
Κριτική | Αυτοί που Έμειναν Ζωντανοί (1946)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Η ταινία «Paisà» (1946) του Ρομπέρτο Ροσελίνι, δεύτερο μέρος της πολεμικής τριλογίας, μαζί με το «Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη» και το «Γερμανία, Έτος Μηδέν», αποτελεί ένα κορυφαίο και ριζοσπαστικό έργο του ιταλικού νεορεαλισμού, αποτυπώνοντας νατουραλιστικά την απελευθέρωση της Ιταλίας κατά την περίοδο 1943-1945. Αποφεύγοντας την παραδοσιακή, συνεχή αφήγηση, η ταινία δομείται σε έξι αυτόνομα επεισόδια που εκτυλίσσονται σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της Ιταλίας -από τη Σικελία έως το δέλτα του Πάδου-, ενώ συνδέονται μέσω αυθεντικού πολεμικού υλικού και της κοινής θεματικής της αποξένωσης, της δυσπιστίας και της διάλυσης ενός έθνους σε πόλεμο.
Κάθε επεισόδιο εστιάζει σε μια διαφορετική πτυχή της ανθρώπινης εμπειρίας εν μέσω του πολέμου, αναδεικνύοντας την τραγικότητα και την ανθρωπιά μέσα στην αδυναμία επικοινωνίας και την πολιτισμική αποστασιοποίηση. Στη Σικελία, η νεαρή χωρική Καρμέλα θυσιάζεται σώζοντας έναν αμερικανό στρατιώτη, επισφραγίζοντας την επιθυμία για ανθρωπιά παρά τη γλωσσική έλλειψη και την καχυποψία που χαρακτηρίζουν τη σχέση των ντόπιων με τους ξένους. Στη Νάπολη, η σχέση ανάμεσα σε ένα παιδί, τον Πασκουάλε, και έναν μεθυσμένο αμερικανό στρατιώτη αποτυπώνει την πολιτισμική παρεξήγηση και τα ηθικά διλήμματα, αποκαλύπτοντας τη μοναχική και τραγική πλευρά της κατοχής. Το επεισόδιο στη Ρώμη αναδεικνύει την ψυχολογική φθορά του πολέμου μέσω της ιστορίας της πόρνης Φραντσέσκα και της αποτυχίας επικοινωνίας με τον στρατιώτη που κάποτε αγάπησε, υπογραμμίζοντας τη διάλυση των σχέσεων σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται.
Το τέταρτο επεισόδιο στη Φλωρεντία παρουσιάζει την πολιτική και προσωπική αναζήτηση της αγγλίδας νοσοκόμας Χάριετ για τον πρώην εραστή της, έναν αρχηγό αντιστασιακής ομάδας, μέσα σε μια πόλη διχασμένη και βυθισμένη στο χάος. Στα Απέννινα Όρη, η συνάντηση τριών αμερικανών στρατιωτικών ιερέων με φραγκισκανούς μοναχούς αναδεικνύει τις ρωγμές και τις γέφυρες στη θρησκευτική πίστη, ενοποιώντας διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τέλος, το πιο ωμό επεισόδιο στο Πόρτο Τόλλε φανερώνει το σκοτεινό πρόσωπο της ήττας, με την εκτέλεση ανταρτών από τους Γερμανούς και την αποτυχία της βοήθειας που δεν θα φτάσει ποτέ, προσφέροντας μια συγκλονιστική μαρτυρία για την απάνθρωπη και αντιηρωική φύση κάθε πολέμου.
Η αισθητική του «Paisà» χαρακτηρίζεται από απλότητα και αυθεντικότητα που αρμόζουν στην ωμή πραγματικότητα που καταγράφει. Η χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών, το ντοκιμαντερίστικο ύφος και τα πραγματικά πολεμικά πλάνα καταξιώνουν την ταινία περισσότερο ως μαρτυρία παρά ως μυθοπλασία, προσδίδοντάς της μια ακατέργαστη αλλά δυνατή αίσθηση αλήθειας. Ο Ροσελίνι, μέσα από αυτό το έργο, δίνει φωνή σε μια Ιταλία κατακερματισμένη, διχασμένη και καχύποπτη, αλλά και ικανή για ελπίδα, αγάπη και πένθος.
Ο θεμελιώδης άξονας του έργου είναι η αδυναμία επικοινωνίας -είτε λόγω γλωσσικών, είτε θρησκευτικών, ηθικών ή πολιτισμικών διαφορών- που οδηγεί σε αποτυχίες με συχνά τραγικές συνέπειες. Ωστόσο, μέσα από αυτή την αποτυχία αναδεικνύεται και η ελπίδα: η ίδια η προσπάθεια για κατανόηση και συνεννόηση επιβεβαιώνει την αμετάβλητη ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση και αλληλεγγύη. Η πολυφωνία του «Paisà» αντανακλά επίσης τη σύγχρονη Ιταλία, που αναζητεί τον εαυτό της μετά από το χάος του φασισμού και του πολέμου, με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου, αγωνίας αλλά και αισιοδοξίας.
Η καινοτομία του Ροσελίνι έγκειται και στην αφηγηματική δομή, όπου η παραδοσιακή ενιαία ιστορία αντικαταστάθηκε από ένα μωσαϊκό αποσπασματικών, αλλά θεματικά συνδεδεμένων αφηγήσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία αναπαριστά την Ιταλία ως μια χώρα γεμάτη αντιφάσεις, όπου η καθημερινή ζωή, οι πόνοι και οι προσπάθειες των ανθρώπων βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αφήγησης. Η χρήση αυθεντικών στοιχείων αλλά και η ελευθερία στην ερμηνεία των ηθοποιών δημιουργούν ένα βαθύ κινηματογραφικό έργο που αιχμαλωτίζει το προσωπικό και συλλογικό δράμα του πολέμου.
Έτσι, το «Paisà» παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα του ιταλικού νεορεαλισμού, όχι μόνο ως καλλιτεχνική καινοτομία αλλά και ως ηθική στάση, που απέφυγε την εξιδανίκευση και τις εύκολες λύσεις, αντιμετωπίζοντας με νηφαλιότητα το χάος και τις αντιφάσεις μιας χώρας που προσπαθεί να ξαναγεννηθεί μέσα από τα ερείπια.
Η μεγαλοφυΐα του Ροσελίνι διαφαίνεται στην ικανότητά του να συνδυάζει την τραχιά, ωμή πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ιταλίας με μια βαθιά πίστη στον άνθρωπο και τις δυνατότητές του. Η κινηματογραφική γλώσσα της ταινίας -με αιφνίδιες αναδρομές, ντοκιμαντερίστικο ύφος και χρήση αυθεντικού υλικού- δημιουργεί μια σύνθεση αντίθετων στοιχείων: χριστιανισμού και υλισμού, ερειπίων και ονείρων, ωμότητας και ανθρώπινης θέρμης, βαρβαρότητας και ελπίδας.
Όπως σχολίασε ο Μάρτιν Σκορσέζε, το Paisà είναι «και ουρανός και λάσπη» -μια βαθιά ιδεαλιστική και διαχρονική ταινία για τον άνθρωπο σε συνθήκες πολέμου, μια ιδρυτική πράξη για τον σύγχρονο κινηματογράφο · ένα έργο γεμάτο χάρη και αγριότητα, αδυσώπητα ρεαλιστικό και συγκινητικά ουμανιστικό.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



