
Κριτική | Η Αλίκη στις Πόλεις (1974)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Ο Βιμ Βέντερς, πλάι σε κορυφαίους συμπατριώτες του όπως ο Βέρνερ Χέρτσογκ και ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, σφράγισε το κίνημα του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου. Ωστόσο, ενώ στον Φασμπίντερ ο ανθρωπισμός παίρνει πιο σκληρές μορφές και στον Χέρτσογκ γίνεται υπαρξιακά αδυσώπητος, στον Βέντερς εμφανίζεται πιο ήπιος, στοχαστικός και ζεστός. Η ματιά του συνδέεται με την απομάκρυνση από τη ρουτίνα, ενώ η κινηματογραφική του γλώσσα χαρακτηρίζεται από έναν ρεαλισμό που συνδυάζει την παρατήρηση με την ποίηση, επηρεάζοντας δημιουργούς όπως ο Τζιμ Τζάρμους.
Η ταινία Alice in den Städten (1974) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου. Αν και είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους δημιουργία του, ο ίδιος ο Βέντερς τη θεωρεί την πρώτη πραγματικά σημαντική δουλειά του, η οποία του ξαναέδωσε το πάθος για το σινεμά. Πριν από αυτήν, απογοητευμένος από προηγούμενες προσπάθειές του τις οποίες χαρακτήριζε αυτοκριτικά ως «Χίτσκοκ χωρίς Χίτσκοκ» ή «υποβαθμισμένο Ντέιβιντ Λιν», είχε σκεφτεί ακόμη και να εγκαταλείψει τον κινηματογράφο. Η ταινία γεννήθηκε από την ανάγκη του να ξεπεράσει την αποτυχία της διασκευής του The Scarlet Letter και να βρει τη δική του φωνή. Σηματοδοτώντας μια καθοριστική καμπή, άνοιξε τον δρόμο για μετέπειτα αριστουργήματα όπως το Paris, Texas και το Wings of Desire, ενώ αποτέλεσε την απαρχή της εμβληματικής «τριλογίας των road movies», την οποία συμπληρώνουν τα The Wrong Move και Kings of the Road.
Η ιστορία ακολουθεί τον Φίλιπ Γουίντερ, έναν εξαντλημένο γερμανό δημοσιογράφο που επιστρέφει από ένα μακρύ ταξίδι στις ΗΠΑ, απογοητευμένος και συναισθηματικά αποξενωμένος. Στο αεροδρόμιο συναντά τυχαία τη μικρή Αλίκη, ένα εννιάχρονο κορίτσι με αινιγματική ηρεμία και έντονη προσωπικότητα. Όταν η μητέρα της Αλίκης εξαφανίζεται προσωρινά αφήνοντάς του την ευθύνη, οι δύο ήρωες ξεκινούν μια απροσδόκητη περιπλάνηση στην Ολλανδία και τη Δυτική Γερμανία, αναζητώντας τη γιαγιά της μικρής.
Η αφήγηση αποφεύγει τη δραματική ένταση μιας κλασικής, σφιχτοδεμένης πλοκής. Ο Βέντερς προτιμά την απλότητα της καθημερινότητας, δομώντας το έργο μέσα από μικρές, φαινομενικά ασήμαντες σκηνές: γεύματα, διαμονές σε μοτέλ, μετακινήσεις με τρένα και αυτοκίνητα. Αυτή η αποσπασματική δομή δημιουργεί την αίσθηση ενός αυτοσχέδιου ταξιδιού, όπου η ουσία μετατοπίζεται από το «τι θα συμβεί» στο «πώς συμβαίνει». Η μετακίνηση στον χώρο λειτουργεί ως μεταφορά μιας βαθιάς εσωτερικής αναζήτησης.
Στο επίκεντρο του φιλμ βρίσκεται ο στοχασμός πάνω στην κρίση της αναπαράστασης στη σύγχρονη εποχή. Ο Φίλιπ επιστρέφει από την Αμερική έχοντας ως μοναδικό απολογισμό μερικές «άδειες εικόνες» από τη φωτογραφική του μηχανή Polaroid. Οι λέξεις του αποδεικνύονται ανεπαρκείς και ο ίδιος αδυνατεί να βρει συνοχή στο περιβάλλον του. Οι ανοιχτοί ορίζοντες έχουν κατακερματιστεί από επιβλητικές εμπορικές πινακίδες, ενώ οι εικόνες έχουν χάσει την αθωότητά τους, γίνονται απαιτητικές και «όλες κάτι ζητούν από σένα».
Η ταινία ασκεί κριτική στα μέσα ενημέρωσης και την αμερικανική πραγματικότητα. Η αμερικανική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, γεμάτα διαφημίσεις, παρουσιάζονται ως επιφανειακά και αποξενωτικά μέσα. Η ίδια η Αμερική εμφανίζεται μέσα από το βλέμμα του Ευρωπαίου ταξιδιώτη ως ένας χώρος τεράστιος αλλά συναισθηματικά άδειος. Παράλληλα, ο θάνατος του σκηνοθέτη Τζον Φορντ που ανακοινώνεται κατά τη διάρκεια του φιλμ λειτουργεί ως μια ειρωνική και μελαγχολική υπενθύμιση για το τέλος του κλασικού κινηματογράφου και της κινηματογραφικής αθωότητας.
Η σχέση του Φίλιπ και της Αλίκης αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα της ταινίας. Αρχικά οι δύο χαρακτήρες συγκρούονται: ο Φίλιπ είναι εσωστρεφής και αποστασιοποιημένος, ενώ η Αλίκη αυθόρμητη και πεισματάρα. Ωστόσο, η παιδική αθωότητα και η παρουσία της λειτουργούν ως αντίβαρο στην υπαρξιακή κόπωση του ενήλικα.
Εκεί όπου η μία γενιά βιώνει την απώλεια νοήματος, η επόμενη φέρνει μια σιωπηλή αλλά επίμονη ελπίδα. Μέσα από την ευθύνη που αναλαμβάνει, ο Φίλιπ ανακαλύπτει έναν νέο σκοπό και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο. Η ταινία εξερευνά τη δυνατότητα επικοινωνίας πέρα από τη γλώσσα, όπου η ίδια η σιωπή γίνεται τρόπος κατανόησης. Όπως συνοψίζει και η φράση-κλειδί: «Να μιλάς στον εαυτό σου… περισσότερο σαν να ακούς παρά να μιλάς».
Οπτικά, η ταινία χαρακτηρίζεται από την ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ρόμπι Μίλερ. Η χρήση φιλμ 16mm προσδίδει μια αίσθηση ωμής αμεσότητας, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με την ποίηση. Η σκηνοθεσία δίνει έμφαση στην παρατήρηση και όχι στη δράση, με στατικά πλάνα και ήρεμο ρυθμό που επιτρέπουν στον θεατή να βιώσει τα τοπία και τις σιωπές.
Η ταινία είναι γεμάτη με καλλιτεχνικές αναφορές. Συνομιλεί με το έργο του αυστριακού συγγραφέα Πέτερ Χάντκε (Der kurze Brief zum langen Abschied), αποτίει φόρο τιμής στον Γιασουζίρο Όζου και τον Τζον Φορντ, ενώ αντλεί επιρροές από το Il Grido του Αντονιόνι. Η Νέα Υόρκη παρουσιάζεται ως ένα μωσαϊκό οπτικών θραυσμάτων, με κάδρα που παραπέμπουν στη φωτογραφία του Χάρι Κάλαχαν. Καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης η μουσική των Can, η οποία, μαζί με την παρουσία του ροκ και την εμφάνιση του Τσακ Μπέρι, ενισχύει την υπνωτική ατμόσφαιρα περιπλάνησης και γεφυρώνει την Αμερική με τη Γερμανία.
Το Alice in den Städten λειτουργεί τελικά ως μανιφέστο του Βέντερς για την ανανέωση του κινηματογράφου μέσα από την προσωπική εμπειρία και το ταξίδι. Η κορύφωση του έργου, με την ανυψωτική εικόνα του τρένου στο τέλος -μια έμμεση αναφορά στο Pather Panchali του Σατιαζίτ Ράι- προσφέρει μια αίσθηση ήπιας ανάτασης.
Είναι μια ιστορία απώλειας και ανακάλυψης, όπου η σημασία δεν βρίσκεται στον προορισμό, αλλά στη διαδρομή. Το ταξίδι δεν προσφέρει εύκολες, τελικές απαντήσεις, αλλά μια ανανεωμένη δυνατότητα να συνυπάρχουμε με τον κόσμο και να τον βλέπουμε από την αρχή: όχι ως ένα σύνολο «άδειων εικόνων», αλλά ως ένα ζωντανό πεδίο σχέσεων, μνήμης και προσδοκίας.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



