Η ιστορία μιας οικογένειας Ινδών, οι οποίοι μετακομίζουν στη Νότια Γαλλία κι ανοίγουν ένα ινδικό εστιατόριο, ακριβώς απέναντι από ένα ακριβό εστιατόριο, βραβευμένο με αστέρι Μισελέν. Μεταξύ των δυο «ανταγωνιστών» ακολουθεί μια γαστρονομική μάχη, η οποία δοκιμάζει τη δύναμη της αγάπης, της αφοσίωσης και της πίστης στο πλαίσιο της οικογένειας.

Σκηνοθεσία:

Lasse Hallstrom

Κύριοι Ρόλοι:

Helen Mirren … μαντάμ Mallory

Om Puri … Abbu ‘Papa’ Kadam

Manish Dayal … Hassan Kadam

Charlotte Le Bon … Marguerite

Amit Shah … Mansur

Farzana Dua Elahe … Mahira

Michel Blanc … ο δήμαρχος

Clement Sibony … Jean-Pierre

Rohan Chand … Hassan Kadam (7 ετών)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Steven Knight

Παραγωγή: Juliet Blake, Steven Spielberg, Oprah Winfrey

Μουσική: A.R. Rahman

Φωτογραφία: Linus Sandgren

Μοντάζ: Andrew Mondshein

Σκηνικά: David Gropman

Κοστούμια: Pierre-Yves Gayraud

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Hundred-Foot Journey
  • Ελληνικός Τίτλος: Ένα Ταξίδι 30,5 Μέτρα Μακριά

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Hundred-Foot Journey του Richard C. Morais.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα πρώτου γυναικείου ρόλου (Helen Mirren) σε κωμωδία/μιούζικαλ.

Παραλειπόμενα

  • Τα δύο απέναντι εστιατόρια είναι στην πραγματικότητα ψηφιακά. Για την ακρίβεια, το “Maison Mumbai” βλέπει απέναντι σε ένα κενό γήπεδο. Εκεί οι παραγωγοί έστησαν σε ακτίνα 75 μέτρων μια πρόσοψη κτηρίου και μια μπλε οθόνη για την ψηφιακή αναπαράσταση από πάνω.
  • Ο Manish Dayal και η Charlotte Le Bon χρειάστηκε να περάσουν αρκετό χρόνο μέσα σε διάφορα εστιατόρια, παρατηρώντας εκτενώς το πώς λειτουργούν οι κουζίνες τους.
  • Η θρυλική στην Ινδία ηθοποιός Juhi Chawla έχει ένα κάμεο ως σύζυγος του “Πάπα”. Λόγω όμως της ηλικίας του Om Puri, χρειάστηκε με ψηφιακό τρόπο να δείχνει μεγαλύτερη κατά 15 χρόνια.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Στους τίτλους τέλους ακούγεται το αυθεντικό τραγούδι Afreen, με τον Nakash Aziz και τους K.M.M.C. Sufi Ensemble. Για τη σύνθεση του συνεργάστηκαν ο Gulzar και ο συνθέτης ταινίας A.R. Rahman.

Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 20/11/2014

Ο Χάλστρομ είναι μια παράξενη περίπτωση σκηνοθέτη που πάντα μου προκαλεί εντύπωση. Δε μπορώ να θαυμάσω τις ταινίες του αλλά δε μπορώ για καμία(απ’ όσες έχω παρακολουθήσει, προφανώς) να πω ότι δε βλέπεται, γιατί επιλέγει συνήθως έναν ανώδυνο τρόπο να παρουσιάσει τα θέματά του. Είναι αυτό που εγώ αποκαλώ : “ανώδυνος σκηνοθέτης”. Ο σκηνοθέτης δηλαδή που ποτέ δεν του βρήκες κάτι ιδιαίτερο, η θεματολογία των περισσότερων ταινιών του σε αφήνει αδιάφορο αλλά όταν τις παρακολουθείς, το κάνεις με αρκετή ευκολία, έστω κι αν στο τέλος δε σου έχει μείνει κάτι.

Στο The Hundred-Foot Journey, ο Λάστρομ βάζει στο τραπέζι το φαγητό και προσπαθεί να διηγηθεί μια ιστορία με βάση αυτό. Από τη μία οι Ινδοί και η διαφορετική τους γαστρονομική κουλτούρα και από την άλλη οι Γάλλοι και τα μινιμαλιστικά τους πιάτα. Από τη μία ο πλούτος, από την άλλη η φτώχεια. Ο ρατσισμός και η βία του περνούν στιγμιαία από το κάδρο του Χάλστρομ και δε μένει στο ζήτημα αυτό παρά για ένα πεντάλεπτο, για να καταλήξει εκεί που ούτως ή άλλως ξέραμε όλοι πως θα καταλήξει. Η αγάπη και η δύναμη της αγάπης, η οικογένεια και η δύναμη της οικογένειας, η ευτυχία δεν έρχεται με το χρήμα, ο έρωτας και τα συναφή. Παρ’ όλ’ αυτά, όπως είπα και πριν, τα καταφέρνει ανώδυνα, να με κρατήσει ως το τέλος κι ας μη θυμάμαι πολλά από το φιλμ.

Λοιπόν, για να μην είναι άδικος, υπάρχει μια ατάκα στο φιλμ, η οποία με βρήκε απολύτως σύμφωνο και τη συγκράτησα. Ο νεαρός πρωταγωνιστής έχει χάσει τη μαμά του σε νεαρή ηλικία και επειδή μαγείρευαν μαζί, κάποιες μυρωδιές φαγητών του τη θυμίζουν. Η ατάκα που χρησιμοποιεί κάποια στιγμή μέσα στο φιλμ είναι η εξής: “Το φαγητό είναι αναμνήσεις”. Για να το παραφράσω λίγο, θα έλεγα: “Οι μυρωδιές είναι αναμνήσεις”. Μη μου πείτε ότι δε συμφωνείτε, ότι δεν έχετε συνδυάσει τη μυρωδιά κάποιου φαγητού με ένα δικό σας πρόσωπο ή με ένα χώρο. Για παράδειγμα, δε γίνεται όταν μυρίσω τηγανίτες να μη θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, τα πρωινά του χειμώνα, που η γιαγιά ετοίμαζε το πρωινό μας. Δε μπορώ να μη θυμηθώ τη μάνα μου, το σπίτι μου, όταν από κάπου έρχεται η μυρωδιά της σπανακόπιτας! “Το φαγητό(οι μυρωδιές) είναι αναμνήσεις”, λοιπόν. Αυτό κρατάω από το The Hundred-Foot Journey.

Κατά τα άλλα, Έλεν Μίρεν και Ομ Πούρι κλέβουν εύκολα την παράσταση χωρίς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο και οι υπόλοιποι ακολουθούν. Τρίτη και τελευταία φορά που θα το πω: ανώδυνο φιλμ. Τίποτα ιδιαίτερο, θα το ξεχάσετε την επόμενη μέρα αλλά δε θα σας κουράσει στη θέασή του.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 30/8/2015

Η απόλυτη feel-good ταινία με τη συνταγή προσεγμένη σε όλα της τα στοιχεία. Από ένα βιβλίο μπεστ-σέλερ, σε παραγωγή Στίβεν Σπίλμπεργκ και Όπρα Γουίνφρεϊ, και σε σκηνοθεσία του δημιουργού του «Chocolat» κι άλλων ευαίσθητων δραμεντί Λάσε Χάλστρομ, και με την πειστική παρουσία της Έλεν Μίρεν έχουμε μια γλυκιά ιστορία που συνδυάζει το γαλλικό με το ινδικό φολκλόρ και χειρίζεται τις ψυχολογικές, πολιτισμικές κι αισθηματικές συγκρούσεις και συμφιλιώσεις με τρόπους ανώδυνους, ωστόσο καλοζυγιασμένους και σχετικά ψύχραιμους. H εκλεπτυσμένη γαλλική κουζίνα εναντίον της ινδικής με τα μπαχάρια, η μαντάμ που θα σαγηνευτεί από το εσωτερικό ποιόν του αντιπάλου της, η μικρή κοινωνία που θα μεταλλάξει απόψεις. Πράγματα χιλιοειπωμένα, όμως δοσμένα με φρεσκάδα και τέχνη, προσφέρουν στον θεατή μια ανάπαυλα από τα σκληρά κοινωνικά δράματα και τα ζαχαρώδη χολιγουντιανά παρασκευάσματα. Μικροί στόχοι, μεγάλη δεξιότητα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.