Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Υπάρχουν ταινίες που αφηγούνται ιστορίες, και υπάρχουν ταινίες που απλώς παρατηρούν τη ζωή να κυλά, αφήνοντας το βλέμμα να σταθεί πάνω στα πιο αθόρυβα φαινόμενα: ένα κύμα που σβήνει στην αποβάθρα, μια λάμπα που φωτίζει ένα δωμάτιο, ένα ρολόι που συνεχίζει να χτυπά μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη του. Το «Ταξίδι στο Τόκιο» (1953) του Yasujiro Ozu ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ∙ δεν αναπαριστά τη ζωή ως δράμα, αλλά ως ροή. Όπως το πανταχού παρόν νερό στα κάδρα, έτσι και το συναίσθημα δεν ξεσπά, αλλά διαπερνά σιωπηλά κάθε καρέ, κάθε παύση, κάθε βλέμμα. Όπως εύστοχα σημείωσε ο Roger Ebert, η ταινία «αφηγείται μια ιστορία τόσο απλή και παγκόσμια όσο η ίδια η ζωή».

Η ιστορία, λιτή και διαχρονική, αφορά ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ταξιδεύει από το επαρχιακό Ονομίτσι στο πολύβουο Τόκιο, για να επισκεφθεί τα ενήλικα παιδιά του. Όμως αυτή η οικογενειακή επίσκεψη μετατρέπεται σε στοχασμό πάνω στη φθορά των δεσμών, στη ρήξη ανάμεσα στις γενιές και στην ήσυχη αποδοχή της μοναξιάς.

Ο Shukishi (Chishû Ryû) και η Tomi (Chieko Higashiyama) δεν αντιμετωπίζουν την αδιαφορία των παιδιών τους με οργή, αλλά με στωικό μειδίαμα ∙ κι αυτή ακριβώς η ήρεμη αξιοπρέπεια τούς καθιστά τραγικούς, χωρίς να χρειάζονται ρητορικές κορυφώσεις.

Το «Ταξίδι στο Τόκιο» είναι εμπνευσμένο από το αριστουργηματικό «Make Way for Tomorrow» (1937) του Leo McCarey, όμως ο Ozu απογυμνώνει το αρχικό δράμα από κάθε ίχνος μελοδραματισμού. Αντί για συναισθηματικά ξεσπάσματα, προσφέρει σιωπές ∙ αντί για δραματικές συγκρούσεις, υπαρξιακή ενατένιση. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο ζεν διαλογισμού -ένα φιλμ που αποδέχεται την ατέλεια των ανθρώπων χωρίς να τους καταδικάζει.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Noriko (Setsuko Hara), η χήρα νύφη του ζευγαριού, που ενσαρκώνει τη βαθύτερη κατανόηση του Ozu για την ανθρώπινη φύση. Όταν υπερασπίζεται τα αδέλφια της οικογένειας λέγοντας πως «έρχεται η στιγμή που η δική μας ζωή υπερισχύει», δεν δικαιολογεί την αδιαφορία -την εξηγεί ως φυσικό νόμο. Η φράση αυτή συνοψίζει την κοσμοθεωρία του Ozu: ο κύκλος της ζωής δεν είναι ούτε σκληρός ούτε τρυφερός ∙ είναι απλώς νομοτελειακός.

Η σκηνοθετική γλώσσα του Ozu ενσαρκώνει αυτή τη φιλοσοφία. Η κάμερα μένει ακίνητη, καθηλωμένη στο ύψος του τατάμι, παρακολουθώντας τα πρόσωπα με απόσταση -σαν να αρνείται να παρεμβληθεί ανάμεσα σε εμάς και στον κόσμο. Το βλέμμα δεν είναι του αφηγητή, αλλά του παρατηρητή ∙ ενός αυτόπτη μάρτυρα που αποδέχεται τη ματαιότητα του να ελέγξει όσα διαδραματίζονται. Οι «άδειες λήψεις» του -οι καμινάδες, τα ποτάμια, τα στεγνωμένα ρούχα- λειτουργούν σαν αναπνοές μέσα στην αφήγηση: παύσεις που υπενθυμίζουν στον θεατή ότι η ζωή συνεχίζεται πέρα από το ανθρώπινο δράμα. Αυτά τα πλάνα δεν αποτελούν διακοπή της δράσης · είναι η ουσία της. Εκεί, ο χρόνος, η φθορά και η απουσία αποκτούν μορφή.

Η ελλειπτικότητα, τόσο χαρακτηριστική στο έργο του Ozu, αποκαλύπτει τη σοφία του. Δεν χρειάζεται να δείξει τον θάνατο της Tomi ∙ αρκεί μια σειρά πλάνων από το Ονομίτσι -το νερό που κυλά, ο ήχος του ανέμου- για να υποδηλωθεί το αναπόφευκτο. Το ανείπωτο έχει μεγαλύτερη δύναμη από το εκφρασμένο. Η θλίψη δεν προβάλλεται · υπονοείται μέσα από την ησυχία των πραγμάτων. Το ίδιο ισχύει και για τη χαρά -ο Ozu αποφεύγει τις κορυφώσεις, γνωρίζοντας πως τα μεγάλα συναισθήματα δεν ανήκουν στην πραγματική ζωή, αλλά στη θεατρικότητα. Ο σπαραγμός κρύβεται σε ένα απλό «Ναι, είναι απογοητευτική η ζωή», ειπωμένο χωρίς ίχνος πικρίας.

Το φιλμ κινείται σε ένα μεταίχμιο -πολιτισμικό και υπαρξιακό. Η Ιαπωνία του ’50 αλλάζει: τα παιδιά των πολεμιστών φορούν δυτικά ρούχα, εργάζονται σε σύγχρονες επιχειρήσεις, ζουν με αστικούς, βιαστικούς ρυθμούς. Οι γονείς, με τα κιμονό και την επαρχιακή τους απλότητα, μοιάζουν να ανήκουν σε έναν κόσμο που έχει ήδη σβήσει. Ο Ozu δεν καταδικάζει αυτή τη μετάβαση · την παρατηρεί με θλίψη, αλλά και αποδοχή. Δεν υπάρχει νοσταλγία για το παρελθόν -μόνο επίγνωση πως κάθε εποχή αντικαθιστά την προηγούμενη, όπως κάθε γενιά αντικαθιστά την προηγούμενη. Το Ταξίδι στο Τόκιο είναι, με έναν τρόπο, το ίδιο το πέρασμα του χρόνου σε κινηματογραφική μορφή.

Η λιτότητα του ύφους, οι συμμετρικές στάσεις των χαρακτήρων, η απουσία μουσικής κορύφωσης -όλα συνθέτουν μια αισθητική της σιωπής και της ισορροπίας. Ο Ozu δεν επιδιώκει να μας συγκινήσει με τα μέσα του κινηματογράφου, αλλά να μας οδηγήσει σε μια μορφή εσωτερικής ηρεμίας, σε στοχαστική αποδοχή. Ο θεατής φεύγει από την ταινία όχι συγκλονισμένος, αλλά συμφιλιωμένος με τη θνητότητά του. Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη συγκίνηση: όχι το δάκρυ, αλλά το πικρό χαμόγελο που μένει όταν όλα έχουν ειπωθεί.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φαινομενική γαλήνη υποβόσκει μια τραγική επίγνωση. Ο Ozu γνωρίζει πως ο χρόνος δεν επιστρέφει. Όταν ο πατέρας μένει μόνος στο τέλος, το πλάνο δεν είναι απλώς εικόνα μοναξιάς -είναι αντανάκλαση της ανθρώπινης μοίρας. Ο θάνατος της Tomi δεν παρουσιάζεται ως τραγωδία, αλλά ως συνέχεια. Η ζωή, όπως μας θυμίζει ο σκηνοθέτης, είναι μια αλληλουχία αποχωρισμών ∙ κάθε συνάντηση εμπεριέχει ήδη τον σπόρο της απώλειας. Η ειρωνεία και το κομψό χιούμορ του Ozu δεν αναιρούν τη μελαγχολία -τη μεταμορφώνουν σε κατανόηση.

Το «Ταξίδι στο Τόκιο» είναι, τελικά, ένα ποίημα για τον χρόνο -όχι τον ιστορικό, αλλά τον εσωτερικό χρόνο των ανθρώπων. Ο Ozu μάς υπενθυμίζει πως κάθε πλάνο, κάθε παύση, κάθε ήχος από τζιτζίκια ή μηχανή πλοίου είναι μια στιγμή ύπαρξης που δεν θα επαναληφθεί. Η κάμερά του δεν επιδιώκει να αιχμαλωτίσει την ομορφιά, αλλά να την επιτρέψει να υπάρξει. Μέσα από αυτή την υπομονετική παρατήρηση, ο θεατής οδηγείται σε μια μορφή στοχαστικής επίγνωσης -σε έναν ζεν διαλογισμό. Όπως η Noriko στο τέλος, κοιτάζοντας το ρολόι της πεθεράς της, έτσι κι εμείς κοιτάζουμε τον χρόνο να περνά: δεν μπορούμε να τον σταματήσουμε, αλλά ίσως μπορούμε να τον εκτιμήσουμε.

Το «Ταξίδι στο Τόκιο» είναι μια υπενθύμιση πως ο κινηματογράφος μπορεί να είναι πράξη στοχασμού. Δεν χρειάζεται δράση ούτε εξήγηση ∙ χρειάζεται μόνο βλέμμα και υπομονή. Ο Ozu ζωγραφίζει πάνω στο φιλμ το ίδιο το πέρασμα του χρόνου. Και μέσα από αυτή τη ζωγραφιά, ο θεατής μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο όχι όπως θα ήθελε να είναι, αλλά όπως είναι: εφήμερος, εύθραυστος -και γι’ αυτό τόσο πολύτιμος.

Δεν είναι απλώς μια ταινία για τη φθορά των οικογενειακών δεσμών · είναι ύμνος στη στωικότητα απέναντι στην αναπόφευκτη πορεία της ζωής. Η φαινομενική απλότητα του φιλμ κρύβει έναν υπόγειο λυρισμό. Ο Ozu δεν επιδιώκει τη συγκίνηση, αλλά τη συνειδητοποίηση: η θλίψη δεν έρχεται από το δράμα, αλλά από την αναγνώριση της θνητότητας. Μια λιτή σκηνή -η γιαγιά που κοιτάζει τον εγγονό της να μαζεύει λουλούδια, σκεπτόμενη πως ίσως δεν θα τον ξαναδεί- αποκτά συντριπτική συγκινησιακή δύναμη. Αυτή η ήρεμη αποδοχή του τέλους, αυτή η εσωτερική γνώση της απώλειας, συμπυκνώνει την ουσία του σινεμά του Ozu: η τραγωδία δεν διακηρύσσεται, υπονοείται.

Ο λυρισμός της ταινίας είναι υπόγειος και ελικοειδής. Το συναίσθημα δεν προβάλλεται ευθέως, αλλά κυκλοφορεί μέσα στα πλάνα σαν αόρατο ρεύμα. Κάθε εικόνα -ένα ρούχο που στεγνώνει, ένα φως που σβήνει, ένα βλέμμα που χαμηλώνει- είναι φορέας μιας σιωπηλής συγκίνησης που συσσωρεύεται ώσπου να ξεσπάσει ανεπαίσθητα. Ο θεατής δεν καθοδηγείται, αλλά μεταμορφώνεται μέσα από την εμπειρία της απλότητας. Ο Ozu μοιάζει να εκφράζει με εικόνες και ήχους τα λόγια του ιάπωνα μοναχού Dōgen Zenji (1200–1253): «Το να μελετάς το Ζεν σημαίνει να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό σημαίνει να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό σημαίνει να φωτίζεσαι από χιλιάδες πράγματα».

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *