Ένας ηλικιωμένος συγγραφέας ονόματι Μπέργκμαν καλεί τη μούσα του για να τον βοηθήσει να συγγράψει μια ιστορία απιστίας. Αυτή αφορά τη Μαριάν, σύζυγο διάσημου διευθυντή ορχήστρας και μητέρα ενός εννιάχρονου παιδιού. Κάποια μέρα η Μαριάν θα απατήσει τον σύζυγο της με τον καλύτερο του φίλο, και η μοιραία αποκάλυψη θα επιφέρει ρήξη με βασικό θύμα το μικρό τους παιδί.

Σκηνοθεσία:

Liv Ullmann

Κύριοι Ρόλοι:

Lena Endre … Marianne

Erland Josephson … Bergman

Krister Henriksson … David

Thomas Hanzon … Markus

Michelle Gylemo … Isabelle

Juni Dahr … Margareta

Philip Zanden … Martin Goldman

Marie Richardson … Anna Berg

Bjorn Granath … Gustav

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ingmar Bergman

Παραγωγή: Kaj Larsen, Johan Mardell

Φωτογραφία: Jorgen Persson

Μοντάζ: Sylvia Ingemarsson

Σκηνικά: Goran Wassberg

Κοστούμια: Inger Pehrsson

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Trolosa
  • Ελληνικός Τίτλος: Απιστία
  • Διεθνής Τίτλος: Faithless

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών.
  • Υποψήφιο για καλύτερη ταινία και γυναικεία ερμηνεία (Lena Endre) στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Βραβείο γυναικείας ερμηνείας (Lena Endre) στα Guldbagge, τα εθνικά βραβεία της Σουηδίας.

Παραλειπόμενα

  • Η Liv Ullmann σκηνοθετεί ένα σενάριο του ανθρώπου που την ανέδειξε ως ηθοποιό, του Ingmar Bergman. Αυτός με τη σειρά του το βάσισε σε προσωπικές του εμπειρίες. Σύμφωνα όμως με την Ullmann: “Μεγάλο μέρος του σεναρίου δεν συνέβη, για αυτό είμαι σίγουρη”.
  • Το 2024, το ίδιο σενάριο έγινε η βάση ομότιτλης τηλεοπτικής μίνι σειράς, που σκηνοθέτησε ο Tomas Alfredson.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 10/10/2025

Η «Απιστία» (Trolösa, 2000) της Liv Ullmann, σε σενάριο του Ingmar Bergman, αποτελεί μία από τις πιο βαθιές και στοχαστικές απόπειρες του ευρωπαϊκού art-cinema να εξερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στη μνήμη, την ενοχή και τη δημιουργία. Η ταινία δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία μοιχείας · είναι μια αργή, σχεδόν τελετουργική κάθοδος στο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης, εκεί όπου ο έρωτας, η μετάνοια και η τέχνη διαπλέκονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι αναπαράστασης. Η Ullmann και ο Bergman συνομιλούν σιωπηλά: ο ένας εξομολογείται, η άλλη τον ερμηνεύει. Από αυτή τη συνάντηση γεννιέται μια ταινία που μοιάζει να αναπνέει τον ίδιο τον παλμό της μνήμης.

Η υπόθεση φαίνεται απλή. Η Marianne (Lena Endre), ηθοποιός και σύζυγος του μαέστρου Markus (Thomas Hanzon), ξεκινά έναν δεσμό με τον σκηνοθέτη David (Krister Henriksson), στενό φίλο του άνδρα της. Όμως η αφήγηση δεν ξετυλίγεται γραμμικά. Το γεγονός ότι ένας ηλικιωμένος σκηνοθέτης (Erland Josephson), που εύγλωττα ονομάζεται Bergman και ζει απομονωμένος στο νησί Fårö, «δημιουργεί» τη Marianne και την αφήνει να αφηγηθεί την ιστορία της, μετατρέπει το φιλμ σε έναν πολυεπίπεδο στοχασμό πάνω στη διαδικασία της δημιουργίας. Η Marianne δεν είναι απλώς ένας χαρακτήρας · είναι η προσωποποίηση μιας μνήμης, ενός φαντάσματος που επιστρέφει για να ειπωθεί ξανά. Κάθε της λέξη, κάθε παύση, μοιάζει να αγγίζει τη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή από την τέχνη.

Η Ullmann χειρίζεται το σενάριο με νηφαλιότητα και εσωτερική καθαρότητα. Ο τρόπος που κινηματογραφεί τη σχέση των χαρακτήρων αποφεύγει κάθε ίχνος μελοδραματισμού. Οι ψυχροί, παλ χρωματισμοί, οι μακρές παύσεις και η σχεδόν απόλυτη απουσία μουσικής συνθέτουν ένα τοπίο πένθιμο αλλά και φωτεινό μέσα στη διαύγειά του. Το νησί του Fårö δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ψυχικό τοπίο: μια γυμνή, ανελέητη επιφάνεια όπου αποκαλύπτονται οι πληγές του ανθρώπινου πάθους. Η Ullmann, πιστή στην αισθητική του Bergman αλλά με μια πιο διακριτική, γυναικεία ματιά, δημιουργεί μια κινηματογραφική εξομολόγηση χωρίς φωνές -μια εξομολόγηση που εκφέρεται με βλέμματα και σιωπές.

Η αυτοαναφορικότητα της ταινίας λειτουργεί ως κλειδί για την κατανόησή της. Στο γραφείο του ηλικιωμένου Bergman, ανάμεσα σε τετράδια, στυλό και χειρόγραφα, γεννιέται η Marianne, όχι ως πρόσωπο αλλά ως αφήγηση. Η ίδια η πράξη της γραφής μετατρέπεται σε τελετουργία εξιλέωσης: ο δημιουργός επιχειρεί να ανασυνθέσει, να κατανοήσει, ίσως να συγχωρέσει. Η Marianne αφηγείται λεπτομερώς τον δεσμό της, αναλύοντας κάθε συναίσθημα, κάθε παρόρμηση που την οδήγησε στη σύγχυση και την ενοχή. Όμως η φωνή της δεν είναι μόνο δική της · είναι και η φωνή του Bergman, που μέσω αυτής ξαναζεί τις πληγές του. Το φιλμ, έτσι, αποκτά ψυχαναλυτική διάσταση: ο καλλιτέχνης συνομιλεί με το δημιούργημά του όπως κάποιος συνομιλεί με το παρελθόν του.

Η σχέση Marianne-David δεν περιγράφεται ως ερωτική απελευθέρωση, αλλά ως σταδιακή καταβύθιση στην ασάφεια των συναισθημάτων. Η αρχική έλξη μετατρέπεται σε ζήλια, φόβο, θυμό και τελικά απάθεια · μια «φιλία καταδίκης», όπως την ονομάζει η ίδια. Η Ullmann κινηματογραφεί αυτή τη φθορά με αυστηρότητα σχεδόν χειρουργική: κάθε βλέμμα, κάθε χειρονομία αποκαλύπτει μια μικρή μετατόπιση στην ψυχική ισορροπία. Η κάμερα γίνεται καθρέφτης των εσωτερικών κραδασμών, αποκαλύπτοντας τη φθαρτότητα της ανθρώπινης αγάπης και τη ματαιότητα της απόπειρας να διασωθεί κάτι από αυτήν.

Η παρουσία της μικρής Isabelle (Michelle Gylemo) προσδίδει στην ιστορία μια ηθική διάσταση. Το παιδί, μάρτυρας και θύμα των παθών των ενηλίκων, φέρνει στο φως τη σιωπηλή τραγωδία της αθωότητας. Το βλέμμα της, άδειο και καθαρό, λειτουργεί ως καθρέφτης ενοχής -εκεί όπου οι ήρωες αντικρίζουν την αποτυχία τους να αγαπήσουν χωρίς να καταστρέψουν. Ο Bergman είχε πάντοτε ενδιαφερθεί για τη ματιά του παιδιού ως σημείο αλήθειας · η Ullmann, ωστόσο, μεταχειρίζεται αυτό το μοτίβο όχι ως κατηγορία, αλλά ως πένθος: η απώλεια της αθωότητας είναι αναπόφευκτη, όπως και η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης αδυναμίας.

Η «Απιστία» είναι επίσης μια ταινία για την ίδια την πράξη της δημιουργίας. Ο ηλικιωμένος σκηνοθέτης δεν γράφει απλώς μια ιστορία · αναμετριέται με το ερώτημα αν η τέχνη μπορεί να εξιλεώσει τον άνθρωπο. Καθώς η Marianne ανασυνθέτει το παρελθόν, εκείνος αναζητά όχι μόνο την αλήθεια των γεγονότων αλλά και το νόημα του ίδιου του πόνου. Η τέχνη, φαίνεται να λέει η Ullmann, είναι μια μορφή επανεγγραφής της ενοχής. Δεν προσφέρει λύτρωση -μόνο τη δυνατότητα να αντικρίσεις τον εαυτό σου με καθαρό βλέμμα.

Στις τελευταίες σκηνές, όταν ο Bergman μένει μόνος και βαδίζει προς τη θάλασσα, η ταινία αποκτά μεταφυσική διάσταση. Η θάλασσα, άλλοτε σύμβολο της κάθαρσης και άλλοτε του τέλους, γίνεται ο τόπος όπου η μνήμη και η φαντασία συναντιούνται. Δεν γνωρίζουμε αν ο δημιουργός βρίσκει λύτρωση ή απλώς παραδίδεται στη σιωπή. Ίσως, όπως υπονοεί η Ullmann, η αληθινή λύτρωση να βρίσκεται όχι στη συγχώρεση, αλλά στην αποδοχή της ενοχής ως μέρος του ανθρώπινου είναι.

Η «Απιστία» εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής κινηματογραφικής παράδοσης που στοχάζεται πάνω στη συνείδηση -μια παράδοση που εκτείνεται από τον Michelangelo Antonioni και τον Alain Resnais έως τον ίδιο τον Bergman. Όπως σε όλο το έργο του σουηδού δημιουργού, έτσι κι εδώ η κάμερα δεν παρατηρεί απλώς · ανακρίνει. Ωστόσο, η Ullmann προσθέτει κάτι δικό της: μια ήπια κατανόηση, μια διάθεση συμφιλίωσης με την αδυναμία. Εκεί όπου ο Bergman έψαχνε τη Θεία κρίση, η Ullmann αναζητά την ανθρώπινη κατανόηση.

Η «Απιστία» είναι, τελικά, μια ταινία για τη μνήμη ως πράξη δημιουργίας και για τη δημιουργία ως μορφή μεταμέλειας. Η Ullmann, με λιτότητα και καθαρότητα, μετατρέπει την προσωπική εξομολόγηση σε καθολικό στοχασμό πάνω στην ευθραυστότητα της αγάπης και τη δυσκολία της συγχώρεσης. Αν ο Bergman γράφει για να επιβιώσει από τον εαυτό του, η Ullmann κινηματογραφεί για να τον συμφιλιώσει με αυτόν. Κι έτσι, μέσα στη σιωπή και τη νηφαλιότητα του Fårö, η «Απιστία» αναδεικνύεται όχι μόνο ως ιστορία μοιχείας, αλλά ως ύμνος στη δύναμη της αυτογνωσίας -μια υπενθύμιση ότι κάθε ανθρώπινη αδυναμία, όταν ειπωθεί με αλήθεια, μπορεί να γίνει τέχνη.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *