Για τον Ντέιν Τζένσεν, η επιτυχία απαιτεί να είσαι και λίγο αδίστακτος. Μετά από χρόνια που ανεβαίνει τα σκαλιά της εταιρίας του, ο μεγαλύτερος στόχος του είναι προ των πυλών. Το αφεντικό της εταιρία εύρεσης εργασίας στην οποία εργάζεται, ανακοινώνει ότι συνταξιοδοτείται. Έτσι, φτάνει η στιγμή του για να κάνει το μεγάλο άλμα. Η άνοδος του απαιτεί όλη του την προσοχή, ειδικά μια και η σημαντικότερη αντίπαλος του είναι νεότερη, αλλά εξίσου αποφασισμένη. Αλλά τότε συμβαίνει κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί. Ο 10χρονος γιος του αρρωσταίνει βαριά και ξαφνικά οι ανάγκες στην οικογένεια απαιτούν νέα σημασία.

Σκηνοθεσία:

Mark Williams

Κύριοι Ρόλοι:

Gerard Butler … Dane Jensen

Gretchen Mol … Elise Jensen

Maxwell Jenkins … Ryan Jensen

Willem Dafoe … Ed Blackridge

Alison Brie … Lynn Wilson

Anupam Kher … Δρ Savraj Singh

Alfred Molina … Lou Wheeler

Dustin Milligan … Sumner Firestone

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Bill Dubuque

Παραγωγή: Gerard Butler, Nicolas Chartier, Craig J. Flores, Patrick Newall, Alan Siegel, Mark Williams

Μουσική: Mark Isham

Φωτογραφία: Shelly Johnson

Μοντάζ: Thom Noble

Σκηνικά: Charisse Cardenas

Κοστούμια: Christopher Hargadon

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: A Family Man

Ελληνικός Τίτλος: Ο Σύμβουλος

Εναλλακτικός Τίτλος: The Headhunter’s Calling

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Δημήτρης Μπαμπούλης

Έκδοση Κειμένου: 26/7/2017

Ο Ντέιν είναι ένας «κυνηγός κεφαλών» που κυνηγάει ευκαιρίες ευρέσεως δουλειάς για πελάτες της εταιρίας στην οποία εργάζεται. Όμως, εκτός από εργαζόμενος, ο Ντέιν είναι και οικογενειάρχης, πράγμα το οποίο όμως συχνά «ξεχνάει», καθώς είναι ιδιαίτερα αφοσιωμένος στην εργασία του. Η αδιαφορία προς την οικογένεια του θα επιδεινωθεί όταν θα τεθεί υποψήφιος μαζί με μια συνάδελφο του για τη διευθυντική θέση της εταιρίας. Ωστόσο, τα πράγματα θα γίνουν δύσκολα για αυτόν όταν ο μεγαλύτερος του γιος θα διαγνωστεί με λευχαιμία και θα έπρεπε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην οικογένεια και τον γιο του, παραμελώντας την εργασία του, όμως δεν θα είναι τόσο εύκολο να διαλέξει.

Η αλήθεια είναι ότι η υπόθεση δεν τραβάει το ενδιαφέρον του υποψηφίου θεατή της όταν τη διαβάζει, παρόλα αυτά κατά την διάρκεια της προβολής της ταινίας θα υπάρξουν στιγμές που θα του τραβήξουν λίγο την προσοχή και σίγουρα στο τέλος δεν θα θεωρήσει τη θέαση της ως χάσιμο χρόνου. Αυτό που καταφέρνει να κερδίσει τον θεατή είναι το καλό στήσιμο της ταινίας, δηλαδή ο χρόνος που αφιερώνεται στους διαλόγους και στην κάθε σκηνή δείχνει μια πρόθεση για να υπάρχει ένα καλό αποτέλεσμα και δεν υπάρχουν βιαστικές και εντελώς ανούσιες σκηνές. Βασικό αρνητικό είναι η κοινότυπη κατάληξη, όπου ενώ η δόμηση της πλοκής δεν σε αφήνει αδιάφορο, τελικά καταλήγει σε κάτι αναμενόμενο. Οι στιγμές συναισθηματικής φόρτισης είναι άξιες προσοχής, όπως και κάποια μικρά μοντάζ με μια παράλληλη ιστορία από την επαγγελματική μεριά του πρωταγωνιστή που δένει κοινότυπα αλλά όχι ενοχλητικά με το υπόλοιπο στόρι.

Στο τεχνικό κομμάτι, ο Μαρκ Γουίλιαμς, περισσότερο έμπειρος στο πόστο της παραγωγής και λιγότερο σε αυτό της σκηνοθεσίας, προτιμάει να μην υπερβάλλει και δημιουργεί κυρίως πλάνα διαλόγων με σταθερή ροή που δεν αφήνουν περιθώρια για κάτι παραπάνω. Όλες οι σκηνές ξεχειλίζουν από διαλόγους, πράγμα που ίσως να λειτουργεί λίγο αρνητικά, καθώς προβάλλονται επιφανειακά οι χαρακτήρες και δεν δίνεται η ευκαιρία στον θεατή να κατανοήσει το εσωτερικό τους και ιδιαίτερα του πρωταγωνιστή που λόγω του θέματος της ταινίας είναι τουλάχιστον ανάγκη να μάθει ο θεατής τις σκέψεις του και όχι μόνο από το πώς τις εξωτερικεύει εκείνος σε κάποιες στιγμές. Όσον αφορά τις ερμηνείες, γίνεται μια επαρκής προσπάθεια από τον συνήθως μέτριο Τζέραρντ Μπάτλερ, ο οποίος αν και στις περισσότερες σκηνές παίζει τον γνωστό ρόλο του ετοιμόλογου «χωρατατζή», στις σκηνές που πρέπει βγάζει αρκετό συναίσθημα και δίνει θετική πνοή στη θέαση της ταινίας. Ο Γουίλεμ Νταφόε και ο Άλφρεντ Μολίνα παίζουν μικρότερους ρόλους και δεν δείχνουν αδιάφοροι, αλλά οι προσπάθεια τους περνάει απαρατήρητη λόγω της μικρής διάρκειας που εμφανίζονται. Ωστόσο, ο Μολίνα παίρνει την ευκαιρία σε ένα σημείο της ταινίας να ερμηνεύσει όπως ξέρει, στην οποία και είναι απολαυστικός σε μια έκφραση πολλών συναισθημάτων.

Συνεπώς, το «Family man» είναι μια ταινία που δεν θα κάνει τον θεατή να σαστίσει ούτε θα τον κουράσει, θα του ζητήσει την προσοχή σε κάποια σημεία και θα του δώσει κάποια μικρά πράματα. Σίγουρα έχει πολλά ψεγάδια, αλλά δεν είναι τόσα πολλά ώστε να θεωρηθεί η θέαση της ως χάσιμο χρόνου.

Βαθμολογία:


Κριτικός Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 29/9/2018

Δεν ξέρω αν μπορώ να το αποκαλέσω ως ένα κρίμα, αλλά ο Τζέραλντ Μπάτλερ χάνει την ευκαιρία εδώ να δείξει την οποιαδήποτε ερμηνευτική αξία, μια και η καριέρα του γενικά δεν έδινε πολλές ευκαιρίες για κάτι τέτοιο. Αλλά το «χάνει» είναι μάλλον ελαφριά λέξη, αφού ο συνήθως δυναμικός σταρ μάλλον σαν να αποδεικνύει ότι δεν το κατέχει το «θέμα». Μα και στο πλάι του, ένα σωρό άξια ονόματα εντέλει αποτελούν ένα άνευρο καστ, σε μια ταινία που θα σώζονταν μονάχα από τις ερμηνείες της. Γιατί κατά τα άλλα έχουμε μια τελείως άτυχη σκηνοθετική προσέγγιση, που φέρει προς την κακοτεχνία. Νοηματικά, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι, ό,τι ακούσετε και δείτε είναι μια παρέλαση από τετριμμένους και παλιομοδίτικους συναισθηματισμούς και καταστάσεις, που αν είχαμε τηλεταινία θα γινόντουσαν μάλλον πιο ανεχτά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

8 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.