Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Ο Marcel Carné υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ποιητικού ρεαλισμού, ενός από τα πρώτα πρωτοποριακά ρεύματα της έβδομης τέχνης και άμεσου προδρόμου του μεταπολεμικού νεορεαλισμού. Σε αντίθεση με τη ντοκιμαντερίστικη λιτότητα και την προτίμηση των ιταλών σκηνοθετών των δεκαετιών του ’40 και του ’50 για γυρίσματα σε φυσικούς χώρους, οι γάλλοι δημιουργοί του ’30 οικοδόμησαν έναν ρεαλισμό εντός των στούντιο -έναν ρεαλισμό τεχνητό μα βαθιά ανθρώπινο, που αντλούσε την έμπνευσή του από τις λαϊκές αγωνίες και τις καθημερινές τραγωδίες. Το βλέμμα τους στράφηκε στους ανθρώπους του περιθωρίου -άνεργους, φτωχούς, παρανόμους- που ακροβατούσαν διαρκώς ανάμεσα στην ελπίδα της λύτρωσης και την αναπόφευκτη πτώση: την αποτυχία, τη μοναξιά ή τον θάνατο.

Όπως οι Jean Vigo, Julien Duvivier, Pierre Chenal και Jean Renoir, έτσι και ο Carné σκηνοθέτησε μια σειρά ταινιών όπου η ζωή προβάλλεται μέσα από ένα πρίσμα γλυκόπικρο, εκεί όπου η απογοήτευση, η μελαγχολία και η ήπια πικρία εναλλάσσονται σύμφωνα με τις στροφές της μοίρας. Από το «Drôle de Drame» (1937) έως το «Le Jour se Lève» (1939), κι από το «Les Visiteurs du Soir» (1942) ως το «Thérèse Raquin» (1953), το έργο του συνθέτει μια αλυσίδα διαχρονικών δημιουργιών, οι περισσότερες γραμμένες από τον αχώριστο συνοδοιπόρο του, τον ποιητή και δραματουργό Jacques Prévert -ρομαντικό αναρχικό, λάτρη της ελευθερίας και του ονείρου. Μαζί του, ο Carné θα αγγίξει την κορυφή με το αριστούργημα «Les Enfants du Paradis» (1945), μια επική τοιχογραφία τριών ωρών αφιερωμένη στο Παρίσι, τη γαλλική κοινωνία και τον κόσμο του θεάματος κατά την εποχή της Ιουλιανής Μοναρχίας, ανάμεσα στις επαναστάσεις του 1830 και του 1848.

Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη -με διακριτούς τίτλους «Boulevard du Crime» και «Homme Blanc». Το πρώτο εισάγει τους βασικούς χαρακτήρες, τις σχέσεις τους και τα διλήμματα που θα τους σημαδέψουν. Στο δεύτερο, λίγα χρόνια αργότερα, οι ζωές τους έχουν αλλάξει -μα η λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή από το σκηνικό δράμα μοιάζει σχεδόν αόρατη.

Στο επίκεντρο του δράματος πέντε μορφές φωτίζουν τη λεγόμενη Boulevard du Crime του Παρισιού του 19ου αιώνα. Ανάμεσά τους η μυστηριώδης εταίρα Claire “Garance” Reine (Arletty) -η γυναίκα που όλοι ποθούν αλλά κανείς δεν μπορεί να κατέχει. Γύρω της τέσσερις άνδρες, διαφορετικοί αλλά εξίσου χαμένοι: ο θεατρικός γόης Frédérick Lemaître (Pierre Brasseur), ο ποιητικός μίμος Baptiste Debureau (Jean-Louis Barrault), ο σκοτεινός εγκληματίας Pierre-François Lacenaire (Marcel Herrand) και ο υπερόπτης αριστοκράτης κόμης Édouard de Montray (Louis Salou). Οι ζωές τους υφαίνονται σε έναν χορό επιθυμίας, ζήλιας και ματαιότητας, όπου το πάθος ποτέ δεν οδηγεί στην πληρότητα, παρά μόνο στη θλίψη της ανεκπλήρωτης αγάπης.

«Δεν είμαι όμορφη, είμαι ζωντανή, αυτό είναι όλο», διακηρύσσει η Garance. Κανείς από τους τέσσερις άνδρες δεν την κατανοεί πραγματικά · θέλουν να τη μετατρέψουν σε άγαλμα, σε ιδανικό, σε σύμβολο ή τρόπαιο. Μα εκείνη διψά για ελευθερία -και επιστρέφει στην ανωνυμία του πλήθους μόλις αισθανθεί ότι ο έρωτας έχει πάψει να είναι απλός.

Οι άνδρες αυτοί θα συνεχίσουν να την ανταγωνίζονται, καθένας για δικούς του λόγους -άλλος από πάθος, άλλος από εγωισμό, άλλος από ανάγκη για επιβεβαίωση. Μέσα από τον αγώνα τους αποκαλύπτεται η ανθρώπινη ευθραυστότητα, η αδυναμία να κατέχεις εκείνο που αγαπάς. Η αγάπη μοιάζει με κινούμενη άμμο: όσο πιο βαθιά βυθίζεσαι, τόσο πιο δύσκολο είναι να απεγκλωβιστείς.

Παρά την ονειρική, ποιητική της ατμόσφαιρα, η ταινία δεν αποκόπτεται ποτέ από την πραγματικότητα · οι χαρακτήρες της, τα συναισθήματα και οι ήττες τους είναι αυθεντικά και συγκινητικά. Ο Carné στήνει το έργο του με αφηγηματική αρχιτεκτονική τολμηρά ασυνήθιστη ακόμη και σήμερα. Δεν ενδιαφέρεται για τη δράση που προωθεί την πλοκή, αλλά για τον παλμό της ζωής, για την ψυχολογία και το βλέμμα των ανθρώπων. Με στοχαστική υπομονή χτίζει τους χαρακτήρες, υφαίνει ανάμεσά τους δεσμούς πάθους, ειρωνείας και φιλοσοφικής μελαγχολίας, αποκαλύπτοντας μέσα από τις σχέσεις τους όχι μόνο τον μικρόκοσμο των ερωτικών συγκρούσεων αλλά και το μεγάλο κάδρο της Ιστορίας. Οι τέσσερις άνδρες που διεκδικούν την ίδια γυναίκα -όλοι εμπνευσμένοι από υπαρκτά πρόσωπα της εποχής- μεταμορφώνονται σε σύμβολα μιας κοινωνίας που αγωνίζεται ανάμεσα στην τέχνη, την επιθυμία και την κοινωνική τάξη.

Η ίδια η δημιουργία της ταινίας υπήρξε άθλος. Ο Carné και ο Prévert γύρισαν το έργο μέσα στην κατεχόμενη Γαλλία, από το 1943 έως το 1945, κάτω από το σκοτεινό καθεστώς του Vichy. Αντιμέτωποι με πείνα, λογοκρισία, φόβο και ελλείψεις, κατάφεραν να υλοποιήσουν ένα θαύμα. Η παραγωγή χωρίστηκε σε δύο μέρη λόγω περιορισμών στη διάρκεια, μα το αποτέλεσμα υπερέβη κάθε εμπόδιο: ένα από τα ωραιότερα επιτεύγματα της κινηματογραφικής ιστορίας γεννήθηκε μέσα στο σκοτάδι της ναζιστικής κατοχής.

Η μαεστρία του Carné έγκειται στην ευαισθησία με την οποία σκιαγραφεί τους ήρωές του. Αποφεύγει τα μεγάλα γεγονότα -τις μονομαχίες, τα εγκλήματα, τις δίκες- και προτιμά τους ψιθύρους, τα βλέμματα, τις σιωπές. Εκεί, στις λεπτές στιγμές, αποκαλύπτεται η ψυχή των ανθρώπων. Ο Prévert, με την ποιητική του πένα, φωτίζει την αιώνια πάλη ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, την κοινωνία και το άτομο, την τέχνη και τη ζωή. Η Garance γίνεται σύμβολο της ελευθερίας που κανείς δεν μπορεί να φυλακίσει. Όπως λέει ο Frédérick προς το τέλος: «Η ζήλια ανήκει σε όλους, όταν η γυναίκα δεν ανήκει σε κανέναν».

Το «Les Enfants du Paradis» δεν είναι απλώς μια ιστορία έρωτα και θεάτρου. Είναι ύμνος στην ανθρώπινη ψυχή -στις αντιφάσεις της, στη δίψα της για ομορφιά και στην τραγική ανάγκη της να πιστεύει στο ανέφικτο. Ένα ποίημα σε εικόνες, γεννημένο μέσα στο σκοτάδι της κατοχής, που συνεχίζει να λάμπει ως φως ελευθερίας και τέχνης. Μια ταινία που, όπως σημείωσε ο Georges Sadoul, κρατά ως λάβαρό της την αλήθεια πως «η τέχνη γεννά τη ζωή, κι όχι η ζωή την τέχνη».

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *