Η ιστορία επικεντρώνεται γύρω από τη Στέφανι, μια μαμά «vlogger» που αναζητά την αλήθεια πίσω από την εξαφάνιση της καλύτερης της φίλης , της Έμιλι. Η Έμιλι ένα πρωινό της τηλεφωνεί και της ζητάει μια μικρή χάρη, να παραλάβει η Στέφανι τον γιο της από το σχολείο, μέχρι η ίδια να επιστρέψει από την δουλεία της. Από εκείνη τη στιγμή, τα ίχνη της αγνοούνται.

Σκηνοθεσία:

Paul Feig

Κύριοι Ρόλοι:

Anna Kendrick … Stephanie Smothers

Blake Lively … Emily Nelson

Henry Golding … Sean Townsend

Andrew Rannells … Darren

Linda Cardellini … Diana Hyland

Rupert Friend … Dennis Nylon

Jean Smart … Margaret McLanden

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jessica Sharzer

Παραγωγή: Paul Feig, Jessie Henderson

Μουσική: Theodore Shapiro

Φωτογραφία: John Schwartzman

Μοντάζ: Brent White

Σκηνικά: Jefferson Sage

Κοστούμια: Renee Ehrlich Kalfus

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: A Simple Favor
  • Ελληνικός Τίτλος: Μία Μικρή Χάρη
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: A Simple Favour [Μεγ. Βρετανία]

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: A Simple Favor της Darcey Bell.

Παραλειπόμενα

  • Για την προώθηση της ταινίας, η Blake Lively έσβησε όλες τις φωτογραφίες της και πάτησε unfollowed σε όλους στο Instagram, ακολουθώντας αποκλειστικά μονάχα όσους ονομάζονταν Emily Nelson.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός:  Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 27/9/2018

Από την εποχή των «Φιλενάδων» που άρχισε να χτίζει όνομα στη βιομηχανία, ο Paul Feig έχει αναλάβει έναν ενδιαφέροντα ρόλο πρεσβευτή της γυναικοκεντρικής mainstream χολιγουντιανής κωμωδίας, όπου έχοντας και τη βοήθεια ενός αξιοζήλευτα ταλαντούχου συνήθως καστ έχει παράγει απολαυστικά αποτελέσματα όσον αφορά τον προαναφερθέντα τίτλο και το «Spy». Το ριμέικ του «Ghostbusters» δεν του βγήκε δυστυχώς λόγω σεναρίου και φτωχού χιούμορ, όχι εξαιτίας της κεντρικής σύλληψης όπως βλακωδώς ειπώθηκε από οργισμένους φαν των παλιών ταινιών, όμως γενικά πρόκειται για μια περίπτωση σκηνοθέτη που έχει τραβήξει δικαιολογημένα πάνω του τα βλέμματα λόγω αυτής της άτυπης σταυροφορίας που έχει ανακηρύξει για να καλύψει το κενό της αποκαλούμενης «θηλυκής ματιάς» στο σινεμά ευρείας αποδοχής. Εδώ αν και διατηρεί τη γυναίκα σε πρώτο πλάνο δε γυρίζει καθαρόαιμη κωμωδία, η φόρμα που ακολουθείται είναι αυτή του θρίλερ μυστηρίου, όμως το ύφος είναι ξεκάθαρα σαρκαστικό και σατιρικό, κανιβαλίζοντας όχι μόνο τη λεγόμενη ανώτερη μεσαία τάξη των προαστίων της Αμερικής αλλά και τα κλισέ του είδους που εκπροσωπεί όπως έχουν διαμορφωθεί στην εποχή της κυριαρχίας της Gillian Flynn. Γενικότερα, το φιλμ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» που έχει πιει λίγο παραπάνω από τα κοκτέιλ που φτιάχνει η ηρωίδα της Blake Lively και που δεν παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του, γεγονός που αναπόφευκτα το καθιστά κατώτερο συγκριτικά, σε ψυχαγωγικό όμως επίπεδο λειτουργεί.

Το δυνατό σημείο πάντως δεν είναι τόσο η γεμάτη ανατροπές πλοκή, οι οποίες δεν είναι κι εντελώς απρόβλεπτες για όποιον μπει στο κλίμα της ταινίας που γέρνει προς την αυτοπαρωδία, όσο η έξοχη χημεία μεταξύ Kendrick και Lively, και αν η πρώτη έχει υποδυθεί ξανά λιγότερο ή περισσότερο με την επιτυχημένη μανιέρα της το κορίτσι της διπλανής πόρτας, εδώ έχοντας και κάποιες σκοτεινές πλευρές, είναι η δεύτερη που εκπλήσσει με έναν αέρα ερμηνευτικής σιγουριάς και μια τσαμπουκαλεμένη οξυδέρκεια που δεν έχει επιδείξει σε τέτοιο βαθμό σε κανέναν προηγούμενο ρόλο της, αν και είναι αλήθεια πως βοηθάει και ο άκρως αβανταδόρικος χαρακτήρας που υποδύεται. Κάποιες σεναριακές λαθροχειρίες εδώ κι εκεί μειώνουν κάπως την απόλαυση, με πιο κραυγαλέα το πως μένει ανεκμετάλλευτη η υποπλοκή με το παρελθόν της Kendrick, που δε φαίνεται να «κολλάει» με το σύνολο μιας και θα μπορούσε να λείπει και αυτό δε θα επηρέαζε καθόλου το σκελετό της ιστορίας. Εντοπίζεται επίσης σε κάποια σημεία μια παρέκκλιση από το γενικά χαβαλετζίδικο τόνο της αφήγησης, ειδικά όσο προχωράει στην επίλυσή του το αστυνομικό μυστήριο, δημιουργώντας μια ανομοιογένεια που δίνει την εντύπωση πως ο Feig δεν είναι απόλυτα σίγουρος για την ταυτότητα του πονήματός του.

Όταν κυλήσουν οι τίτλοι τέλους πάντως έχει καταστεί ξεκάθαρο πως η ειρωνεία ξεχειλίζει υπερβολικά από τις σελίδες του σεναρίου για να μην εκλάβει κάποιος το όλο εγχείρημα σαν ένα μεγάλο, ενίοτε υστερικό, αλλά γενικά αρκετά εύστοχο αστείο εις βάρος της ευμεγεθούς μερίδας του κοινού που άκριτα χάφτει όλες τις κακώς εννοούμενες μόδες της αστυνομικής λογοτεχνίας και των κινηματογραφικών προϊόντων της. Η πονηριά είναι το ότι το φιλμ έχει κατασκευαστεί για να ικανοποιήσει τα ένστικτα του ευρέως κοινού, ώστε ακόμη κι αν το «ανέκδοτο» δεν το πιάσουν αρκετοί, να μείνουν ικανοποιημένοι με μια πλοκή που να ικανοποιεί συμβάσεις και στάνταρ που έχουν τεθεί εδώ και δεκαετίες. Αυτή η διττή υπόσταση του όλου εγχειρήματος αποδυναμώνει κάπως και την καυστική του διάσταση, χωρίς να τη βλάπτει ανεπανόρθωτα. Σίγουρα όμως κανείς σκέφτεται ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν ο Feig ξεσάλωνε ακόμη περισσότερο φτάνοντας στα χωράφια της ακραίας μαύρης κωμωδίας. Έστω, ακόμη κι έτσι, το «Μια Μικρή Χάρη» είναι ένα αναγκαίο βήμα προς την απομυθοποίηση πολλών καθιερωμένων στερεοτύπων ενός είδους το οποίο ο μέσος θεατής παραέχει ψηλά για να το αποδομήσει κριτικά, αν και για να παράγει κάτι πραγματικά αξέχαστο έχοντας τον ίδιο στόχο χρειαζόταν έναν ακόμη τολμηρότερο σκηνοθέτη…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.