Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Το να ξεκινήσει κανείς τη μελέτη του έργου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν από την «Ντροπή» ίσως να μην είναι η πλέον ενδεδειγμένη επιλογή, καθώς πρόκειται για ένα αντιπολεμικό έργο που διαφέρει από τα γνωστά θεματικά μοτίβα του σουηδού δημιουργού. Ιδιοφυής ανατόμος απέναντι στο  άτομο, στην οικογένεια και στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον, συνήθως απέφευγε να αγγίξει πολιτικά ή ιδεολογικά ζητήματα. Ίσως όμως γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο ενδιαφέρον ότι επέλεξε να μιλήσει για την -τότε-τρέχουσα επικαιρότητα- και μάλιστα χωρίς περιστροφές.

Ο Γιαν και η Έβα είναι δύο πρώην μουσικοί συναυλιών που έχουν συνταξιοδοτηθεί σε ένα αραιοκατοικημένο νησί όπου ζουν μια ήρεμη, ανεκτή ζωή δουλεύοντας σε ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα. Ώσπου ο πόλεμος ξαφνικά εισβάλλει, ανατρέποντας τα πάντα. Παγιδεύονται, εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αντιμαχόμενες φατρίες, καθώς η καταστροφή σαρώνει το νησί. Η επιβίωση μετατρέπεται σε μια οδυνηρή δοκιμασία που θα τους μεταμορφώσει ανεπιστρεπτί.

Ο Μαξ φον Σίντοφ και η Λιβ Ούλμαν, με την καθηλωτική τους παρουσία, ζωντανεύουν το ζευγάρι που αρχικά αρνείται να συνειδητοποιήσει την απειλή. Η αθώα πεποίθηση μιας αιώνιας γαλήνης διαλύεται σε χίλια κομμάτια, εκτοξεύοντάς τους σε μια ζωντανή κόλαση. Η μεταμόρφωση; Αργή, βασανιστική. Ο Γιαν, αρχικά δειλός, παιδικός στην άρνησή του, βιώνει τη βαθύτερη αλλαγή. Η Έβα, πιο ανθεκτική, φέρει το βάρος της αντοχής -μια γνώριμη ανατροπή στον Μπέργκμαν, όπου οι γυναικείοι χαρακτήρες συχνά αναδεικνύονται πυλώνες απέναντι στην ανδρική αδυναμία.

Καθώς η παράλογη καταστροφή, η υποβάθμιση, η βαρβαρότητα χαράσσονται ανεξίτηλα στις ψυχές και στα σώματά τους, ο Γιαν κι η Έβα σκληραίνουν, γίνονται κυνικοί. Το αναπόφευκτο: αρχίζουν να μισούν ο ένας τον άλλον. Μια σταδιακή διαδικασία απανθρωποποίησης, που πηγάζει από το πρωτογενές ένστικτο της επιβίωσης. Παραδόξως, είναι η αγάπη του Γιαν για την Έβα που  τον μετατρέπει σε ένα θλιβερό πλάσμα, ικανό μόνο για μίσος. Ενώ μια συμφιλίωση μοιάζει να διαφαίνεται, κάτι έχει χαθεί ανεπανόρθωτα. Ο πόλεμος δεν κατέστρεψε μόνο τον υλικό τους κόσμο, αλλά σφράγισε αμετάκλητα τα αισθήματά τους. Για αυτούς, ο πόλεμος λειτούργησε σαν μια δέσμη φωτός, αποκαλύπτοντας πτυχές του εαυτού τους που θα προτιμούσαν να κρατήσουν αόρατες. Η ντροπή αυτής της αποκάλυψης είναι η πιο πικρή κληρονομιά του πολέμου.

Η «Ντροπή», γυρισμένη το ταραγμένο 1968, τοποθετείται σε ένα κινηματογραφικό «μέλλον», μετατρέποντας το Βιετνάμ σε μια αόριστη αλληγορία για κάθε ύπαρξη μέσα σε ένα κλίμα βίας και κατοχής. Η ταινία του γεννήθηκε από το εφιαλτικό ερώτημα: πώς θα είχα συμπεριφερθεί αν η πατρίδα μου είχε καταληφθεί; Αυτό το ερώτημα παρέμεινε επίκαιρο καθώς έβλεπε τις εικόνες από το Βιετνάμ, αναγκάζοντάς τον να τοποθετήσει τις αμερικανικές ενέργειες στην ίδια κατηγορία με την καταπίεση της Ανατολικής Ευρώπης και την τυραννία του Χίτλερ.

Η «Ντροπή», αν και συνδέεται με ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, τελικά υπερβαίνει την εποχή της. Ο πόλεμος παρουσιάζεται ως ένα γενικευμένο φαινόμενο, χωρίς ημερομηνίες, αίτια ή συγκεκριμένους εμπλεκόμενους. Αυτή η αφαίρεση, παρά τις όποιες επικρίσεις για «αφηρημένο ουμανισμό», είναι ακριβώς αυτό που καθιστά το έργο διαχρονικό. Ο Μπέργκμαν καταδικάζει τη βία και τη σκληρότητα, καταγγέλλοντας τις τακτικές τρόμου και την πρωτόγονη προπαγάνδα και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Το παράδοξο έγκειται στο ότι σε αυτό το ξέσπασμα βίας κανείς δεν παραμένει αθώος. Η στάση «δεν ξέρω τίποτα, δεν με αφορά» αποδεικνύεται μια βολική, αλλά μοιραία ψευδαίσθηση. Οι απλοί πολίτες μένουν ανυπεράσπιστοι, και τελικά η μόνη τους επιλογή είναι να προσαρμοστούν, να απαρνηθούν τις ηθικές τους αμφιταλαντεύσεις, αποδεχόμενοι πως αργά ή γρήγορα θα λερώσουν τα χέρια τους με αίμα. Αυτή η σκληρή αλήθεια, δυστυχώς, επιβεβαιώνεται από τους πρόσφατους πολέμους του 21ου αιώνα, όπου η διεθνής κατάσταση παραμένει επικίνδυνα επισφαλής.

Ο πόλεμος, όπως τον παρουσιάζει ο Μπέργκμαν, δεν είναι υπόθεση στρατηγών ή ιδεολογιών. Είναι μια αργή σήψη της ανθρώπινης υπόστασης. Η ντροπή δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα · είναι η αποκάλυψη του ποιοι πραγματικά είμαστε όταν πέφτουν οι μάσκες, όταν η επιβίωση υπερτερεί της ενσυναίσθησης. Ο Γιαν, από πασιφιστής και ονειροπόλος, γίνεται σκληρός, κυνικός, απάνθρωπος. Η μεταμόρφωσή του δεν οφείλεται σε μια ιδεολογική μεταστροφή, αλλά σε έναν βαθύ, ενστικτώδη φόβο. Φόβο για την απώλεια, για την αδυναμία, για την αλήθεια του εαυτού του. Ο Μπέργκμαν δεν μας χαρίζεται. Δεν εξιδανικεύει την αγάπη ως αντίδοτο στον πόλεμο. Δεν επιτρέπει εύκολες εξιλεώσεις. Μας δείχνει πώς ακόμα και η αγάπη αλλοιώνεται, σαπίζει, όταν βυθίζεται στο τέλμα της βίας. Η μεταπολεμική συμφιλίωση του ζευγαριού είναι εύθραυστη, ίσως και ψευδής. Και οι πληγές της ψυχής -αυτές που προκαλεί η ηθική παρακμή- δεν κλείνουν απλώς με τον χρόνο.

Υπάρχουν ταινίες που δεν επιλέγουμε να τις δούμε · μάλλον εκείνες μας επιλέγουν, για να μας αναγκάσουν να κοιτάξουμε κατάματα εκείνο που προσπαθούμε διαρκώς να ξεχάσουμε: την ευθραυστότητα της ειρήνης, τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την κανονικότητα από τον όλεθρο. Η «Ντροπή» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι μία από αυτές. Δεν είναι μια συνηθισμένη αντιπολεμική ταινία. Δεν δείχνει πεδία μαχών γεμάτα ηρωισμό, ούτε νίκες ούτε ήττες. Αντιθέτως, εστιάζει στην ενδόμυχη αποδόμηση του ανθρώπου -στην αργή, σχεδόν αθόρυβη εισβολή του πολέμου στις συνειδήσεις.

Η πιο πικρή αλήθεια του έργου είναι πως, τελικά, από έναν πόλεμο όλοι μολύνονται. Η ουδετερότητα, η αποστασιοποίηση δεν προστατεύει, δεν εξαγνίζει κανέναν. Ο Μπέργκμαν το ήξερε καλά αυτό, ως παιδί μιας Σουηδίας που βίωσε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με ουδέτερη αμηχανία. Το αγωνιώδες ερώτημά του σουηδού auteur διαπερνά κάθε σκηνή της ταινίας: «Αν συνέβαινε σε μένα; Αν χτυπούσε η βία την πόρτα μου, τι θα έκανα;». Κι είναι ένα ερώτημα που, δυστυχώς, παραμένει παντοτινά επίκαιρο.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *