
Κριτική | Την Έλεγαν Μαρία (2024)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Η «Maria» (2024) αποτελεί μια καθηλωτική βιογραφική προσέγγιση της ζωής της Μαρία Σνάιντερ (1952–2011), της αξέχαστης ηθοποιού που έγινε σύμβολο της εκμετάλλευσης στον κινηματογράφο μετά τη μοιραία συμμετοχή της στο «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» (1972). Βασισμένη ελεύθερα στο τρυφερό βιβλίο της ξαδέρφης της, Βανέσα Σνάιντερ, «Tu t’Appelais Maria Schneider», η ταινία δεν αποτελεί απλώς αναπαράσταση γεγονότων, αλλά μια βαθιά ψυχογραφική μελέτη της επίδρασης της κακοποίησης, του εθισμού και της διαρκούς πάλης για αναγνώριση σε ένα εργασιακό περιβάλλον που συχνά περιφρονούσε τη γυναικεία ύπαρξη.
Η σκηνοθέτις Ζεσικά Παλούντ, έχοντας προσωπική εμπειρία από τα κινηματογραφικά πλατό και τις σχέσεις εξουσίας, προσεγγίζει με ακρίβεια την κακοποίηση που υπέστη η Σνάιντερ και τις καταστροφικές συνέπειες που αυτή είχε στην ψυχή και την καριέρα της. Μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία της Αναμαρία Βαρτολομέι, η ταινία εξυψώνει τη Σνάιντερ, αναδεικνύοντας όχι μόνο την τραυματισμένη της ψυχή, αλλά και την εσωτερική της δύναμη να επιβιώσει και να αναζητήσει την αλήθεια.
Κεντρικό σημείο αναφοράς της ταινίας είναι, αναπόφευκτα, τα γυρίσματα του «Τελευταίου Τανγκό». Η Μαρία Σνάιντερ, ένα νεαρό κορίτσι που διψά για αγάπη, με μια μητέρα που τη ζηλεύει και έναν διάσημο πατέρα, τον Ντανιέλ Ζελίν (Ιβάν Ατάλ), που μόλις την αναγνωρίζει, βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο του κινηματογραφικού κόσμου. Επιλέγεται για τον πρωταγωνιστικό ρόλο δίπλα στον θρυλικό Μάρλον Μπράντο (Ματ Ντίλον), υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (Τζιουζέπε Μάτζιο). Η ταινία περιλαμβάνει τολμηρές σκηνές, κάτι που η Μαρία γνωρίζει. Ωστόσο, η μοιραία στιγμή έρχεται όταν ο Μπερτολούτσι αποφασίζει να αλλάξει το σενάριο και να γυρίσει τη διαβόητη σκηνή βιασμού, χωρίς να την έχει προειδοποιήσει ή να ζητήσει τη συναίνεσή της.
Η σκηνή αυτή, που προκάλεσε σάλο το 1972 και εξακολουθεί να στοιχειώνει τη μνήμη του παγκόσμιου κινηματογράφου, αναπαρίσταται στη «Maria» με μια κρίσιμη αλλαγή οπτικής: η σκηνοθέτιδα επιλέγει την αντίστροφη λήψη, δείχνοντας την ομάδα των τεχνικών ακίνητη και σοκαρισμένη στο φόντο, υπογραμμίζοντας έτσι την παθητική παρακολούθηση και τη συνενοχή σε μια πράξη βίας και εξευτελισμού. Η Παλούντ δεν αναπαράγει τον ηδονοβλεπτισμό, αλλά αποκαλύπτει τη γυμνή αλήθεια πίσω από την «καλλιτεχνική έκφραση»: την καταστροφή μιας γυναίκας. Η ταινία φέρνει στην επιφάνεια αυτό που η Σνάιντερ προσπαθούσε να πει για χρόνια, αλλά κανείς δεν ήθελε να ακούσει -ότι η σκηνή αυτή υπήρξε για εκείνη πραγματικό μαρτύριο, ένα τραύμα που τη στοίχειωσε σε όλη της τη ζωή.
Μετά το «Τελευταίο Τανγκό», η Σνάιντερ, αν και εσωτερικά διαλυμένη, προσπαθεί να συνεχίσει την καριέρα της. Η ταινία καταγράφει τη σπειροειδή της πτώση στον εθισμό στην ηρωίνη -άμεση συνέπεια του ψυχικού τραύματος. Παρ’ όλα αυτά, διαπρέπει σε ταινίες όπως το αριστουργηματικό «Επάγγελμα Ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, αποδεικνύοντας το αναμφισβήτητο ταλέντο της. Η αφήγηση αναδεικνύει και άλλες επώδυνες στιγμές, όπως η απόλυσή της από τα γυρίσματα του «Σκοτεινού Αντικειμένου του Πόθου» του Λουίς Μπουνιουέλ, γεγονός που ουσιαστικά έθεσε τέλος στην καριέρα της.
Η ταινία δεν περιορίζεται στην καταγραφή γεγονότων, αλλά εμβαθύνει στην ανθρώπινη οδύσσεια της Σνάιντερ. Δείχνει τον αγώνα της ενάντια στους δαίμονες του εθισμού, την αναζήτηση διεξόδου ακόμη και μέσα από την ερωτική της σχέση με μια φοιτήτρια που μελετά τη θέση της γυναίκας στον κινηματογράφο. Η σημαντικότερη μάχη της, ωστόσο, ήταν η αναγνώριση της αλήθειας γύρω από εκείνο το γύρισμα.
Η δύναμη και η σοβαρότητα της ταινίας στηρίζονται πρωτίστως στην υποδειγματική ερμηνεία της Βαρτολομέι. Η ομοιότητά της με τη Σνάιντερ είναι εντυπωσιακή -όχι μόνο εξωτερικά, αλλά κυρίως στην εκφραστικότητα και την ευθραυστότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Παλούντ απορρίπτει κάθε μορφή γυμνού από την πρωταγωνίστριά της, καταγγέλλοντας έτσι την εργαλειοποίηση του γυναικείου σώματος και τα επώδυνα γυρίσματα ερωτικών σκηνών «για χάρη της τέχνης». Όμως, μήπως όλα αυτά, ειρωνικά, οδηγούν στο να προκληθεί σκάνδαλο; Σκάνδαλο που ενδεχομένως θα διεγείρει τα ηδονοβλεπτικά ένστικτα του κοινού, το οποίο θα σπεύσει να δει την ταινία -απλώς για να «έχει άποψη»- γεμίζοντας τα ταμεία; Άλλωστε, όπως έγραψε καυστικά ο Βασίλης Ραφαηλίδης, το «χρυσοφόρο βούτυρο του Τανγκό» έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό τον Μπερτολούτσι.
Αξιοσημείωτη είναι η έκπληξη των συγγενών της Σνάιντερ, όταν τους ανακοινώνει ότι θα είναι η πρωταγωνίστρια στη νέα ταινία του Μπερτολούτσι με συμπρωταγωνιστή τον Μπράντο: «Και γιατί σε επέλεξε;». Εκ των υστέρων, το ερώτημα δεν μοιάζει καθόλου άστοχο. Μήπως, τελικά, αντιμετωπίστηκε ως άβουλη και αναλώσιμη; Άλλωστε, βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σε ένα ανδροκρατούμενο κινηματογραφικό σύμπαν, όπου η γυναικεία παρουσία στην οθόνη καθοριζόταν συχνά από το ερωτικό βλέμμα του θεατή.
Η «Maria» είναι μια φιλόδοξη και τεκμηριωμένη ταινία, που αποκαθιστά τη μνήμη της Μαρίας Σνάιντερ και φωτίζει τις δοκιμασίες που πέρασε. Η σκηνοθεσία της Παλούντ διακρίνεται για τις αισθητικές της επιλογές, με ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια των κοστουμιών, των σκηνικών, του φωτισμού και των χρωμάτων, ενισχύοντας την ψυχολογική εξέλιξη των χαρακτήρων. Η αφήγηση είναι πυκνή, με τραγικές αποχρώσεις, και προσφέρει μια βαθιά κατανόηση μιας ηρωίδας που καταστράφηκε από την παντοδυναμία της ανδρικής επιθυμίας, σε μια εποχή που οι φεμινιστικές ιδέες μόλις άρχιζαν να διαμορφώνονται.
Η ταινία δεν αποφεύγει τίποτα, αλλά δεν υποκύπτει στη σκανδαλοθηρία. Αντιθέτως, η διακριτικότητά της συγκινεί, φέρνοντας στο προσκήνιο μια μεταβατική εποχή μετά το ’68 και τις υπερβολές που τη διαμόρφωσαν. Η «Maria» είναι ένα ώριμο έργο, που επιβεβαιώνει το σκηνοθετικό ταλέντο της Παλούντ και αναδεικνύει τη Βαρτολομέι σε απόγειο ερμηνείας. Ειπωμένο με πάθος και διεισδυτικότητα, συγκινεί όσους αγαπούν τους ηθοποιούς -ειδικά όταν αποκαλύπτονται μέσα από το φως του ταλέντου τους και όχι μέσα από τη μορφή του σώματός τους. Ένας δικαιωτικός φόρος τιμής σε μια γυναίκα, που παρά τις πληγές της αγωνίστηκε για την αλήθεια της μέχρι το τέλος.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



