Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Για να συλλάβει κανείς το αληθινό βάθος της ταινίας «Η Γεύση του Κερασιού», οφείλει πρώτα να αφουγκραστεί τη σιωπή του πλαισίου μέσα στο οποίο γεννήθηκε: ένα ασφυκτικό περιβάλλον όπου η τέχνη πάλευε για την ανάσα της. Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, το ιρανικό σινεμά εισήλθε σε έναν ιδιότυπο ηθικό λαβύρινθο. Η λογοκρισία δεν ήταν απλώς πολιτική παρέμβαση, αλλά μια κοσμοθεωρία που διαπερνούσε τα πάντα: τις εικόνες, τις φωνές, τις σιωπές. Οτιδήποτε μπορούσε να αγγίξει τον πυρήνα της ανθρώπινης επιθυμίας -και ειδικά η αναπαράσταση του γυναικείου σώματος ή της εσωτερικής αγωνίας- αντιμετωπιζόταν ως απειλή. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον χώρο περιορισμού, ο Αμπάς Κιαροστάμι δεν σιώπησε.

Το έργο του Κιαροστάμι εμφανίζει εμφανείς συγγένειες με τον ιταλικό νεορεαλισμό -σκηνοθέτες όπως ο Ρομπέρτο Ροσελίνι έχουν επηρεάσει άμεσα την αισθητική και αφηγηματική του προσέγγιση. Η «Γεύση του Κερασιού» αναδεικνύει τις αβεβαιότητες, τις δυσκολίες και τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, ακολουθώντας παράλληλα έναν μινιμαλιστικό και λιτό κινηματογραφικό λόγο.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο κ. Μπατί, είναι ένας άνδρας που έχει αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή του. Η απογοήτευσή του από τον κόσμο δεν εκφράζεται με κραυγές ή δραματικούς ελιγμούς, αλλά μέσα από μια ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη φωνή -κάτι που εντείνει το αίσθημα της αποστασιοποίησης και του εσωτερικού φαύλου κύκλου του πόνου. Ο ήρωας της ταινίας δεν ζητά βοήθεια, αλλά μια τελετουργική συνδρομή στον αφανισμό του. Στο ταξίδι του συναντά πρόσωπα που γίνονται προσωπεία στάσεων απέναντι στην ίδια τη ζωή. Ο νεαρός Κούρδος, ο Ιμάμης, ο ταριχευτής -τρεις οπτικές, τρεις απαντήσεις στο ίδιο ανείπωτο ερώτημα: έχει νόημα η ύπαρξη, κι αν ναι, πού ακριβώς εδράζεται αυτό το νόημα; Η πιο αφοπλιστική φωνή είναι εκείνη του ηλικιωμένου ταριχευτή, που δεν αντιπαρατίθεται με επιχειρήματα αλλά με ανάμνηση: τη γεύση ενός κερασιού. Ένα μικρό, σχεδόν γελοίο γεγονός που αποκτά διαστάσεις υπαρξιακής αποκάλυψης. Η ζωή, υποστηρίζει, μπορεί να ανατραπεί από το ελάχιστο, από μία λεπτομέρεια. Ίσως, τελικά, να μην είναι η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία, αλλά η ικανότητα να παρατηρείς το μικρό θαύμα μέσα στο συνηθισμένο.

Η «Γεύση του Κερασιού» δεν είναι μια απλή αφήγηση για την αυτοκτονία, αλλά μια ποιητική περιδιάβαση στο εσωτερικό της ανθρώπινης μοναξιάς. Είναι ένας διαλογισμός για το δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέγει -ακόμα και να αρνείται- τη ζωή. Και συνάμα, είναι μια σιωπηλή έκκληση να δει κανείς ξανά, μέσα από τα μάτια του απλού, του εφήμερου. Ωστόσο, παρά τη βαθιά υπαρξιακή πρόθεση της ταινίας, ένα ερώτημα παραμένει αναπάντητο -και ίσως αυτό να είναι και το πιο κρίσιμο: μπορεί ο στοχασμός να αντικαταστήσει τη συγκίνηση; Η ταινία του Κιαροστάμι, με την πνευματική της αποστασιοποίηση, μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στον νου παρά στην καρδιά. Οι διάλογοι, αν και εκτενείς, δεν γεννούν πάντα αντανακλάσεις · συχνά εκφέρουν σκέψεις χωρίς να τις μοιράζονται ουσιαστικά. Το σινεμά, που είναι κατεξοχήν τέχνη της εμπλοκής, εδώ λειτουργεί ως καθρέφτης που αρνείται να επιστρέψει είδωλο. Ο θεατής καλείται να παρατηρήσει, όχι να βιώσει. Και εκεί ίσως να ελλοχεύει η μερική αποτυχία της ταινίας.

Η κορύφωση αυτής της αποστασιοποίησης έρχεται με το φινάλε. Η αφήγηση διαλύεται, η κάμερα μπαίνει στο κάδρο, η μυθοπλασία καταργείται. Είναι μια μετα-κινηματογραφική τεχνική που για άλλους αποτελεί πράξη φιλοσοφικού στοχασμού, για άλλους υπεκφυγή. Ο ήρωας δεν πεθαίνει, ούτε σώζεται. Το ερώτημα μένει ανοιχτό.

Ο τίτλος -«Η Γεύση του Κερασιού»- δεν είναι μόνο λυρικός. Είναι ειρωνικός, υπαινικτικός, σχεδόν προκλητικός. Υπενθυμίζει πως η ζωή δεν χρειάζεται ηρωισμό για να δικαιολογηθεί · αρκεί μία απρόσμενη στιγμή, μια επιστροφή σε κάτι αγαπημένο αλλά λησμονημένο. Όμως, όταν η μορφή κυριαρχεί εις βάρος του βιώματος, όταν ο αισθητισμός υπερκαλύπτει το αίσθημα, τότε το καλλιτεχνικό κινδυνεύει να εκτραπεί σε καλλιτεχνίζον. Η τέχνη δεν είναι άθροισμα νοημάτων, είναι εμπειρία. Κι όταν αυτή η εμπειρία στερείται ανθρώπινης θέρμης, χάνεται το νήμα που ενώνει δημιουργό και θεατή.

Ο Κιαροστάμι, με την οξυδέρκειά του, μας προσκαλεί να σταθούμε μπροστά στο υπαρξιακό αίνιγμα: να ζήσει κανείς ή όχι -και γιατί. Όμως η απάντηση, ή μάλλον η απόπειρα απάντησης, δεν μπορεί να έρθει από την ψυχρή εγκεφαλικότητα. Χρειάζεται εκείνη τη ρωγμή που ανοίγει η συγκίνηση. Και σε αυτήν, η «Γεύση του Κερασιού» -παρά την ποιητική της δύναμη- μοιάζει να μην τολμά να εισχωρήσει ολοκληρωτικά.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *