Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Ο Μπλάνκο, ο χαρισματικός ιδιοκτήτης μιας μεγάλης οικογενειακής επιχείρησης, βρίσκεται υπό πίεση όταν διαγωνίζεται για το τοπικό επιχειρηματικό βραβείο. Όλα πρέπει να είναι τέλεια! Η εικόνα όμως αυτής της τέλειας επιχείρησης διαλύεται, όταν πρέπει να τα βάλει με έναν εκδικητικό απολυμένο εργάτη, έναν καταθλιπτικό προϊστάμενο, κι έναν παλαβό ασκούμενο. Για να κερδίσει τον διαγωνισμό, το χειριστικό “καλό αφεντικό” αφήνει πλέον κάθε αισχύνη και εισβάλει στις προσωπικές ζωές των υπαλλήλων του, περνώντας κάθε κόκκινη γραμμή, αλλά και αγνοώντας ότι έχει πυροδοτήσει ένα εκρηκτικό φυτίλι με άγριες συνέπειες. 

Σκηνοθεσία:

Fernando Leon de Aranoa

Κύριοι Ρόλοι:

Javier Bardem … Julio Blanco

Manolo Solo … Miralles

Almudena Amor … Liliana

Oscar de la Fuente … Jose

Sonia Almarcha … Adela

Fernando Albizu … Roman

Tarik Rmili … Khaled

Celso Bugallo … Fortuna

Francesc Orella … Alejandro

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Fernando Leon de Aranoa

Παραγωγή: Fernando Leon de Aranoa, Jaume Roures

Μουσική: Zeltia Montes

Φωτογραφία: Pau Esteve Birba

Μοντάζ: Vanessa Marimbert

Σκηνικά: Cesar Macarron

Κοστούμια: Fernando Garcia

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: El Buen Patron
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Τέλειο Αφεντικό
  • Διεθνής Τίτλος: The Good Boss

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρώτου αντρικού ρόλου (Javier Bardem), σεναρίου, μουσικής και μοντάζ στα Goya. Υποψήφιο για δεύτερο αντρικό ρόλο (Manolo Solo, Celso Bugallo και Fernando Albizu), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Sonia Almarcha), νέο ηθοποιό (Tarik Rmili και Oscar de la Fuente), νέα ηθοποιό (Almudena Amor), παραγωγή, φωτογραφία, σκηνικά, κοστούμια, ήχο, ειδικά εφέ και μακιγιάζ/κομμώσεις.
  • Επίσημη πρόταση της Ισπανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Έφτασε ως τις 15 επιλαχούσες.

Παραλειπόμενα

  • Έντονη κουβέντα ξεκίνησε με την ανακοίνωση της ισπανικής ακαδημίας που πρότεινε αυτή την ταινία για τα Όσκαρ, κι ενώ στις υποψήφιες ήταν και το Παράλληλες Μητέρες του Pedro Almodovar (από τα λογικά φαβορί της οσκαρικής κατηγορίας, αν όμως προτείνονταν). Παρόλα αυτά, οι εγχώριες επιδόσεις του φιλμ δεν ήταν αμελητέες. Ήταν η τέταρτη πιο επικερδής ισπανική ταινία της χρονιάς, ενώ οι 20 υποψηφιότητες στα βραβεία Goya αποτέλεσαν νέο ρεκόρ για τον θεσμό.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 12/6/2022

Ο Fernando Leon de Aranoa είχε εξαρχής στην καριέρα του φανερώσει το ταλέντο να μην ξεπέφτει στον λαϊκισμό μελετώντας θέματα που εν μέρει ακόμα και τον επιβάλλουν. Έτσι κι εδώ, μας βάζει στην καρέκλα του μεγάλου αφεντικού, όχι για να μας αποδείξει εκ των έσω το πόσο γελοία προσωπικότητα μπορεί να είναι, αλλά για να μας παγιδεύει στα αίτια που μοιραία τον αναγάγουν σε κάτι τέτοιο.

Το να ψυχογραφήσεις τον Χούλιο Μπλάνκο της ταινίας, δεν είναι διόλου μα διόλου κάτι το εύκολο. Πρόκειται για έναν άνθρωπο σαν όλους τους άλλους, που όμως έχει γεννηθεί έχοντας την ευχή και την κατάρα του πλούτου και της διατήρησης του. Ακόμα σημαντικότερο για αυτόν δεν είναι μόνο η διατήρηση ή η αύξηση της ποιότητας ζωής του, αλλά εκείνες οι επιτυχίες υπό τη μορφή βραβείων και επαίνων που θα αποδείξουν στον εαυτό του πρωτίστως ότι δεν είναι απλά απόγονος του πλούσιου πατέρα του, αλλά μια πετυχημένη και ανώτερη ύπαρξη που της αξίζουν οι πολυτέλειες που τον περιτριγυρίζουν. Είναι όμως και άνθρωπος που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Όλα για αυτόν έχουν συνοψιστεί στην έννοια της τέλειας ισορροπίας, που όταν χάνεται, πρέπει να βάλει το χέρι του ακόμα και στα πιο απόκρυφα σημεία γύρω του για να επιφέρει την ευθυγράμμιση. Ναι, δεν νοιάζεται αληθινά ούτε για μισή ψυχή γύρω του, αλλά γνωρίζει κάτι που αγνοούν οι περισσότεροι προλετάριοι: για να είσαι εσύ υγιής, πρέπει και το περιβάλλον γύρω σου να είναι υγιές ή τουλάχιστον να δείχνει έτσι.

Μετά από κάποιες απογοητεύσεις, ο Fernando Leon de Aranoa επιστρέφει στις Δευτέρες με Λιακάδα που τον έβαλαν στον χρυσό χάρτη του ισπανικού σινεμά, και αντί να επαναλαμβάνεται, πιάνει το ίδιο θέμα από την αντίθετη σκοπιά. Δεν κάνει όμως κωμωδία όπως κάποιοι ίσως βιαστούν να αναγνώσουν εδώ πέρα, αλλά κρατάει όπως και ο ήρωας του τη ζυγαριά ανάμεσα στην «κωμωδία της ζωής» και την τραγωδία των συναισθημάτων. Η σάτιρα του δεν θυμίζει κάτι το παραδοσιακό, και ως προς αυτό εξαλείφει κάθε σημάδι «λαϊκισμού» που θα χρειάζονταν απλά για να ευφράνει την καρδιά του μεροκαματιάρη ανθρώπου-θεατή. Είναι σαν να θέτει κι αυτόν προ των ευθυνών του, που πρέπει να έχει πολλά περισσότερα κατά νου από το απλό «θάνατος στα αφεντικά» αν θέλει αληθινά να ζήσει κάτι καλύτερο από το λούμπεν. Πιο πολύ ταιριάζει να δεις το αφεντικό ως καθαρά αφεντικό με όσα συνοδεύουν αυτή την έννοια επί των ευθυνών του και των βασικών του θέλω, παρά να τον δαιμονοποιήσεις με τα κλισέ που τον συνοδεύουν, κι εντέλει μοιραία να χάσεις ακόμα μία μάχη της ζωής. Ακόμα και η επανάσταση δεν κερδίζεται μόνο με τα όπλα, αλλά με πολλά καντάρια μυαλού…

Όχι τόσο διασκεδαστικό όπως θα επιθυμούσαν κάποιοι, ούτε βάζει την ιντριγγαδόρα μυθοπλασία να λειώνει υπό το βάρος του κωμικού-σατιρικού στοιχείου. Ο de Aranoa κάνει κωμωδία δημιουργού, με τον Javier Bardem να του ξεπληρώνει τα δάνεια διασημότητας με τον πλέον κωμικοτραγικό τρόπο (ειδικά ένα συγκεκριμένο του όος και στιγμιαίο ξέσπασμα μπροστά σε βρύσες είναι για Όσκαρ). Είναι όμως αυτό το μπλέξιμο ανάμεσα στα είδη ταινιών και νοημάτων που εντέλει δεν αφήνει το φιλμ να μιλήσει αληθινά ξεκάθαρα στον θεατή, που στην προκειμένη περίπτωση είναι φυσιολογικό να αναζητούσε από εδώ άμεσες απαντήσεις, παρά ταυτόχρονο «τράβηγμα του αυτιού». Όπως και να το κάνεις, το φινάλε του φιλμ είναι ξεκάθαρο ως προς αυτό.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

2 Σχόλια

  1. Μακης 26 Ιουνίου 2022

    Τελειο αφεντικο τελεια ταινια

  2. Μαράκι 5 17 Ιουνίου 2022

    Φαν του Μπαρδέμ, πήγα από την πρώτη μέρα και το απόλαυσα. Όχι πολύ αστείο, αλλά απολαυστικό.