εξοβελιστέο. Ο Dreyer δείχνει πώς η δαιμονοποίηση του πόθου τον καθιστά επικίνδυνο και άξιο τιμωρίας.
Ο Absalon, ο ιερέας, είναι μια τραγική μορφή: προσωποποιεί την καταπίεση, αλλά διαθέτει και τρυφερότητα. Αγαπά την Anne, αλλά αδυνατεί να την κατανοήσει, εγκλωβισμένος στην ενοχή και τον φόβο του θανάτου. Η πτώση του είναι αναπόφευκτη, καθώς, παρά την αγάπη του, γίνεται εμπόδιο στην ελευθερία της.
Η ταινία αποκτά μεγαλύτερο βάρος αναλογιζόμενη το ιστορικό πλαίσιο της ναζιστικής κατοχής της Δανίας: ο φόβος, οι καταγγελίες, οι προδιαγεγραμμένες καταδίκες αντικατοπτρίζουν το κλίμα εκείνης της εποχής. Έτσι, το έργο του Dreyer υπερβαίνει το χρονικό του πλαίσιο και λειτουργεί ως αλληγορία κάθε τυραννίας και κοινωνικού μηχανισμού που τιμωρεί το διαφορετικό.
Το φινάλε είναι ανατριχιαστικό: η Anne ομολογεί πως είναι μάγισσα. Η δήλωσή της δεν αποτελεί απλή παραδοχή ενοχής, αλλά υπαρξιακή πράξη -αν η επιθυμία για ζωή είναι αμαρτία, η Anne επιλέγει να είναι ένοχη. Ο θάνατός της δεν προσφέρει κλασική κάθαρση, αλλά αφήνει την αίσθηση ότι η εσωτερική της φλόγα δεν μπορεί να σβήσει από την κοινωνική καταδίκη.
Οι «Μέρες Οργής» είναι ταινία που απαιτεί πνευματική μέθεξη και στοχασμό. Δεν δίνει εύκολες απαντήσεις, αλλά δημιουργεί χώρο για να συλλογιστεί ο θεατής το τίμημα της συμμόρφωσης και την αξία της προσωπικής αλήθειας. Η ελπίδα, η αμφιβολία και η αναζήτηση υπερβαίνουν τον φόβο. Το έργο του Dreyer δεν είναι απλώς κινηματογράφος, αλλά δοκίμιο για την ελευθερία και την αδάμαστη φλόγα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 



