Σε ηλικία 11 ετών, ο Σιμόν Γκρονοφσκί πήδηξε από την αγκαλιά της μητέρας του μέσα από ένα ναζιστικό τρένο με προορισμό το Άουσβιτς. Ογδόντα χρόνια μετά, παίζει τζαζ, μιλά σε σχολεία και γίνεται φίλος με τον γιο ενός ναζί. Μια ταινία για την επιβίωση, τη μνήμη και τη συγχώρεση. Η ιστορία του είναι προειδοποίηση και δώρο.

Σκηνοθεσία:

Στέλιος Κούλογλου

Κύριοι Ρόλοι:

Simon Gronowski … ο ίδιος

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Στέλιος Κούλογλου

Παραγωγή: Στέλιος Κούλογλου, Λεωνίδας Λιάμπεης, Αντιγόνη Ρώτα

Μουσική: Παναγιώτης Καλαντζόπουλος

Φωτογραφία: Ξενοφώντας Βαρδαρός

Μοντάζ: Γωγώ Μπεμπέλου

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Αναμένεται.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Γεννημένος Δύο Φορές
  • Διεθνής Τίτλος: Born Twice

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ, μουσικής και φωτογραφίας στο φεστιβάλ Ιεράπετρας.

Παραλειπόμενα

  • Σύμφωνα με το σημείωμα του Στέλιου Κούλογλου πάνω στην ταινία: “Πήγα να γνωρίσω τον Σιμόν Γκρονόφσκι όταν έμαθα ότι στη διάρκεια του lockdown άνοιγε κάθε βράδυ το παράθυρο του και έπαιζε πιάνο για να ενθαρρύνει τους κατοίκους της γειτονιάς του, στις Βρυξέλλες. Είχα μάθει ότι ήταν επιζών του ολοκαυτώματος, αλλά δεν ήξερα όλη την ιστορία που μου διηγήθηκε: τη μάνα του που τον έσπρωξε από το τρένο που τους πήγαινε στο Άουσβιτς. Τις περιπέτειες του για να γυρίσει στην πρωτεύουσα και να κρυφτεί, μόλις 11 ετών. Το πώς μεγάλωσε ορφανός μετά τον πόλεμο. Την αγάπη του για τη τζαζ, όπου τον είχε εισάγει η λατρεμένη του αδελφή, επίσης θύμα των ναζί. Είχα βρεθεί σε ένα καταπληκτικό άνθρωπο και το στοίχημα ήταν πώς θα έδειχνα την αγάπη του για τη ζωή, το χιούμορ του αλλά και τη βαθιά του θλίψη που έχασε την οικογένεια του. Στην αρχή της ταινίας λέει ότι ορισμένες φορές θα προτιμούσε να είχε πεθάνει στο Άουσβιτς. Η τελευταία σκηνή της ταινίας με συγκινεί όσες φορές και αν την έχω δει. Αρχισα να τον κινηματογραφώ για δυο χρόνια με την κάμερα , που τον παρακολουθεί σε όλο το διάστημα της ταινίας καταγράφοντας τις αντιδράσεις του ίδιου, των φίλων, των παιδιών και των εγγονών του. Δεν χρειαζόταν κανένα σχόλιο δικό μου, ο Σιμόν τα έλεγε και τα έκανε όλα. Μιλούσε και εξακολουθεί να μιλάει δυό φορές την εβδομάδα στα σχολεία, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο του φασισμού και της ακροδεξιάς. Συχνά δίνει συναυλίες με τη τζαζ μπάντα του. Και εξακολουθεί, 95 χρονών σήμερα, να δικηγορεί. Αναλαμβάνοντας μόνο περιπτώσεις αδικημένων ανθρώπων και υποθέσεις που πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη. Αν η αγάπη για τη ζωή είναι το ένα μήνυμα της ταινίας, το άλλο είναι το θέμα είναι η μνήμη και η συγχώρεση. Ο καλύτερος φίλος του Σιμόν είναι ο αντιφασίστας καλλιτέχνης Κόνραντ Τινέλ, ο μικρός γιος ενός διαβόητου Βέλγου συνεργάτη των Γερμανών. Ο πατέρας καταδικάστηκε σε θάνατο μετά το τέλος της κατοχής, όπως και τα δύο μεγαλύτερα SS αδέλφια του, αλλά τελικώς κανείς δεν εκτελέστηκε. Ο ένας αδελφός υπεράσπιζε το καταφύγιο του Χίτλερ στο Βερολίνο. Ο άλλος ήταν ο δεσμοφύλακας του Σιμόν στο στρατόπεδο των Βρυξελλών, από όπου έφυγε το τρένο για το Άουσβιτς. Αυτός ο τελευταίος λίγο πριν πεθάνει ζητάει συγχώρεση από τον Σιμόν. Ο Κόνραντ δεν πιστεύει ότι ο μεγάλος αδελφός του έχει πραγματικά μετανιώσει. Ο Κόνραντ κουβαλάει τις ενοχές της οικογένειας, δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να ζητήσει εξηγήσεις από τον πατέρα του. Πριν παίξουν μαζί πιάνο με τέσσερα χέρια, οι δύο φίλοι θέτουν το ερώτημα: είναι καλύτερα να είσαι γιος ναζί που μεγάλωσες με την οικογένεια σου ή γιος θυμάτων που έχασε την οικογένεια από τους Ναζί;”
  • Την έρευνα ανέλαβαν οι Ζανίν Λουλούδη και Νίκος Μίχος.

Γκαλερι φωτογραφιων

8 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *