
Κριτική | Η Ζούγκλα της Ασφάλτου (1950)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Το 1950, ο John Huston επιστρέφει με ένα φιλμ-σταθμό στην ιστορία του αμερικανικού νουάρ: τη Ζούγκλα της Ασφάλτου, διασκευή του μυθιστορήματος του William R. Burnett. Εννέα χρόνια μετά το Γεράκι της Μάλτας, ο σκηνοθέτης που διαμόρφωσε τη γλώσσα του νουάρ απογυμνώνει το είδος από το μυστήριο και τον μυθοποιημένο, στιλιζαρισμένο ντετέκτιβ, χαρτογραφώντας έναν σκληρό ρεαλισμό όπου η πόλη αναπνέει μέσα από το έγκλημα, την εξαπάτηση και τις ανθρώπινες ψευδαισθήσεις.
Ο τίτλος συνιστά ταυτόχρονα ποιητικό σχήμα και φιλοσοφική ανατομία της αστικής αποξένωσης .Η ζούγκλα δεν κρύβεται πια στην άγρια φύση, αλλά στις λεωφόρους, στα σκοτεινά σοκάκια, στα καπνισμένα μπαρ, στις λέσχες τζόγου, στα αχόρταγα βλέμματα των κατοίκων της πόλης. Ο Huston συνθέτει ένα κοινωνικό παλίμψηστο που εξερευνά τη διττή αμερικανική ψυχή: τη νοσταλγική επιστροφή στη γη και την εμμονική φυγή προς την πόλη. Παράλληλα, το έργο αποτελεί μια ψυχολογική μελέτη ετερόκλητων χαρακτήρων, με πειστικές ιστορίες, αληθινά συναισθήματα, πραγματικές φιλοδοξίες, και κυρίως, πραγματικές αποτυχίες.
Η πλοκή πυροδοτείται από την αποφυλάκιση του εγκληματικού εγκεφάλου, Doc Riedenschneider (Sam Jaffe), ο οποίος σχεδιάζει τη «μεγάλη δουλειά» της ζωής του -μια ληστεία κοσμημάτων αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Για την εκτέλεση του εγχειρήματος, στρατολογεί μια ομάδα ειδικών που αποτελείται από τον διαρρήκτη Louis, τον ικανό οδηγό Gus και τον σκληροτράχηλο Dix. Τη χρηματοδότηση αναλαμβάνει ο διεφθαρμένος, καταχρεωμένος δικηγόρος Emmerich, με απώτερο, κρυφό στόχο να τους αποσπάσει τη λεία. Αν και η ληστεία εκτελείται με ακρίβεια, η τύχη αποδεικνύεται βραχύβια. Μια αλληλουχία από σκληρές ανατροπές της μοίρας και μοιραία ερασιτεχνικά λάθη τούς ρίχνουν κάτω, έναν προς έναν, σαν πιόνια σε ένα μακάβριο παιχνίδι.
Η ταινία εμβαθύνει στην ανθρωπογεωγραφία αυτής της ζούγκλας. Ο Doc είναι πολυδιάστατος. Είναι ευφυής, φιλοσοφημένος, πρακτικός, ένας ηγέτης που εμπνέει σεβασμό. Δεν οπλοφορεί, προτιμώντας τη φυλακή από τον θάνατο. Όμως, ακόμη και αυτός ο δαιμόνιος νους έχει την αχίλλειο πτέρνα του, μια αδυναμία για τα όμορφα νεαρά κορίτσια: «Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι δουλεύουμε για το ελάττωμά μας», παραδέχεται με πικρή αυτογνωσία. Η μοίρα του σφραγίζεται από ένα λαίμαργο βλέμμα σε μια καφετέρια, όπου μια έφηβη λικνίζεται αισθησιακά. Η στωική του ερώτηση στους αστυνομικούς, «Πόση ώρα είστε εδώ;», και η πικρή του συνειδητοποίηση, «Όσο διαρκεί ένα τραγούδι», συμπυκνώνουν όλη τη ματαιότητα της ανθρώπινης φιλοδοξίας και την ειρωνεία της μοίρας.
Ο Emmerich -ερμηνευμένος με μεγαλειώδη απελπισία από τον Louis Calhern– ενσαρκώνει την παρακμή της αστικής τάξης· η απληστία του υπονομεύει το ίδιο το σχέδιο που τον θρέφει. Αισθάνεται κοινωνικά ανώτερος και πιστεύει πως η εξαπάτηση των άλλων είναι προνόμιο που του ανήκει. Ωστόσο, βαθιά μέσα του, γνωρίζει ότι ούτε τα κλεμμένα κοσμήματα ούτε η μάταιη, ρομαντική διαφυγή με τη νεαρή ερωμένη του -η Marilyn Monroe σε έναν μικρό, αλλά αξέχαστο ρόλο- θα τον λυτρώσουν από το υπαρξιακό κενό του.
Ο Dix -ένας συγκλονιστικός Sterling Heyden-, αν και φαινομενικά σκληρός κακοποιός, διαθέτει μια ηθική πυξίδα και μια νοσταλγική προσκόλληση στο παρελθόν. Είναι περήφανος για την ιρλανδική του καταγωγή και ονειρεύεται να αποκτήσει τη δική του φάρμα με άλογα, σύμβολο της αγροτικής Αμερικής που ποθεί να ζήσει. Η προσκόλλησή του σε αυτό το όνειρο και ο εθισμός του στον ιππόδρομο αποτελούν τα τρωτά του σημεία. Στο κατάμαυρο φινάλε, οδηγούμενος από τις ψευδαισθήσεις του, καταλήγει με ποιητική ορθότητα σε μια φάρμα με όμορφα άλογα. Ο κύκλος που άνοιξε στη βρόμικη αστική άσφαλτο κλείνει συμβολικά με μια ηλιόλουστη εικόνα της υπαίθρου, υπογραμμίζοντας τη συνεχή διαμάχη και την τελική ήττα του ανθρώπου από το πεπρωμένο του .
Ο τραχύς ρεαλισμός του φιλμ ενισχύεται καθοριστικά από την έντονη αντίθεση της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Harold Rosson, η οποία εκμεταλλεύεται άλλοτε το βάθος πεδίου για να αποδώσει το αστικό τοπίο και την αίσθηση της παγίδας, και άλλοτε την εστίαση στα πρόσωπα για να αναδείξει την ψυχογραφία και την απελπισία των χαρακτήρων. Το σκοτεινό score του Miklós Rózsa υπογραμμίζει περαιτέρω τη ζοφερότητα του οράματος του Huston.
Επηρεασμένος από την ιδιοσυγκρασιακή προσέγγιση του Josef von Sternberg, ο Huston σκηνοθετεί κάθε σκηνή σαν να αποτελεί την κορύφωση της ταινίας, διατηρώντας έναν σταθερό τόνο τραγικής, αναπόδραστης μοίρας σε αυτή τη μακρά και οδυνηρή πορεία προς την καταστροφή.
Σε αυτή τη διαδρομή, η Ζούγκλα της Ασφάλτου δεν φοβάται να μας δείξει ένα ευρύ φάσμα καταδικασμένων χαρακτήρων που είναι πολύπλοκοι αλλά και βαθιά ανθρώπινοι. Αν και η ζωή τους ορίζεται από το στίγμα της παρανομίας, εκείνοι επιμένουν να κυνηγούν τις προσωπικές τους χίμαιρες μέχρι το τέλος. Μέσα από τα συντρίμμια αυτών των χαμένων ονείρων -του Doc, του Dix και του Emmerich- η υποτιθέμενη λεπτή γραμμή που χωρίζει τον νόμιμο κόσμο από τον υπόκοσμο καταρρέει, αποκαλύπτοντας μια εφιαλτική οφθαλμαπάτη. Το έγκλημα απογυμνώνεται και προβάλλει ως αυτό που πραγματικά είναι: μια «αδέξια, απελπισμένη μορφή ανθρώπινης προσπάθειας».
Όταν πια πέφτουν οι τίτλοι τέλους, ο θεατής δεν βρίσκει καμία λύτρωση. Απομένει μόνος με μια βαθιά, παγωμένη υπαρξιακή μελαγχολία, συνειδητοποιώντας πως στην άσφαλτο της ζωής δεν υπάρχουν νικητές -μόνο οδοιπόροι που, αργά ή γρήγορα, υποκύπτουν στο βάρος του ίδιου τους του ελαττώματος.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



