O Αμπέλ συναντά τη Μαριάν σε μια κηδεία, oχτώ χρόνια μετά τον χωρισμό τους. Η Μαριάν έχει μόλις χάσει τον σύντροφό της, πατέρα του παιδιού της και παλιό κολλητό του Αμπέλ. Αυτή η τραγική απώλεια αναπτερώνει το ηθικό του Αμπέλ, ο οποίος προσπαθεί και καταφέρνει να ξανακερδίσει την παλιά του αγαπημένη. Ενώ όμως οι εραστές ξαναμαθαίνουν ο ένας τον άλλον από την αρχή, στα παρασκήνια της σχέσης τους μηχανορραφούν ο Ζοσέφ, γιος της Μαριάν, και η Εβά, αδελφή του Πολ, που είναι εδώ και χρόνια ερωτευμένη με τον Αμπέλ.

Σκηνοθεσία:

Louis Garrel

Κύριοι Ρόλοι:

Louis Garrel … Abel

Laetitia Casta … Marianne

Lily-Rose Depp … Eve

Joseph Engel … Joseph

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jean-Claude Carriere, Louis Garrel

Παραγωγή: Pascal Caucheteux, Gregoire Sorlat

Φωτογραφία: Irina Lubtchansky

Μοντάζ: Joelle Hache

Σκηνικά: Jean Rabasse

Κοστούμια: Barbara Loison

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: L’Homme Fidele

Ελληνικός Τίτλος: Ένας Πιστός Άντρας

Διεθνής Τίτλος: A Faithful Man

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για υποσχόμενη ηθοποιό (Lily-Rose Depp) στα Cesar.
  • Βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπάστιαν.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 18/5/2019

Ματαιοδοξίας το ανάγνωσμα για τον Louis Garrel; Πιθανότατα, μιας κι έχοντας ολοκληρωτικά το τιμόνι της δημιουργίας στα χέρια του επιλέγει να είναι το αντικείμενο του πόθου δύο όμορφων γυναικών, αλλά δύσκολα μπορεί κάποιος να αποκηρύξει το φιλμ συνολικά: υπάρχει ένας αέρας δροσιάς γύρω από τις ερωτικές περιπέτειες στις οποίες μπαίνει η πρωταγωνιστική τριπλέτα που κάνει το όλο θέαμα χαριτωμένο, έστω κι αν δεν ανακαλύπτεται δα ο τροχός. Η δε δυναμική ανταγωνισμού που δημιουργείται μεταξύ της ώριμης εγκράτειας της Laetitia Casta και του παρορμητισμού της Lily-Rose Depp αυξάνει το ενδιαφέρον όταν πάει να το ρίξει ο υπερβολικά συνηθισμένος κεντρικός ήρωας του Garrel, που παραμένει πάντοτε επιφανειακά ψυχογραφημένος συγκριτικά.

Ενδέχεται να είναι ένα από τα πιο «εύκολα» σενάρια που έχει συγγράψει ποτέ στην καριέρα του ο παλαίμαχος Jean-Claude Carriere, τα δρώμενα όμως έχουν επαρκή νοστιμιά ώστε να μην χαρακτηριστεί αυτή η δουλειά ως μια «ξεπέτα». Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η ταινία φοβάται να σπάσει τα «φρένα» της, να αφεθεί εντελώς σε μια αφηγηματική τρέλα που θα μπορούσε κάλλιστα να προκύψει από την καλώς εννοούμενη μούρλια πολλών εκ των περιστατικών που λαμβάνουν χώρα, καταλήγοντας να είναι αταίριαστα συγκρατημένη σε σχέση με τη δυναμική της. Αυτό το «μάγκωμα» φαίνεται κι όταν πλησιάζει το φινάλε, που φανερώνει ότι οι δύο σεναριογράφοι έχουν στερέψει πρόωρα από ιδέες και προχωράνε βιαστικά σε ένα κλείσιμο που δεν μοιάζει απόλυτα ικανοποιητικό. Βέβαια γίνεται κατανοητό πως επιλέγεται αυτός ο δρόμος γιατί πρέπει να διατηρηθούν κάποιες ευαίσθητες ισορροπίες, μιας και οι δραματικές πτυχές του σεναρίου έχουν μια βαρύτητα τέτοια που με πολύ επιδέξιους χειρισμούς μόνο θα «σήκωναν» μια περισσότερο παλαβιάρικη ματιά.

Στην όλη σύλληψη της ιστορίας υφέρπουν ενδιαφέρουσες προεκτάσεις μέχρι και ψυχαναλυτικής φύσεως, οι οποίες δυστυχώς δεν εξερευνούνται ποτέ σε αρκετό βάθος ώστε να καταστήσουν το σύνολο κάτι παραπάνω από απλά μια ευχάριστη κομεντί. Η προσέγγιση δεν είναι εμπορικής κοπής κι αυτό είναι φανερό από διάφορες λεπτομέρειες (μια εκ των σημαντικότερων παραμέτρων της πλοκής αφήνεται «ανοιχτή» στην ερμηνεία του θεατή), κάτι που μπορεί σαφώς να εκτιμηθεί, ταυτόχρονα όμως δεν προχωράει στον βαθμό που να οδηγείται το τελικό αποτέλεσμα σε κάτι καλλιτεχνικά υπερβατικό, μένοντας στα χωράφια της σχετικά ποιοτικής ψυχαγωγίας. Ήθελε επίσης κάπως καλύτερη επεξεργασία ο χαρακτήρας του μικρού γιου, που συσσωρεύει δυστυχώς πολλά από τα καθιερωμένα σοβαροφανή κλισέ των ρόλων του συγκεκριμένου ηλικιακού εύρους. Γενικότερα λείπει η απαιτούμενη εμβάθυνση που θα χρειαζόταν ώστε να επενδύσει αυτός που παρακολουθεί πραγματικά σε όσα συμβαίνουν, να μπει μέσα στο δράμα των ηρώων και να μην το βλέπει αποστασιοποιημένα απλά σαν ένα εύθυμο και κατά βάθος ανώδυνο παιχνίδι. Μπαίνει κανείς στη διαδικασία να αναρωτηθεί πόσο καλύτερο θα ήταν το φιλμ με μια διαφορετική μεταχείριση από άποψη ύφους, για παράδειγμα με μια νεο-σκρούμπολ οπτική παρόμοια με αυτήν που ακολουθείται από μερίδα της σύγχρονης αμερικάνικης ανεξάρτητης κομεντί.

Οι καλύτερες στιγμές του «Ένας Πιστός Άντρας» είναι αυτές που εστιάζουν στις ατομικές ιδιαιτερότητες του καθενός από τα πρόσωπα, βοηθούμενες από την εις τριπλούν ενδοδιηγητική (και ομολογουμένως υπερεπεξηγηματική σε μπόλικα σημεία) αφήγηση που παρέχουν, και οι πιο αδύναμες εκείνες που υποκύπτουν στις συμβάσεις του είδους το οποίο εξυπηρετεί προκειμένου να μη μείνει εκτός η μερίδα του κοινού που αρέσκεται σε κάτι πιο προσβάσιμο και λιγότερο ιδιοσυγκρασιακό. Ειδικά ο τρόπος με τον οποίο «σερβίρεται» το συναισθηματικό στοιχείο θυμίζει πάρα πολύ τον αντίστοιχο χολιγουντιανό όταν πάει να δρέψει τάχα ποιοτικές δάφνες στοχεύοντας προς το γλυκόπικρο, φλερτάροντας όμως αρκετά και με το γλυκανάλατο. Εν κατακλείδι, αν κάποιος είναι διατεθειμένος να κάνει τα στραβά μάτια απέναντι στη συχνά ναρκισσιστική τάση του σκηνοθέτη, συν-σεναριογράφου και πρωταγωνιστή για αυτοπροβολή, θα ανακαλύψει ένα συμπαθές μείγμα ελαφρώς ανορθόδοξου ρομαντισμού και παιχνιδιάρικης διάθεσης, ίσως αρκετής για να αποτελέσει ένα αξιοπρεπές σφηνάκι διασκέδασης για μια δροσερή βραδιά δίχως πολλές απαιτήσεις και μέχρι εκεί.

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Γκαλερι φωτογραφιων

7 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.