1890. Με σκοπό να δραπετεύσει από τον δυτικό πολιτισμό, ο διάσημος ζωγράφος Πολ Γκογκέν αυτοεξορίζεται στη μακρινή Πολυνησία του Ειρηνικού Ωκεανού. Εκεί θα γνωρίσει την Τεχούρα, με την οποία θα ερωτευτεί τρελά και θα γίνει η μούσα του για μια σειρά από πίνακες που θα αφήσουν ιστορία.

Σκηνοθεσία:

Edouard Deluc

Κύριοι Ρόλοι:

Vincent Cassel … Paul Gauguin

Pernille Bergendorff … Mette Gauguin

Tuhei Adams … Tehura

Malik Zidi … Henri Vallin

Marc Barbe … Stephane Mallarme

Samuel Jouy … Emile Schuffenecker

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Edouard Deluc, Etienne Comar, Thomas Lilti, Sarah Kaminsky

Παραγωγή: Bruno Levy

Μουσική: Warren Ellis

Φωτογραφία: Pierre Cottereau

Μοντάζ: Guerric Catala

Σκηνικά: Emmanuelle Cuillery

Κοστούμια: Celine Guignard, Elisabeth Mehu

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Gauguin – Voyage de Tahiti
  • Ελληνικός Τίτλος: Πωλ Γκωγκέν
  • Διεθνής Τίτλος: Gauguin
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Πολ Γκογκέν

Σεναριακή Πηγή

  • Βιβλίο: Noa Noa, Voyage de Tahiti του Paul Gauguin.

Παραλειπόμενα

  • Ο Edouard Deluc γνώρισε το βιβλίο Noa Noa ήδη από τα χρόνια του φοίτησης στις καλές τέχνες και το κράτησε έκτοτε ως πιθανή κινηματογραφική ιδέα. Το 2012, η ανάγνωσή του The Moon and Sixpence του W. Somerset Maugham, μυθιστορήματος εμπνευσμένου από τον Gauguin, τον έκανε να επιστρέψει οριστικά στην ιστορία του ζωγράφου.
  • Το Noa Noa δεν χρησιμοποιήθηκε ως συμβατικό σενάριο: οι δημιουργοί άντλησαν επίσης υλικό από άλλα γραπτά του Gauguin και από την αλληλογραφία του με τη σύζυγο και τους φίλους του.
  • Ο Deluc αντιμετώπισε την ταινία περισσότερο ως ταινία περιπέτειας και γουέστερν παρά ως κλασικό biopic. Ανάμεσα στις κινηματογραφικές αναφορές του ήταν τα Σταυροφόροι της Δύσεως (1952) του Howard Hawks, Δυο Λιοντάρια στον Ειρηνικό (1968) του John Boorman και Τζερεμάια Τζόνσον, ο Αλύγιστος (1972) του Sydney Pollack.
  • Ο Vincent Cassel δεν αρκέστηκε στην αλλαγή εμφάνισης, αλλά επιπλέον έχασε βάρος, έκανε μαθήματα ζωγραφικής και γλυπτικής και ζήτησε να χρησιμοποιήσει ψεύτικα δόντια, ώστε να αποδοθεί η σωματική παρακμή του Gauguin.
  • Πριν από τα γυρίσματα, ο Cassel επισκέφθηκε μαζί με τον Deluc το Μουσείο Ορσέ για να μελετήσει από κοντά τους πίνακες και τα γλυπτά του διάσημου ζωγράφου.
  • Η Tuhei Adams, που υποδύεται την Τεχούρα, ήταν μόλις 17 ετών και χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία ή εκπαίδευση στην υποκριτική. Ο Deluc την εντόπισε ήδη από τη δεύτερη ημέρα του κάστινγκ και τελικά πήρε τον ρόλο.
  • Για το κάστινγκ στην Πολυνησία κινητοποιήθηκαν περισσότεροι από χίλιοι ντόπιοι, ενώ η παραγωγή αναζητούσε περίπου 600 κομπάρσους και 15 μικρούς ρόλους.
  • Τα γυρίσματα στην Ταϊτή πραγματοποιήθηκαν κυρίως τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2016, στην περιοχή της χερσονήσου. Περίπου 300 ντόπιοι κομπάρσοι και ηθοποιοί συμμετείχαν τελικά στην παραγωγή.
  • Σύμφωνα με τις διαθέσιμες βιογραφικές πηγές, όταν γνωρίστηκαν ο Gauguin με την Tehura αυτός ήταν 43 ετών και εκείνη 13. Η ταινία δεν αναφέρει ρητά την ηλικία της, γεγονός που προκάλεσε έντονη συζήτηση κατά την κυκλοφορία της.

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 10/5/2018

Χωρίς πρόθεση να να βασιστεί σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, δίχως όμως παράλληλα να καταφέρνει να αποτινάξει πλήρως από πάνω της τη σφραγίδα μιας χαλαρά υφασμένης biopic, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Εντουάρ Ντελίκ, επιχειρεί να εστιάσει στο πρώτο ταξίδι του μεταϊμπρεσιονιστή ζωγράφου στην γαλλική Πολυνησία, η οποία και επηρέασε καλλιτεχνικά όχι μόνο τον ίδιο αλλά και ολόκληρη την μετέπειτα προσέγγιση στην μοντέρνα ζωγραφική. Δυστυχώς όμως, κάτι τέτοιο δεν μοιάζει να διαφαίνεται ξεκάθαρα στο φιλμ, το οποίο αποφασίζει να εστιάσει στην ερωτική σχέση του Γκωγκέν με μια νεαρή Ταϊτινή, αφενός αλλάζοντας σημαντικά την ιστορική αλήθεια για χάρη της δραματουργίας, και αφετέρου μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον σε ένα στόρι που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει πρωταγωνιστή έναν διαφορετικό χαρακτήρα και όχι τον διάσημο ζωγράφο.

Η κάμερα προσπαθεί διαρκώς να κρατά τα πλάνα σε ρηχή εστίαση, αντηχώντας την έντονα δισδιάστατη αποτύπωση των θεμάτων των έργων του Γκωγκέν στον καμβά, αφήνοντας παράλληλα να περνά σχεδόν απαρατήρητο το ομολογουμένως υπέροχο τοπίο της Ταϊτής, στην οποία ο φτωχός και απαξιωμένος ζωγράφος θα φτάσει, ήδη από την αρχή του φιλμ. Το πολύμηνο και εξαντλητικό ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου, όπως και οι άρνηση της οικογένειας του καλλιτέχνη να τον ακολουθήσει θα περιοριστούν ή θα αποκλειστούν τελείως από την αφήγηση, η οποία θα δώσει τελικά έμφαση στην σταδιακή επιδείνωση της υγείας του, στην απομόνωση προς αναζήτηση έμπνευσης και στην τυχαία γνωριμία του με την Τεχούρα, η οποία κάτω από συνοπτικές διαδικασίες θα γίνει γυναίκα του για το διάστημα της παραμονής του στο νησί.

Το βασικό πρόβλημα της ταινίας του Ντελίκ δεν μοιάζει να αφορά τις τεράστιες αποκλήσεις της από την ιστορική αποτύπωση της πραγματικής προσωπικότητας του ζωγράφου. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η Ταϊτινή γυναίκα του καλλιτέχνη ήταν δεκατριών χρονών όταν την παντρεύτηκε, ότι ο ίδιος δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ του μονογαμικός, όπως και ότι ο θάνατός του προήλθε τελικά από σύφιλη. Η αδυναμία της, ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι η καινοτομία της καλλιτεχνικής σκέψης και ο πειραματισμός στη δημιουργική έκφραση απουσιάζουν εντελώς από την αφήγηση. Εκτός αυτού, η ανάγκη απαγκίστρωσης από τις νόρμες και τις συμβάσεις της καθημερινής ζωής και η πλήρης βύθιση σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης, που χαρακτήρισαν και ενέπνευσαν τον ζωγράφο, αντιμετωπίζονται από τους τέσσερις διαφορετικούς σεναριογράφους ως αναποτελεσματικές παρορμήσεις, αφού η πραγματικότητα είναι πάντα εκεί για να μετατρέψει τον παράδεισο σε κόλαση και το ειδυλλιακό όνειρο σε σκληρό εφιάλτη. Το δε ερωτικό τρίγωνο που κάνει την εμφάνισή του κάπου στα μέσα της πλοκής περισσότερο αποπροσανατολίζει παρά προσφέρει συνοχή στην ιστορία, ενώ η απήχηση της γαλλικής αποικιοκρατίας και του χριστιανικού προσηλυτισμού στον πληθυσμό (και κατά συνέπεια στο έργο του καλλιτέχνη) κάνουν εδώ και εκεί την εμφάνιση τους, δίχως να λαμβάνουν τη βαρύτητα που τους αρμόζει.

Αυτό που μένει να κρατά τα πολλά θραύσματα του φιλμ δεμένα μεταξύ τους είναι η χαρισματική περφόρμανς του Κασέλ, με το γεμάτο απόγνωση αλλά και λαχτάρα βλέμμα του να γίνεται ένα με τον γκριζογάλανο αρχιπέλαγος που περιβάλλει τα μικρά νησάκια τα οποία έμελλαν να γίνουν πασίγνωστα μέσω των πινάκων του επιδραστικού Γάλλου ζωγράφου. Μαζί με το φινάλε -που αποδίδει πολύ καλύτερα σχεδόν απ’ οτιδήποτε έχει προηγηθεί- όπως βέβαια και την εντυπωσιακά λυρική μουσική επένδυση του Γουόρεν Έλις, μόνιμου συνεργάτη του Νικ Κέιβ (ο οποίος υπογράφει και δυο συνθέσεις στο σάουντρακ), αποτελούν ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει αυτό το κατά τα άλλα μονοδιάστατο δημιούργημα. Ματιές σε ένα καλλιτεχνικό μεγαλείο, μέσα από ένα άστοχο και ανεπιτυχές κινηματογραφικό πρίσμα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *