Συντάκτης: Φίλιππος Χατζίκος

Η Καρολίνε εργάζεται σε ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας και δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, ενώ ο σύζυγός της αγνοείται στο μέτωπο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, χωρίς να έχει στείλει νέα του για χρόνια. Συνάπτει σχέση με τον κομψό εργοστασιάρχη, έναν εύρωστο κληρονόμο, αλλά σύντομα συνειδητοποιεί ότι είναι αδύνατο να γίνει δεκτή στον κύκλο της δικής του κοινωνικής τάξης και οικογένειας. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μένει έγκυος από εκείνον και απολύεται από τη δουλειά της, ενώ, με το πέρας του πολέμου, επιστρέφει ο αγνοούμενος σύζυγος, παραμορφωμένος και ψυχικά τραυματισμένος από τα βιώματά του στα χαρακώματα.

Ο σουηδο-πολωνός Μάγκνους φον Χορν, πέντε χρόνια μετά το εξαιρετικά ενδιαφέρον και σύγχρονο «Ιδρώτας», αλλάζει ριζικά ύφος και μας μεταφέρει σε μια Κοπεγχάγη που μοιάζει να έχει βγει από τους εξπρεσιονιστικούς εφιάλτες του μεσοπολέμου. Μια πόλη ανήλιαγη, θλιβερή και πένθιμη, με αφιλόξενα πλακόστρωτα και πνιγηρούς χώρους, ιδανικό ντεκόρ για τον ατέρμονο μαρασμό της κεντρικής του ηρωίδας (στον ρόλο η αξιόπιστη Βικ Κάρμεν Σόνε). Χωρίς να μεριμνά ιδιαίτερα για τις λεπτότητα των αποχρώσεων του φιλμικού του κειμένου, ο φον Χορν τοποθετεί την Καρολίνε στο μέσο μιας αποκτηνωμένης πραγματικότητας, όπου ως γυναίκα καλείται να αντεπεξέλθει απέναντι σε πλείστες μορφές καταπίεσης και απαξίωσης. Τα πικρόχολα σχόλια μιας σπιτονοικοκυράς, η άδικη στάση του βαθύπλουτου επίδοξου εραστή που κρύβεται στα φουστάνια της μητέρας του, ο θεσμικός στρουθοκαμηλισμός της απέναντι σε μια ανεπιθύμητη, όπως εξελίχθηκε, εγκυμοσύνη είναι μόνο μερικές από τις εκφάνσεις της πατριαρχικής καταδυνάστευσης που υφίσταται η Καρολίνε. Το σύνολό τους είναι αυτό που την οδηγεί, ακουσίως βέβαια, στη σφαίρα επιρροής της Ντάγκμαρ, μιας αληθινής Δανής σίριαλ κίλερ που η ιστορία της παραπέμπει δραματικά στην παπαδιαμαντική Φόνισσα (η κολοσσιαία Τρίνε Ντίρχολμ σε μια ακόμα καθηλωτική εμφάνιση).

Οι αισθητικές επιλογές του δημιουργού υφαίνουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για την αφήγηση, με ορισμένα εντυπωσιακά και λεπτοδουλεμένα κάδρα να κλέβουν την παράσταση, την πένθιμη φωτογραφία αρμοστή στο όλο κλίμα και τη μουσική αρκούντως υποβλητική και χρήσιμη. Το πρόβλημα με το «Κορίτσι με τη Βελόνα» εστιάζεται στη σεναριακή του αδυναμία να σταθεί στις επιμέρους θεματικές του, τις οποίες συχνά διασχίζει με χαρακτηριστική ταχύτητα, με αποτέλεσμα να τους στερεί το εγγενές βάρος τους και να τις καθιστά μονοδιάστατες προσθήκες στον αξιοθρήνητο κόσμο της πρωταγωνίστριας. Έτσι, θεματικές και ιδέες όπως ότι όσο οι άνδρες πολεμούν στο μέτωπο, ένας παράλληλος πόλεμος εκτυλίσσεται για τις γυναίκες με διακύβευμα την ίδια τους τη ζωή, η ανάδυση της ταξικής όψης της πατριαρχίας, ο διαρκής και αντίξοος αγώνας των γυναικών για την αυτοκυριαρχία τους ή το τσίρκο ως γκροτέσκο σύμβολο της απόλυτης εκμετάλλευσης καταλήγουν να παρατίθενται σε ένα ανομοιογενές σύνολο, ακυρώνοντας η μία την άλλη.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως το φιλμ στερείται θέλγητρων ικανών να μαγνητίσουν την προσοχή του κοινού. Πίσω από το βαρύ πέπλο της μιζέριας που σκεπάζει την ταινία διακρίνουμε τις μελετημένες κινηματογραφικές αναφορές του δημιουργού που έλκει για παράδειγμα από το λιντσιανό Eraserhead το ψυχοφθόρο ηχοτόπιο, συνθέτοντας παράλληλα μια σκοτεινή ντικενσιανή αφήγηση που εξερευνά την ισχνή γραμμή που χωρίζει τη πραγματικότητα από τον εφιάλτη με τη μέθοδο του Γερμανικού εξπρεσιονισμού. Παράλληλα, διακρίνουμε και τη φιλόδοξη απόπειρα του φον Χορν να κινηθεί σε πολλαπλά είδη προκειμένου να μην επιτρέψει στον θεατή να αφεθεί στην εξαθλίωση της ηρωίδας, μια απόπειρα επιτυχημένη μέχρι του σημείου που το δράμα και ο τρόμος συμπορεύονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Δυστυχώς, όμως, ο θαυμασμός για τις αναντίρρητες αρετές του έργου δεν φτάνει για να σκεπάσει τις εύλογες ενστάσεις που προκύπτουν στην πορεία.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *