
Κριτική | Νυρεμβέργη (2025)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Η ρήση του άγγλου φιλοσόφου R.G. Collingwood -«Η ιστορία υπάρχει για την αυτογνωσία του ανθρώπου… η μόνη ένδειξη για το τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι ό,τι έχει ήδη κάνει»- βρίσκει στο “Nuremberg” (2025) του James Vanderbilt μια σύγχρονη, ψυχολογικά φορτισμένη κινηματογραφική ενσάρκωση. Η ταινία, βασισμένη στο βιβλίο «The Nazi and the Psychiatrist» (2013) του Jack El-Hai, δεν είναι μία ακόμη αναπαράσταση των περίφημων Δικών της Νυρεμβέργης, αλλά μια βαθιά εσωτερική έρευνα πάνω στη φύση του κακού, εστιάζοντας στη διανοητική και ψυχολογική αναμέτρηση μεταξύ του αμερικανού στρατιωτικού ψυχιάτρου Douglas Kelley (Rami Malek) και του κρατούμενου Hermann Göring (Russell Crowe), πρώην αρχηγού της Luftwaffe και δεύτερου τη τάξει στο Τρίτο Ράιχ.
Ο Collingwood υποστηρίζει πως η Ιστορία δεν είναι απλώς καταγραφή γεγονότων, αλλά ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο ο άνθρωπος αντικρίζει τον εαυτό του, ανασυνθέτοντας τις σκέψεις των ανθρώπων του παρελθόντος στον δικό του νου. Το “Nuremberg” υιοθετεί πλήρως αυτή τη θέση. Ο Vanderbilt δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για το δικανικό αποτέλεσμα, το οποίο είναι ιστορικά γνωστό, αλλά για την ψυχολογική διαδικασία της κατανόησης του ακατανόητου. Ο Kelley καλείται να αποφανθεί για την ψυχική ικανότητα των 22 κορυφαίων ναζί να δικαστούν, αλλά στην πραγματικότητα παλεύει να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: τι είναι αυτό που καθιστά τον άνθρωπο ικανό να διαπράξει το απόλυτο κακό;
Σε αντίθεση με το ανθρωπιστικό ύφος παλαιότερων έργων, όπως το «Judgment at Nuremberg» (1961) του Stanley Kramer, το οποίο εστίαζε στη συλλογική ευθύνη και την ηθική του Δικαίου, η ταινία του Vanderbilt στρέφεται στο άτομο. Η σχέση Kelley-Göring αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο η Ιστορία μετατρέπεται από δημόσιο γεγονός σε ψυχικό πείραμα. Ο Göring, τον οποίο ο Crowe αποδίδει με μαγνητική, χειριστική ευφυΐα, προσωποποιεί τη συνειδητή αλαζονεία της εξουσίας. Ο Kelley, εκφραστής της πίστης στην ιατρική εξήγηση, προσπαθεί να «διαγνώσει» το κακό, αλλά έρχεται αντιμέτωπος με μια νοσηρή ευφυΐα που αρνείται κάθε ηθική ενοχή, εξορθολογίζοντας τα εγκλήματα με κυνική ευγλωττία.
Η ένταση της ταινίας πηγάζει από αυτή τη διανοητική μονομαχία, όπου ο εγκληματίας προσπαθεί να διεισδύσει στην ψυχή του γιατρού όσο εκείνος προσπαθεί να διεισδύσει στο μυαλό του. Ο Rami Malek αποδίδει τον Kelley με μια εσωτερικότητα που σταδιακά μετατρέπεται σε παραλογισμό, δείχνοντας πώς η εμμονή με την κατανόηση του τέρατος οδηγεί στην προσωπική διάβρωση. Σύμφωνα με τη θέση του Collingwood, ο Kelley, ανασυνθέτοντας τις σκέψεις του Göring μέσα του, αναγκάζεται να «αναβιώσει» το παρελθόν. Αυτή η ψυχολογική ταύτιση -ή έστω, η εγγύτητα με την άβυσσο- οδηγεί τον ψυχίατρο να αμφισβητήσει τη δική του ηθική ανωτερότητα.
Εδώ, η ταινία συνομιλεί έμμεσα με τη θεωρία της Hannah Arendt περί «κοινοτοπίας του κακού». Ενώ ο «ειδικός του εβραϊκού προβλήματος» ναζιστής Eichmann της Arendt ήταν ο μέτριος γραφειοκράτης, ο Göring του Crowe είναι ο χαρισματικός, συνειδητός αντίποδάς του. Η επιλογή αυτή του Vanderbilt δεν αναιρεί την Arendt, αλλά τη συμπληρώνει: το κακό μπορεί να εκδηλωθεί τόσο μέσα από την ασήμαντη υπακοή όσο και μέσα από τη συνειδητή αλαζονεία. Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται είναι: «πόσο μακριά βρισκόμαστε εμείς από αυτόν;». Οι σκηνές όπου ο Kelley εκπληρώνει αιτήματα του κρατουμένου αποκαλύπτουν τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη συμπόνια και την επικίνδυνη οικειοποίηση.
Η οπτική γλώσσα της ταινίας υποστηρίζει αυτή την εσωτερική αναζήτηση. Η φωτογραφία του Dariusz Wolski είναι ψυχρή, κλινική, με σκούρους τόνους, μετατρέποντας τους χώρους κράτησης σε ένα νεκροτομείο της ψυχής. Η ιστορία εδώ δεν είναι θριαμβευτική, αλλά πνιγηρή και εφιαλτική, αντικατοπτρίζοντας την ψυχική κατάσταση του πρωταγωνιστή.
Η τραγική ειρωνεία της ταινίας επικεντρώνεται στο προσωπικό τέλος του Kelley -την υπαινικτική αναφορά στην αυτοκτονία του πραγματικού ψυχιάτρου χρόνια αργότερα. Ο Kelley, προσπαθώντας να κατανοήσει το κακό, καταλήγει να το φέρει μέσα του. Αυτό το μοτίβο αντικατοπτρίζει την προειδοποίηση του Nietzsche :«όποιος κοιτάζει την άβυσσο κινδυνεύει να τον κοιτάξει κι εκείνη».
Το «Nuremberg» δεν είναι μόνο μια αναπαράσταση γεγονότων του 1945. Λειτουργεί ως προειδοποίηση για τον κόσμο του σήμερα. Ο Vanderbilt, χωρίς ρητούς παραλληλισμούς, υπενθυμίζει ότι οι ρίζες του ολοκληρωτισμού -η επιθυμία για εξουσία, η ανάγκη για υπακοή, η αδιαφορία απέναντι στον Άλλον- φυτρώνουν πάντα στο ίδιο έδαφος. Όπως τονίζει ο Collingwood, η Ιστορία μάς διδάσκει τι έχει ήδη πράξει ο άνθρωπος και, κατ’ επέκταση, τι είναι ο άνθρωπος.
Το “Nuremberg” του James Vanderbilt είναι μια σκοτεινή, αλλά ουσιαστική κινηματογραφική πράξη αυτογνωσίας. Ενώ το “Judgment at Nuremberg” μας έδειξε την καταδίκη του Κακού, το “Nuremberg” μας δείχνει το τίμημα τού να το κοιτάς κατάματα. Μας θυμίζει πως ακόμη κι όταν τα δικαστήρια έχουν αποφανθεί, η αληθινή μάχη ενάντια στο σκοτάδι της ανθρώπινης φύσης δεν τελειώνει ποτέ, αλλά συνεχίζεται εντός μας, ως μια διαρκής ανάγκη για ηθική εγρήγορση.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



