Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Σε έναν κόσμο που γιορτάζει την ένωση, η ταινία του Jonás Trueba, «Πάρτι Χωρισμού», τολμά να ανατρέψει τα καθιερωμένα, θέτοντας ένα παράδοξο αλλά βαθιά στοχαστικό ερώτημα: γιατί να μη γιορτάζουμε έναν χωρισμό με την ίδια λαμπρότητα που γιορτάζουμε έναν γάμο; Μέσα από την αινιγματική ομορφιά της επανάληψης -έναν φιλοσοφικό πυρήνα εμπνευσμένο από τον Søren Kierkegaard- η ταινία εξερευνά τη φύση του έρωτα και του γάμου, αποκαλύπτοντας την εγγενή τους ρευστότητα και τη διαρκή τους εξέλιξη.

Η σκηνοθέτις Ale (Itsaso Arana) και ο ηθοποιός Alex (Vito Sanz), μετά από 14 χρόνια γάμου, αποφασίζουν να τερματίσουν τη σχέση τους. Η έκπληξη δεν είναι μόνο η φιλική τους διάθεση, αλλά η επιθυμία τους να γιορτάσουν αυτό τον χωρισμό. Ο Trueba, με τη χαρακτηριστική του αμεσότητα και την ικανότητα να αιχμαλωτίζει τη ζωτικότητα της στιγμής, δημιουργεί ένα έργο που είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Η Ale αποφασίζει να κάνει μια ταινία για τον χωρισμό τους, την ίδια την ταινία που παρακολουθούμε, δημιουργώντας ένα παιχνίδι «mise en abyme», όπου η μυθοπλασία και η πραγματικότητα συναντιούνται και αλληλοσυμπληρώνονται, όχι για να θολώσουν τα όρια, αλλά για να αναδείξουν την πλαστικότητα της κινηματογραφικής εικόνας.

Αρχικά, η Ale και ο Alex, με ονόματα που ηχητικά μοιάζουν σαν σκόπιμη επανάληψη, προσπαθούν να εξηγήσουν την απόφασή τους στον καθηγητή τους, με τη φράση-ισορροπίας τους: «χωρίζουμε, αλλά είμαστε καλά!». Αυτή η φράση, που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, αποκαλύπτει μια βαθύτερη αναζήτηση -την προσπάθεια να πείσουν όχι μόνο τους γύρω τους, αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Σε αυτή τη λεκτική αλληγορία, αναδύεται μια τελευταία, διακριτική, αλλά τόσο ρομαντική εγγύτητα μεταξύ τους.

Ο 44χρονοςJonás Trueba αποδομεί την κλασική έννοια του γάμου και της αγάπης, ξεκινώντας από το ίδιο τους το τέλος. Εμπνευσμένος από μια ιδέα του πατέρα του -επίσης σκηνοθέτη Fernando Trueba που υποδύεται τον πατέρα της Alex-  ο ισπανός δημιουργός προσφέρει μια «αντεστραμμένη» ματιά στον γάμο, με έναν φαινομενικά ανάλαφρο τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι μια λυρική, μελαγχολική κομεντί, που ενώ απορρίπτει τη ρομαντική μυθολογία, την αγκαλιάζει έμμεσα. Οι χαρακτήρες της, ένας ηθοποιός και μια σκηνοθέτις, πιστεύουν ότι μπορούν να χωρίσουν χωρίς διαμάχες και μελαγχολία, επιδιώκοντας μια «βελτιωμένη» νέα ζωή.

Εδώ έγκειται η καρδιά της αναφοράς στον Kierkegaard και την “Επανάληψη”. Για τον δανό φιλόσοφο, η επανάληψη δεν είναι μια απλή επανεκτέλεση, αλλά μια νέα αρχή χωρίς τα παλαιά λάθη, μια κατάκτηση του χαμένου, μια υπέρβαση. Ο έρωτας της επανάληψης είναι, σύμφωνα με τον Kierkegaard, «η μόνη ευτυχισμένη αγάπη». Στο «Πάρτι Χωρισμού» η συνεχής «επανάληψη» -των διαλόγων, των συναισθημάτων, της ίδιας της πράξης του χωρισμού- αποκαλύπτει την αναζήτηση του αληθινού έρωτα, όχι ως ένα στατικό ιδανικό, αλλά ως μια διαρκή κίνηση, ένα βήμα της αγάπης μέσα από τη λιτανεία του καθημερινού. Η ταινία δεν είναι κυκλική ή γραμμική, αλλά «δονούμενη», μια αντανάκλαση της αιώνιας ανθρώπινης επιθυμίας για γιορτή και απόλαυση, ακόμα και εν μέσω του τέλους.

Το «Πάρτι Χωρισμού»  αντηχεί τις «Σκηνές από ένα Γάμο» του Ingmar Bergman, τις συνομιλιακές ελεγείες του Eric Rohmer και τις αιχμηρές δραμεντί του Woody Allen. Είναι μια ταινία διαλόγου, χωρίς εντάσεις, που διαδραματίζεται στο πνευματικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον της Μαδρίτης. Η κάμερα παραμένει ήρεμη, κοντά στους χαρακτήρες, αλλά και με κάποια απόσταση, επιτρέποντας στους διαλόγους να ρέουν απλά, αλλά να εκφράζουν πολλά περισσότερα από έναν ρηχό συναισθηματισμό.

Οι Itsaso Arana και Vito Sanz είναι εξαιρετικοί, κάνοντας την ιστορία να μοιάζει απόλυτα φυσιολογική, καθώς είναι και οι συν-σεναριογράφοι της ταινίας. Εξηγούν αδιάκοπα στους γύρω τους ότι ο χωρισμός δεν είναι μια ελληνική τραγωδία, αλλά μια ευκαιρία για ανανέωση. Ο σκηνοθέτης παλεύει να καταρρίψει τους μύθους του πεσιμισμού, δείχνοντας ότι το τέλος μιας φάσης δεν είναι λόγος για θλίψη, αλλά για μια «γιορτή της ήττας» που στην πραγματικότητα είναι ένα ακόμη βήμα της αγάπης.

Το «Πάρτι Χωρισμού» είναι ταινία πιο έξυπνη και βαθιά από ό,τι αρχικά δείχνει, χρησιμοποιώντας όλες τις κινηματογραφικές τεχνικές για να μιλήσει για τους χαρακτήρες και τα συναισθήματά τους. Μέσα από τη συγκινητική τρυφερότητα και το ανεπιτήδευτο χιούμορ της, η ταινία απαντά στο ερώτημα του Stanley Cavell: «Μπορεί ο κινηματογράφος να μας κάνει καλύτερους;» Ο Jonás Trueba απαντά με ένα ηχηρό ναι. Το σινεμά μπορεί πράγματι να βελτιώσει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε, ερωτευόμαστε και ζούμε, ακόμα και όταν πρόκειται να γιορτάσουμε το τέλος μιας αγάπης, μετατρέποντάς το σε μια πράξη ομορφιάς.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *