
Τέσσερα κορίτσια μεγαλώνουν σε απομονωμένη αγροικία στη βόρεια Γερμανία. Αν και ζουν σε διαφορετικές εποχές, οι ιστορίες τους αποκαλύπτουν όσα τις συνδέουν, θολώνοντας παρελθόν και παρόν.
Σκηνοθεσία:
Mascha Schilinski
Κύριοι Ρόλοι:
Hanna Heckt … Alma
Lena Urzendowsky … Angelika
Laeni Geiseler … Lenka
Susanne Wuest … Emma
Luise Heyer … Christa
Lea Drinda … Erika
Florian Geisselmann … Rainer
Greta Kramer … Lia
Lucas Prisor … Hannes
Filip Schnack … Fritz
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Louise Peter, Mascha Schilinski
Παραγωγή: Lasse Scharpen, Lucas Schmidt, Maren Schmitt
Μουσική: Michael Fiedler, Eike Hosenfeld
Φωτογραφία: Fabian Gamper
Μοντάζ: Evelyn Rack
Σκηνικά: Cosima Vellenzer
Κοστούμια: Sabrina Kramer
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: In die Sonne Schauen
- Ελληνικός Τίτλος: Ο Ήχος της Πτώσης
- Διεθνής Τίτλος: Sound of Falling
Κύριες Διακρίσεις
- Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών. Βραβείο επιτροπής.
- Βραβείο κοστουμιών στα Ευρωπαϊκά Βραβεία. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο, μουσική, φωτογραφία, κάστινγκ και μακιγιάζ/κομμώσεις.
- Βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σικάγο.
- Βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ της Στοκχόλμης.
- Χρυσή Αθηνά καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ Αθηνών.
- Επίσημη πρόταση της Γερμανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Έφτασε ως τις 15 επιλαχούσες.
Παραλειπόμενα
- Δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία για τη Mascha Schilinski, με το ντεμπούτο της να είναι πίσω στο 2017.
- Οι Mascha Schilinski και Louise Peter οραματίστηκαν την ιστορία τους βλέποντας τη φωτογραφία τριών γυναικών από το 1920, όταν βρίσκονταν για διακοπές στο Άλτμαρκ.
- Το σενάριο γράφτηκε υπό τον τίτλο “ο γιατρός είπε ότι θα γίνω καλά, αλλά εγώ αισθάνομαι πεσμένη”.
- Πάνω από 1.400 κορίτσια πέρασαν από οντισιόν για τους τέσσερις κεντρικούς ρόλους. Σημαντικό για τη δημιουργό ήταν τα πρόσωπα τους να παρέπεμπαν στις χρονικές περιόδους που αντιστοιχούν οι χαρακτήρες τους. Η όλη διαδικασία ολοκληρώθηκε μετά από ένα έτος, και σε αυτήν έλαβαν μέρος τόσο ερασιτέχνες όσο και επαγγελματίες ηθοποιοί.
- Η οπτική του φιλμ επηρεάστηκε από την αμερικανίδα φωτογράφο Francesca Woodman.
- Τα γυρίσματα είχαν ολοκληρωθεί μέσα σε 34 ημέρες.
Κριτικός: Γιώργος Σπανός
Έκδοση Κειμένου: 24/5/2025
Στις δυόμισι ώρες του “Ήχου της Πτώσης” χωρούν «εκατό χρόνια μοναξιάς» μιας φάρμας στην ύπαιθρο του Άλτμαρκ της Γερμανίας και των γενεών των κοριτσιών που έζησαν και πέρασαν από εντός της, αφήνοντας πίσω την απόκοσμη ηχώ τους στο διηνεκές. Οι τέσσερις διαφορετικοί καιροί, πεπλεγμένοι μη-γραμμικά μεταξύ τους, ξεκινούν από τις αρχές του 20ού αιώνα και την εκτεταμένη οικογένεια της μικρής Alma και των αδελφών της (οι κορυφαίες σκηνές της ταινίας, που έχουν κάτι από τη «Λευκή Κορδέλα» του Haneke), συνεχίζουν με τις επόμενες δύο γενιές της οικογένειας κατά τη μεταπολεμική διαμελισμένη Γερμανία και καταλήγουν στη σύγχρονη εποχή, στην οποία πλέον το κτήμα έχει αγοραστεί από μια άλλη οικογένεια με δύο κόρες. Αυτό που μένει σχεδόν αναλλοίωτο είναι η αύρα του χώρου, διαποτισμένη από τη βαριά παρουσία και τη θλίψη των περασμένων γενεών, τις συνήθειές τους, τα μικρά ή μεγαλύτερα τραύματα και τραγωδίες που έλαβαν χώρα εκεί: θάνατοι μελών της οικογένειας, πτώσεις, πνιγμοί, ένας ακρωτηριασμός, μια εξαναγκασμένη στείρωση, η διαχρονική καταπίεση. Άξονας και πραγματικός πρωταγωνιστής του “Ήχου της Πτώσης” είναι αυτή η φάρμα: τα δωμάτια, τα αντικείμενα, ο αχυρώνας, ο περίβολος, το δυσοίωνο ποτάμι. Η εστίαση γίνεται κατά βάση από το βλέμμα των κοριτσιών, και η παιδική αντίληψη, ειδικά αυτή της ιδέας του θανάτου, είναι βασικό θέμα της ταινίας. Για τα κορίτσια αυτής της φάρμας, μια πεισιθάνατη εμμονή διατρέχει όλες τις εποχές, στην πιο μακάβρια εκδοχή της, ταιριαστά, στον καιρό των αρχών του 20ού αιώνα, και ίσως αυτή να είναι η πιο βαριά κληρονομιά του παρελθόντος αυτής της οικίας.
Το φιλμ της Mascha Schilinski είναι στοιχειωμένο. Τα οικογενειακά φαντάσματα του παρελθόντος έχουν κυριεύσει την ίδια τη φόρμα του: κάθε πλάνο, κάθε ήχο, κάθε σκηνή. Θαρρείς πως όλα είναι ιδωμένα από τη σκοπιά τους. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία και εξαιρετική πρωτοτυπία της ταινίας, που έχει αρκετά πειραματικό χαρακτήρα. Ο χρόνος είναι σαν ενιαίος, η ελλειπτική αφήγηση μεταπηδά ελεύθερα και απότομα μπρος-πίσω στους διαφορετικούς καιρούς. Η εικόνα και ο ήχος συχνά αποκτούν μια φθαρμένη, φασματική αίσθηση, σαν οικογενειακό βίντεο, με τη φωνή κάποιου κοριτσιού να σχολιάζει, θαρρείς από το υπερπέραν, διερωτώμενη για τη ζωή, τον θάνατο και τον εαυτό. Περιστασιακά, κάποια από τις πρωταγωνίστριες γυρίζει και καρφώνει το βλέμμα σε εμάς τους θεατές.
Πρόκειται οπωσδήποτε για μια υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου δημιουργία ιδιαίτερης πρωτοτυπίας, οράματος και ξεχωριστής αίσθησης που εντυπώνεται στον νου. Δεν μπορούμε παρά να τη θαυμάσουμε για όλα αυτά. Δεν είναι όμως και εντελώς επιτυχημένη. Η πολύπλοκη φόρμα της και ο ελλειπτικός χαρακτήρας της την καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη στην παρακολούθηση, κάτι το οποίο κουράζει σε συνδυασμό με τη διάρκειά της και την αδιαλείπτως καταπιεστική ατμόσφαιρά της. Θα έκανε πιο συνεκτική από δραματουργικής άποψης την ταινία, αλλά και θα αναδείκνυε ουσιαστικότερα τα θέματά της (πχ. τα διαγενεακά τραύματα) αν η Schilinski είχε εστιάσει περισσότερο στις συνδέσεις, απτές ή πιο αδιόρατες-συνειρμικές, μεταξύ των τεσσάρων καιρών, αντί να αρκεστεί απλώς σε έναν απροσδιόριστο φαταλισμό. Σε κάθε περίπτωση, ο “Ήχος της Πτώσης” είναι μια εντυπωσιακή ταινία που ανακοινώνει μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη δημιουργό.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 





