
Η Αλίκη στις Πόλεις
- Alice in den Städten
- Alice in the Cities
- 1974
- Γερμανία
- Γερμανικά, Αγγλικά, Ολλανδικά
- Δραματική, Σινεφίλ, Ταινία Δρόμου
Ο Φίλιπ Βίντερ είναι ένας γερμανός δημοσιογράφος που ταξιδεύει στην Αμερική για να γράψει ένα άρθρο για τη χώρα, αλλά δεν τα καταφέρνει, φαίνεται πως η έμπνευσή του τον έχει εγκαταλείψει. Αποφασίζει να γυρίσει πίσω στη Γερμανία, κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο γνωρίζει μια Γερμανίδα με την 9χρονη κόρη της. Η μητέρα έχει μια σύντομη δουλειά και ζητάει από τον Φίλιπ να προσέξει για λίγα λεπτά τη μικρή Άλις μέχρι να γυρίσει πίσω. Ο Φίλιπ μένει μόνος με τη μικρή για πολύ περισσότερο, καθώς η μητέρα δεν επέστρεψε ποτέ, και μια αθώα φιλία αναπτύσσεται μεταξύ τους, καθώς ταξιδεύουν στις ευρωπαϊκές πόλεις ψάχνοντας για τη γιαγιά της μικρής.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Rudiger Vogler … Philip Winter
Yella Rottlander … Alice van Damm
Lisa Kreuzer … Lisa van Damm
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Wim Wenders
Παραγωγή: Joachim von Mengershausen, Wim Wenders
Μουσική: Can
Φωτογραφία: Robby Muller
Μοντάζ: Peter Przygodda
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Alice in den Stadten
- Ελληνικός Τίτλος: Η Αλίκη στις Πόλεις
- Διεθνής Τίτλος: Alice in the Cities
Άμεσοι Σύνδεσμοι
- Λάθος Κίνηση (1975)
- Στο Πέρασμα του Χρόνου (1976)
Παραλειπόμενα
- Πρώτο μέρος της Road Movie τριλογίας του Wenders.
- Σύμφωνα με τον Wenders, αυτή η τέταρτη του ταινία ήρθε σε πολύ κρίσιμο στάδιο της καριέρας του, που αναρωτιόταν αν έπρεπε να συνεχίσει να ασκεί την τέχνη του κινηματογράφου. Οι δύο πρώτες ταινίες του ήταν άμεσες αναφορές στους John Cassavetes και Alfred Hitchcock, ενώ η τρίτη μια διασκευή του Άλικου Γράμματος. Για πρώτη φορά εδώ ένιωσε ότι έκανε αυτό που μπορούσε μόνο ο ίδιος.
- Το σενάριο με τη μικρή ηρωίδα προήλθε από τις εμπειρίες του σταθερού συνεργάτη του, Peter Handke, που ήταν εργένης γονιός. Έντονη ήταν και η συγκεκριμένη επιρροή του βιβλίου του Handke, Short Letter Long Farewell, όπου ένας γερμανόφωνος ταξιδεύει ανά τις ΗΠΑ.
- Την εποχή που προετοιμάζονταν να περάσει στην παραγωγή, έτυχε να παρακολουθήσει το Χάρτινο Φεγγάρι του Peter Bogdanovich. Σοκαρισμένος είδε πολλά στοιχεία από αυτά που είχε κατά νου για την ταινία, και στιγμιαία ματαίωσε τη δημιουργία του. Ήταν ο Samuel Fuller που τον μετέπεισε, ενώ έκανε έπειτα και κάποιες σεναριακές αλλαγές για να γίνει πιο έντονη η διαφορά μεταξύ των δύο ταινιών.
- Γυρίστηκε με κάμερα 16 mm και κάδρο 1.66:1 wide-screen. Λόγω όμως των τηλεοπτικών αναγκών, το φιλμ μετατράπηκε σε 4:3 full-frame, και έπρεπε να περιμένει την αποκατάσταση του 2014 για να έρθει στην αρχική του μορφή.
- Οι σκηνές γυρίστηκαν με χρονολογική σειρά, αλλά όπως αποκάλυψε ο δημιουργός τελειώνοντας, το σενάριο γενικά αγνοήθηκε από όλους.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Ως έμπνευση της στιγμής, ο Wenders συμπεριέλαβε τον Chuck Berry που εμφανίζεται στη Φρανκφούρτη να ερμηνεύει το Memphis, Tennessee. Παρόλα αυτά, η πλευρά του διάσημου τραγουδιστή απαίτησε χρήματα για τη συμπερίληψη του υλικού στο φιλμ, και τα οποία ο γερμανός δημιουργός δεν διέθετε. Τότε, προσέγγισε τον ντοκιμαντερίστα D.A. Pennebaker, κι εκείνος του έδωσε υλικό με τον Berry από συναυλία. Αυτό κόστισε πολύ λιγότερο στον Wenders, και το προτίμησε.
- Σύμφωνα με τον Irmin Schmidt των Can, το γερμανικό γκρουπ έπρεπε να βγάλει ολόκληρη τη σύνθεση της ταινίας δίχως να την έχει δει. Έπειτα από διάλογο με τον δημιουργό περί της προσέγγισης που επιθυμούσε, το γκρουπ ηχογράφησε ολόκληρο το σκορ σε μία ημέρα.
Κριτικός: Σταύρος Γανωτής
Έκδοση Κειμένου: 8/7/2008
Ο γερμανικός κινηματογράφος πέρασε, μέχρι σήμερα, δύο χρυσές δεκαετίες. Η πρώτη ήταν τα 1920 και η δεύτερη τα 1970. Στα δεύτερα πετυχαίνεται, καθυστερημένα, το καλλιτεχνικό γερμανικό θαύμα, και ένα νέο κύμα σκηνοθετών έρχεται να εδραιώσει έναν φιλοσοφικό τρόπο σκέψης που είχε χαθεί για πολλές δεκαετίες. Πάνω σε αυτή τη λογική, δεν είναι τυχαία η ιστορία της άτσαλης φιλίας ανάμεσα στο παλιό και το νέο…
Ένας δημοσιογράφος από τη Γερμανία βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και γυρίζοντας φορτώνεται ένα μικρό κοριτσάκι. Μαζί αναζητούν μια συγγενική στέγη για το μικρό παιδί, κάτι που αποδεικνύεται δύσκολο. Αυτή η απλή ιστορία δίνεται από τον Wim Wenders μέσω ελάχιστων σημαντικών διαλόγων, και επικεντρωμένη στη σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους. Τρυφερός και στοργικός, αλλά ποτέ επιτηδευμένα υπερ-συναισθηματικός.
Την τέχνη του θα την αναπτύξει πάνω στην έννοια του Road-Movie, δηλαδή της ταινίας δρόμου. Γοητευμένος από το αμερικανικό αχανές τοπίο και τους φαρδείς δρόμους, αναζητεί εικόνες που θα τον διεγείρουν. Βρίσκει το νόημα στην έννοια μιας Ιθάκης, που παραμένει ιδεατή και καλύτερα είναι να μη βρεθεί ποτέ, για να απολαύσει περισσότερο ταξίδι. Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, τεχνάζεται τρόπους να «χαθεί», λάθη που θα τον πάνε από λάθος δρόμο, ανθρώπους ανίκανους να του σταματήσουν την πορεία. Ο σκηνοθέτης έχει αναπτύξει μια ρομαντική σχέση με το ανόμοιο ζευγάρι, και δεν δείχνει θέληση να μοιραστεί και με άλλους αυτή την παρέα.
Η Ταινία Δρόμου είναι κάτι που θα σημαδέψει ολόκληρη την καριέρα του Wim Wenders. Η Αλίκη θα γίνει το άτυπο πρώτο μέρος μιας τριλογίας δρόμου, που θα συνεχιστεί με τα Λάθος Κίνηση (1975) και Το Πέρασμα του Χρόνου (1976). Το 1984, δε, θα κάνει την καλύτερη του ταινία, ενώνοντας το αμερικανικό τοπίο και τον δρόμο, στο Παρίσι, Τέξας.
Εν κατακλείδι, έχουμε αυθεντική ταινία δρόμου, που από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνεις ότι δεν έχει νόημα η κατάληξη, αλλά αυτό το τώρα που ήδη ζεις. Ένα απλό σενάριο γίνεται εφαλτήριο και δικαιολογία για περιπλάνηση και συναισθηματισμό. Υπέροχη η παρουσία τόσο του ανέμελου Rudiger Vogler, όσο και της ευαίσθητης Yella Rottlander, κι ακόμα καλύτερη η χημεία ανάμεσα τους. Πάντα ανθρώπινο, αλλά ποτέ επιτηδευμένο στις προθέσεις του, με προσεχτική επεξεργασία της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Τρομερή ασπρόμαυρη φωτογραφία από τον Robby Muller, που καθόλου τυχαία (κι από πλευράς επιρροών) έγινε ο αγαπημένος φωτογράφος του Jim Jarmusch.
Βαθμολογία:
![]()
![]()
Κριτικός: Σοφία Γουργουλιάνη
Έκδοση Κειμένου: 15/6/2010
O Wenders, το 1974, αποφασίζει να ασχοληθεί με ένα θέμα που παρότι στις μέρες μας έχει καταντήσει σχεδόν κλισέ, ήταν για την εποχή εκείνη κάτι το διαφορετικό. Και παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, καταφέρνει να το προσεγγίσει με έναν τρόπο που ακόμη διατηρεί μια μαγεία και μια μοναδική πρωτοτυπία. Δεν μας δίνει εδώ μια ταινία δυνατή που θα συγκινήσει το εκάστοτε κοινό της, μας χαρίζει όμως ένα ιδιαίτερο ταξίδι. Και όχι δεν η Νέα Υόρκη, το Άμστερνταμ και η Γερμανία, είναι η φωτογραφία του Robby Muller και η σκηνοθεσία του Wenders. Καταφέρνει με έναν κόσμο τόσο λιτό να «πατήσει κάτω» εκατοντάδες παραγωγές, που κάπου ανάμεσα στα πανάκριβα κοστούμια και τους καλοπληρωμένους σταρ ξεχνούν να επενδύσουν στη δύναμη της εικόνας.
Αυτό που κάνει την ταινία ακόμη πιο ξεχωριστή είναι το σενάριο της, γιατί έχει ταυτόχρονα ένα μεγάλο πλεονέκτημα κι ένα μειονέκτημα. Ας αρχίσω από το κακό νέο: το σενάριο είναι το στοιχείο που κάνει την ταινία αρκετά δυσπρόσιτη και της προσδίδει έναν ελιτισμό. Όταν οι πρωταγωνιστές δεν μιλάνε παρά ελάχιστα, ακόμη και μια μεγάλη μερίδα του σινεφιλικού κοινού δεν θα γλιτώσει τα χασμουρητά. Οι αργοί αυτοί ρυθμοί είναι ακριβώς το στοιχείο που κάνει την ταινία να χάνει ένα μεγάλο μέρος της δύναμης που θα μπορούσε να έχει. Το καλό νέο, τώρα, είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα σενάριο-αυθεντικό έργο τέχνης. Αν οι διάλογοι σάς φανεί ότι δεν προωθούν υπόθεση και ότι είναι τελείως «άσχετοι» με τα όσα συμβαίνουν, να είστε σίγουροι ότι έχετε πέσει θύματα της καλοστημένης παγίδας του Wenders. Λίγη σκέψη θέλει και η παγίδα θα είναι πια παρελθόν, και το νόημα της ταινίας θα είναι όλο δικό σας να το κάνετε ό,τι θέλετε και να το ερμηνεύσετε όπως θέλετε…
Σίγουρα δεν είναι μια ταινία που απευθύνεται σε όλους, αν όμως μπορείτε να αντέξετε τους αργούς της ρυθμούς, να είστε βέβαιοι πως θα σας ανταμείψει…
Βαθμολογία:
![]()
![]()
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 14/7/2026
Ο Βιμ Βέντερς, πλάι σε κορυφαίους συμπατριώτες του όπως ο Βέρνερ Χέρτσογκ και ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, σφράγισε το κίνημα του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου. Ωστόσο, ενώ στον Φασμπίντερ ο ανθρωπισμός παίρνει πιο σκληρές μορφές και στον Χέρτσογκ γίνεται υπαρξιακά αδυσώπητος, στον Βέντερς εμφανίζεται πιο ήπιος, στοχαστικός και ζεστός. Η ματιά του συνδέεται με την απομάκρυνση από τη ρουτίνα, ενώ η κινηματογραφική του γλώσσα χαρακτηρίζεται από έναν ρεαλισμό που συνδυάζει την παρατήρηση με την ποίηση, επηρεάζοντας δημιουργούς όπως ο Τζιμ Τζάρμους.
Η ταινία Alice in den Städten (1974) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου. Αν και είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους δημιουργία του, ο ίδιος ο Βέντερς τη θεωρεί την πρώτη πραγματικά σημαντική δουλειά του, η οποία του ξαναέδωσε το πάθος για το σινεμά. Πριν από αυτήν, απογοητευμένος από προηγούμενες προσπάθειές του τις οποίες χαρακτήριζε αυτοκριτικά ως «Χίτσκοκ χωρίς Χίτσκοκ» ή «υποβαθμισμένο Ντέιβιντ Λιν», είχε σκεφτεί ακόμη και να εγκαταλείψει τον κινηματογράφο. Η ταινία γεννήθηκε από την ανάγκη του να ξεπεράσει την αποτυχία της διασκευής του The Scarlet Letter και να βρει τη δική του φωνή. Σηματοδοτώντας μια καθοριστική καμπή, άνοιξε τον δρόμο για μετέπειτα αριστουργήματα όπως το Paris, Texas και το Wings of Desire, ενώ αποτέλεσε την απαρχή της εμβληματικής «τριλογίας των road movies», την οποία συμπληρώνουν τα The Wrong Move και Kings of the Road.
Η ιστορία ακολουθεί τον Φίλιπ Γουίντερ, έναν εξαντλημένο γερμανό δημοσιογράφο που επιστρέφει από ένα μακρύ ταξίδι στις ΗΠΑ, απογοητευμένος και συναισθηματικά αποξενωμένος. Στο αεροδρόμιο συναντά τυχαία τη μικρή Αλίκη, ένα εννιάχρονο κορίτσι με αινιγματική ηρεμία και έντονη προσωπικότητα. Όταν η μητέρα της Αλίκης εξαφανίζεται προσωρινά αφήνοντάς του την ευθύνη, οι δύο ήρωες ξεκινούν μια απροσδόκητη περιπλάνηση στην Ολλανδία και τη Δυτική Γερμανία, αναζητώντας τη γιαγιά της μικρής.
Η αφήγηση αποφεύγει τη δραματική ένταση μιας κλασικής, σφιχτοδεμένης πλοκής. Ο Βέντερς προτιμά την απλότητα της καθημερινότητας, δομώντας το έργο μέσα από μικρές, φαινομενικά ασήμαντες σκηνές: γεύματα, διαμονές σε μοτέλ, μετακινήσεις με τρένα και αυτοκίνητα. Αυτή η αποσπασματική δομή δημιουργεί την αίσθηση ενός αυτοσχέδιου ταξιδιού, όπου η ουσία μετατοπίζεται από το «τι θα συμβεί» στο «πώς συμβαίνει». Η μετακίνηση στον χώρο λειτουργεί ως μεταφορά μιας βαθιάς εσωτερικής αναζήτησης.
Στο επίκεντρο του φιλμ βρίσκεται ο στοχασμός πάνω στην κρίση της αναπαράστασης στη σύγχρονη εποχή. Ο Φίλιπ επιστρέφει από την Αμερική έχοντας ως μοναδικό απολογισμό μερικές «άδειες εικόνες» από τη φωτογραφική του μηχανή Polaroid. Οι λέξεις του αποδεικνύονται ανεπαρκείς και ο ίδιος αδυνατεί να βρει συνοχή στο περιβάλλον του. Οι ανοιχτοί ορίζοντες έχουν κατακερματιστεί από επιβλητικές εμπορικές πινακίδες, ενώ οι εικόνες έχουν χάσει την αθωότητά τους, γίνονται απαιτητικές και «όλες κάτι ζητούν από σένα».
Η ταινία ασκεί κριτική στα μέσα ενημέρωσης και την αμερικανική πραγματικότητα. Η αμερικανική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, γεμάτα διαφημίσεις, παρουσιάζονται ως επιφανειακά και αποξενωτικά μέσα. Η ίδια η Αμερική εμφανίζεται μέσα από το βλέμμα του Ευρωπαίου ταξιδιώτη ως ένας χώρος τεράστιος αλλά συναισθηματικά άδειος. Παράλληλα, ο θάνατος του σκηνοθέτη Τζον Φορντ που ανακοινώνεται κατά τη διάρκεια του φιλμ λειτουργεί ως μια ειρωνική και μελαγχολική υπενθύμιση για το τέλος του κλασικού κινηματογράφου και της κινηματογραφικής αθωότητας.
Η σχέση του Φίλιπ και της Αλίκης αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα της ταινίας. Αρχικά οι δύο χαρακτήρες συγκρούονται: ο Φίλιπ είναι εσωστρεφής και αποστασιοποιημένος, ενώ η Αλίκη αυθόρμητη και πεισματάρα. Ωστόσο, η παιδική αθωότητα και η παρουσία της λειτουργούν ως αντίβαρο στην υπαρξιακή κόπωση του ενήλικα.
Εκεί όπου η μία γενιά βιώνει την απώλεια νοήματος, η επόμενη φέρνει μια σιωπηλή αλλά επίμονη ελπίδα. Μέσα από την ευθύνη που αναλαμβάνει, ο Φίλιπ ανακαλύπτει έναν νέο σκοπό και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο. Η ταινία εξερευνά τη δυνατότητα επικοινωνίας πέρα από τη γλώσσα, όπου η ίδια η σιωπή γίνεται τρόπος κατανόησης. Όπως συνοψίζει και η φράση-κλειδί: «Να μιλάς στον εαυτό σου… περισσότερο σαν να ακούς παρά να μιλάς».
Οπτικά, η ταινία χαρακτηρίζεται από την ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ρόμπι Μίλερ. Η χρήση φιλμ 16mm προσδίδει μια αίσθηση ωμής αμεσότητας, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με την ποίηση. Η σκηνοθεσία δίνει έμφαση στην παρατήρηση και όχι στη δράση, με στατικά πλάνα και ήρεμο ρυθμό που επιτρέπουν στον θεατή να βιώσει τα τοπία και τις σιωπές.
Η ταινία είναι γεμάτη με καλλιτεχνικές αναφορές. Συνομιλεί με το έργο του αυστριακού συγγραφέα Πέτερ Χάντκε (Der kurze Brief zum langen Abschied), αποτίει φόρο τιμής στον Γιασουζίρο Όζου και τον Τζον Φορντ, ενώ αντλεί επιρροές από το Il Grido του Αντονιόνι. Η Νέα Υόρκη παρουσιάζεται ως ένα μωσαϊκό οπτικών θραυσμάτων, με κάδρα που παραπέμπουν στη φωτογραφία του Χάρι Κάλαχαν. Καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης η μουσική των Can, η οποία, μαζί με την παρουσία του ροκ και την εμφάνιση του Τσακ Μπέρι, ενισχύει την υπνωτική ατμόσφαιρα περιπλάνησης και γεφυρώνει την Αμερική με τη Γερμανία.
Το Alice in den Städten λειτουργεί τελικά ως μανιφέστο του Βέντερς για την ανανέωση του κινηματογράφου μέσα από την προσωπική εμπειρία και το ταξίδι. Η κορύφωση του έργου, με την ανυψωτική εικόνα του τρένου στο τέλος -μια έμμεση αναφορά στο Pather Panchali του Σατιαζίτ Ράι- προσφέρει μια αίσθηση ήπιας ανάτασης.
Είναι μια ιστορία απώλειας και ανακάλυψης, όπου η σημασία δεν βρίσκεται στον προορισμό, αλλά στη διαδρομή. Το ταξίδι δεν προσφέρει εύκολες, τελικές απαντήσεις, αλλά μια ανανεωμένη δυνατότητα να συνυπάρχουμε με τον κόσμο και να τον βλέπουμε από την αρχή: όχι ως ένα σύνολο «άδειων εικόνων», αλλά ως ένα ζωντανό πεδίο σχέσεων, μνήμης και προσδοκίας.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



Κριτικός: 



