Ο κύριος Μπάντι είναι ένας μεσήλικας που επιθυμεί να αυτοκτονήσει. Προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, αναζητά κάποιον να τον βοηθήσει στις τελευταίες του στιγμές, ο οποίος θα μπορούσε να θάψει το σώμα του όταν καταφέρει να ολοκληρώσει την αποστολή του, ή να τον σώσει αν αποτύχει. Πρώτα απευθύνεται σε έναν κούρδο στρατιώτη και στη συνέχεια σε έναν αφγανό φοιτητή, που προσπαθούν να τον πείσουν να μην το κάνει. Τελικά, συναντά έναν τούρκο ταριχευτή, που απρόθυμα δέχεται την προσφορά, μόνο επειδή έχει την ανάγκη των χρημάτων, αν κι αυτός επίσης προσπαθεί να τον πείσει να μην το κάνει.

Σκηνοθεσία:

Abbas Kiarostami

Κύριοι Ρόλοι:

Homayoun Ershadi … Κος Badii

Abdolrahman Bagheri … Κος Bagheri

Safar Ali Moradi … ο στρατιώτης

Mir Hossein Noori … ο φοιτητής

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Alain Depardieu, Abbas Kiarostami

Παραγωγή: Abbas Kiarostami

Φωτογραφία: Homayun Payvar

Μοντάζ: Abbas Kiarostami

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Ta’m e Guilass
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Γεύση του Κερασιού
  • Διεθνής Τίτλος: Taste of Cherry

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσός Φοίνικας στο φεστιβάλ Καννών.

Παραλειπόμενα

  • Όπως συχνά έπραττε, ο Abbas Kiarostami γύρισε την ταινία δίχως σενάριο, στηριζόμενος σε αυτοσχεδιασμούς και σε ένα καστ δίχως εμπειρία από κάμερα (με εξαίρεση τον πρωταγωνιστή). Επίσης, επικρατεί μινιμαλισμός στην εικόνα και τα περισσότερα πλάνα είναι μακρά μονόπλανα. Στην τελική σκηνή εισβάλει στην εικόνα το συνεργείο της ταινίας, κάτι σχετικά συχνό στο ιρανικό σινεμά.
  • Πρώτη σημαντική -και δεύτερη συνολικά- ταινία για τον Homayoun Ershadi, που έμελλε να πάρει σημαντικούς ρόλους ακόμα και στο αγγλόφωνο σινεμά.
  • Ήταν μία από τις αγαπημένες ταινίες της Agnes Varda.
  • Το φιλμ μοιράστηκε τον Χρυσό Φοίνικα με το Χέλι του Shohei Imamura, και έγινε η πρώτη ιρανική ταινία που είχε ποτέ παρόμοια τιμή.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 9/8/2025

Για να συλλάβει κανείς το αληθινό βάθος της ταινίας «Η Γεύση του Κερασιού», οφείλει πρώτα να αφουγκραστεί τη σιωπή του πλαισίου μέσα στο οποίο γεννήθηκε: ένα ασφυκτικό περιβάλλον όπου η τέχνη πάλευε για την ανάσα της. Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, το ιρανικό σινεμά εισήλθε σε έναν ιδιότυπο ηθικό λαβύρινθο. Η λογοκρισία δεν ήταν απλώς πολιτική παρέμβαση, αλλά μια κοσμοθεωρία που διαπερνούσε τα πάντα: τις εικόνες, τις φωνές, τις σιωπές. Οτιδήποτε μπορούσε να αγγίξει τον πυρήνα της ανθρώπινης επιθυμίας -και ειδικά η αναπαράσταση του γυναικείου σώματος ή της εσωτερικής αγωνίας- αντιμετωπιζόταν ως απειλή. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον χώρο περιορισμού, ο Αμπάς Κιαροστάμι δεν σιώπησε.

Το έργο του Κιαροστάμι εμφανίζει εμφανείς συγγένειες με τον ιταλικό νεορεαλισμό -σκηνοθέτες όπως ο Ρομπέρτο Ροσελίνι έχουν επηρεάσει άμεσα την αισθητική και αφηγηματική του προσέγγιση. Η «Γεύση του Κερασιού» αναδεικνύει τις αβεβαιότητες, τις δυσκολίες και τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, ακολουθώντας παράλληλα έναν μινιμαλιστικό και λιτό κινηματογραφικό λόγο.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο κ. Μπατί, είναι ένας άνδρας που έχει αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή του. Η απογοήτευσή του από τον κόσμο δεν εκφράζεται με κραυγές ή δραματικούς ελιγμούς, αλλά μέσα από μια ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη φωνή -κάτι που εντείνει το αίσθημα της αποστασιοποίησης και του εσωτερικού φαύλου κύκλου του πόνου. Ο ήρωας της ταινίας δεν ζητά βοήθεια, αλλά μια τελετουργική συνδρομή στον αφανισμό του. Στο ταξίδι του συναντά πρόσωπα που γίνονται προσωπεία στάσεων απέναντι στην ίδια τη ζωή. Ο νεαρός Κούρδος, ο Ιμάμης, ο ταριχευτής -τρεις οπτικές, τρεις απαντήσεις στο ίδιο ανείπωτο ερώτημα: έχει νόημα η ύπαρξη, κι αν ναι, πού ακριβώς εδράζεται αυτό το νόημα; Η πιο αφοπλιστική φωνή είναι εκείνη του ηλικιωμένου ταριχευτή, που δεν αντιπαρατίθεται με επιχειρήματα αλλά με ανάμνηση: τη γεύση ενός κερασιού. Ένα μικρό, σχεδόν γελοίο γεγονός που αποκτά διαστάσεις υπαρξιακής αποκάλυψης. Η ζωή, υποστηρίζει, μπορεί να ανατραπεί από το ελάχιστο, από μία λεπτομέρεια. Ίσως, τελικά, να μην είναι η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία, αλλά η ικανότητα να παρατηρείς το μικρό θαύμα μέσα στο συνηθισμένο.

Η «Γεύση του Κερασιού» δεν είναι μια απλή αφήγηση για την αυτοκτονία, αλλά μια ποιητική περιδιάβαση στο εσωτερικό της ανθρώπινης μοναξιάς. Είναι ένας διαλογισμός για το δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέγει -ακόμα και να αρνείται- τη ζωή. Και συνάμα, είναι μια σιωπηλή έκκληση να δει κανείς ξανά, μέσα από τα μάτια του απλού, του εφήμερου. Ωστόσο, παρά τη βαθιά υπαρξιακή πρόθεση της ταινίας, ένα ερώτημα παραμένει αναπάντητο -και ίσως αυτό να είναι και το πιο κρίσιμο: μπορεί ο στοχασμός να αντικαταστήσει τη συγκίνηση; Η ταινία του Κιαροστάμι, με την πνευματική της αποστασιοποίηση, μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στον νου παρά στην καρδιά. Οι διάλογοι, αν και εκτενείς, δεν γεννούν πάντα αντανακλάσεις · συχνά εκφέρουν σκέψεις χωρίς να τις μοιράζονται ουσιαστικά. Το σινεμά, που είναι κατεξοχήν τέχνη της εμπλοκής, εδώ λειτουργεί ως καθρέφτης που αρνείται να επιστρέψει είδωλο. Ο θεατής καλείται να παρατηρήσει, όχι να βιώσει. Και εκεί ίσως να ελλοχεύει η μερική αποτυχία της ταινίας.

Η κορύφωση αυτής της αποστασιοποίησης έρχεται με το φινάλε. Η αφήγηση διαλύεται, η κάμερα μπαίνει στο κάδρο, η μυθοπλασία καταργείται. Είναι μια μετα-κινηματογραφική τεχνική που για άλλους αποτελεί πράξη φιλοσοφικού στοχασμού, για άλλους υπεκφυγή. Ο ήρωας δεν πεθαίνει, ούτε σώζεται. Το ερώτημα μένει ανοιχτό.

Ο τίτλος -«Η Γεύση του Κερασιού»- δεν είναι μόνο λυρικός. Είναι ειρωνικός, υπαινικτικός, σχεδόν προκλητικός. Υπενθυμίζει πως η ζωή δεν χρειάζεται ηρωισμό για να δικαιολογηθεί · αρκεί μία απρόσμενη στιγμή, μια επιστροφή σε κάτι αγαπημένο αλλά λησμονημένο. Όμως, όταν η μορφή κυριαρχεί εις βάρος του βιώματος, όταν ο αισθητισμός υπερκαλύπτει το αίσθημα, τότε το καλλιτεχνικό κινδυνεύει να εκτραπεί σε καλλιτεχνίζον. Η τέχνη δεν είναι άθροισμα νοημάτων, είναι εμπειρία. Κι όταν αυτή η εμπειρία στερείται ανθρώπινης θέρμης, χάνεται το νήμα που ενώνει δημιουργό και θεατή.

Ο Κιαροστάμι, με την οξυδέρκειά του, μας προσκαλεί να σταθούμε μπροστά στο υπαρξιακό αίνιγμα: να ζήσει κανείς ή όχι -και γιατί. Όμως η απάντηση, ή μάλλον η απόπειρα απάντησης, δεν μπορεί να έρθει από την ψυχρή εγκεφαλικότητα. Χρειάζεται εκείνη τη ρωγμή που ανοίγει η συγκίνηση. Και σε αυτήν, η «Γεύση του Κερασιού» -παρά την ποιητική της δύναμη- μοιάζει να μην τολμά να εισχωρήσει ολοκληρωτικά.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *