Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Ο Emmanuel Mouret («Αυτά που Λέμε και Αυτά που Κάνουμε, 2020», «Το Χρονικό Ενός Εφήμερου Έρωτα», 2022), σύγχρονος τροβαδούρος του γαλλικού κινηματογράφου, παρουσιάζει με το «Τρεις Φίλες» (2024) ένα από τα πιο τρυφερά και ώριμα έργα του. Με εμφανείς επιρροές από τους Eric Rohmer και Woody Allen, υπογράφει μια γοητευτική ρομαντική κωμωδία που ισορροπεί ανάμεσα στο ευτράπελο και το σοβαρό, δίνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στον λόγο. Σαν σύγχρονο παραμύθι, η ταινία διερευνά τις ερωτικές μεταπτώσεις και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης μέσα από τις ζωές τριών γυναικών και των ανδρών που τις περιβάλλουν.

Ο Mouret υπερασπίζεται έναν κινηματογράφο όπου η γλώσσα έχει κεντρική θέση, θεωρώντας ότι ο διάλογος τροφοδοτεί τη φαντασία του θεατή ακόμη περισσότερο από την εικόνα. Αυτή η προσήλωση στην κομψότητα της έκφρασης χαρίζει στο φιλμ μια παλιομοδίτικη γοητεία, διαχρονική και όχι ξεπερασμένη. Η αφήγηση σε voice-over από τον Victor (Vincent Macaigne), με άμεσο και συνωμοτικό τόνο προς τον θεατή, θυμίζει έντονα Woody Allen. Παράλληλα, το εύρημα του αφηγητή-φάντασμα «από τον άλλο κόσμο» (σαφής αναφορά στον Billy Wilder) επιτρέπει στη mise-en-scène να κινηματογραφεί τα γεγονότα με μια απόσταση, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην Joan (India Hair) και τις φίλες της, Rebecca (Sara Forestier) και Alice (Camille Cottin).

Από τις πρώτες σκηνές, τα κοντινά πλάνα στην Joan την ανυψώνουν σε εικόνισμα, παιχνίδι με το θρησκευτικό της όνομα (Jeanne d’Arc), αλλά και ένδειξη της ερωτικής ματιάς του Victor («Κοιτάξτε πόσο όμορφη είναι», λέει χαρακτηριστικά). Η ιερότητα του προσώπου της αποδίδεται μέσα από το μεγαλείο των προθέσεών της -νιώθει ενοχές που δεν αγαπά πια τον σύντροφό της- αλλά και από την εσωτερική της συγκράτηση, ιδιαίτερα όταν απορρίπτει τις προτάσεις του Thomas (Damien Bonnard), γείτονα και συναδέλφου στο λύκειο. Η αίσθηση αναντιστοιχίας της με τον κόσμο διαφαίνεται στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την αγάπη ως μοιραία αναγκαιότητα, αντίληψη που ο Victor βιώνει ως καταπίεση.

Παράλληλα, οι ιστορίες της Alice και της Rebecca, κρυφά δεμένες γύρω από τον ίδιο άντρα, φέρνουν στο προσκήνιο την κωμικοτραγική πλευρά των ανθρώπινων σχέσεων. Ο Eric (Grégoire Ludig), σύζυγος της μίας και εραστής της άλλης, ενσαρκώνει μια νέα εκδοχή του αδέξιου γόη, όπου η μοιχεία παρουσιάζεται ως ιδιότυπη μορφή πίστης. Η Alice, ικανοποιημένη με τον άνευ πάθους γάμο της, μπαίνει σε εξωσυζυγική σχέση με έναν άντρα, του οποίου είχε ονειρευτεί τον αριθμό τηλεφώνου. Η Rebecca, από την άλλη, πλάθει ρομαντικές φαντασιώσεις γύρω από τον εραστή της, την ώρα που εκείνος απομακρύνεται σιγά-σιγά.

Ο Mouret αποδίδει όλα αυτά με ψευδή απλότητα στη σκηνοθεσία και στους διαλόγους. Το φαινομενικά τετριμμένο θέμα των ερωτικών σχέσεων αποκτά βάθος και λεπτότητα, καθώς η ιστορία των τριών φίλων λειτουργεί σαν καμβάς για τα ηθικά του διλήμματα. Κάθε ηρωίδα εκφράζει μια διαφορετική εκδοχή της αγάπης: η Joan την ειλικρινή και λογική, η Alice την παθιασμένη αλλά φοβική, η Rebecca την αφελή και γενναιόδωρη. Η πλοκή, με τις μυστικές διασταυρώσεις και τις αλυσιδωτές συνέπειες, θυμίζει βοντβίλ με αλλεπάλληλες ανατροπές.

Η σκηνοθεσία είναι ρευστή και φωτεινή, με γενναιόδωρα, έγχρωμα πλάνα που κάνουν το περιβάλλον να συμμετέχει ενεργά στην αφήγηση. Στη σκηνή του αποχαιρετισμού της Joan και του Victor, για παράδειγμα, ο άνεμος που φυσά μέσα από μια πέτρινη καμάρα συμβολίζει το χάσμα που τους χωρίζει οριστικά.

Οι τρεις γυναίκες, μορφωμένες καθηγήτριες, ενσαρκώνουν την πολυπλοκότητα της σύγχρονης ζωής: απώλεια προσανατολισμού, όνειρα ελευθερίας, παράδοξες ερωτικές επιθυμίες. Οι άντρες, αν και μένουν στο περιθώριο, συμβάλλουν με την ευγένεια και τη μεγαλοψυχία τους στη λεπτή ειρωνεία που διατρέχει την ταινία. Με τον ανάλαφρο τόνο που τον χαρακτηρίζει, ο Mouret αποδραματοποιεί τις καταστάσεις χωρίς να κρίνει με αυστηρότητα τους ήρωές του.

Το κεντρικό ερώτημα παραμένει: «Γιατί αγαπάμε και πώς αγαπάμε;». Μέσα από τις τρεις ιστορίες, η φιλία αναδεικνύεται ως δύναμη που αντέχει, ακόμη και μέσα σε ψέματα και προδοσίες.

Η ταινία ολοκληρώνεται αφήνοντας μια αίσθηση γλυκόπικρης μελωδίας, στο πνεύμα του Marivaudage, όπου το παιχνίδι των συναισθημάτων ξεδιπλώνεται με κομψότητα και ευαισθησία, χωρίς να υποκύπτει σε μελοδραματικές υπερβολές. Μέσα από την ώριμη και χιουμοριστική ματιά του Mouret, η ιστορία της αγάπης και των σχέσεων αποκτά νέο βάθος, προσφέροντας μια ζωντανή, οικεία και αναγνωρίσιμη εμπειρία. Παρότι κινείται μέσα σε έναν περιορισμένο κοινωνικό χώρο και αξιοποιεί γνωστά μοτίβα, η ταινία αναδεικνύει με αυθεντικότητα την πολυπλοκότητα και τη λεπτότητα της ανθρώπινης σύνδεσης.

Tο «Τρεις Φίλες» λειτουργεί σαν μια άσκηση ισορροπίας: ανάμεσα στην ελαφρότητα και τη σοβαρότητα, στη χαρά και τη μελαγχολία, στην ειλικρίνεια και το παιχνίδι. Δεν είναι απλώς μια ταινία για τον έρωτα ή τη φιλία, αλλά για την αέναη κίνηση που γεννιέται όταν αυτά τα δύο τέμνονται, διαπλέκονται και συνομιλούν, αποκαλύπτοντας την ομορφιά των ανθρώπινων σχέσεων στην πιο διακριτική τους μορφή.

Ο Mouret υφαίνει μια κομψή ρομερική αφήγηση: άλλοτε ανάλαφρη, άλλοτε μελαγχολική, πάντοτε όμως αληθινή. Η «Ευτυχισμένη Πολυπλοκότητα» που απορρέει από τις σχέσεις των ηρώων δεν είναι απλώς ένας τίτλος βιβλίου στην ταινία, αλλά και το ακριβές αποτύπωμά της: μια υπενθύμιση ότι η ζωή συγκροτείται από αντιφάσεις, μικρές αλήθειες και μεγάλες συγκινήσεις. Εκεί ίσως κρύβεται και η γοητεία του έργου: στο ότι κατορθώνει να συλλάβει την πολυπλοκότητα των συναισθημάτων με την απλότητα ενός χαμόγελου.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *