
Κριτική | Το Νησί (2024)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Ο Ron Howard, μια εμβληματική μορφή της κινηματογραφικής βιομηχανίας, έχει διαγράψει μια αξιοσημείωτη πορεία, μεταπηδώντας από το status του «παιδιού-ηθοποιού» των δεκαετιών του ’50 και ’60 σε καταξιωμένο σκηνοθέτη του Νέου Χόλιγουντ. Η καριέρα του αποτελεί παράδειγμα συνεχούς μεταμόρφωσης και προσαρμογής, διανύοντας τρεις διακριτές φάσεις: ξεκινώντας με κωμωδίες των αρχών, όπως τα “Splash” (1983) και “Cocoon” (1985), περνώντας στη «σοβαρή» κινηματογραφία με έργα όπως το “Apollo 13” (1995) και το “Ransom” (1996), με αποκορύφωμα τις συνεργασίες του με τον Russel Crowe σε ταινίες όπως το «A Beautiful Mind» (2001) και το «Cinderella Man» (2005), καθώς και τις εξαιρετικές δημιουργίες «Frost/Nixon» (2008) και «Rush» (2013).
Ωστόσο, η πορεία του Howard γνώρισε αισθητή κάμψη τα τελευταία χρόνια. Μετά την εμπορική επιτυχία του «Κώδικα Da Vinci» (2006), έργα όπως το “In the Heart of the Sea” (2015), το “Solo: A Star Wars Story “(2018) και το “Hillbilly Elegy” (2020) δεν κατάφεραν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες για μια δημιουργική αναγέννηση. Παρόλα αυτά η επιμονή του ανταμείφθηκε. Ο Howard φαίνεται να διανύει μια νέα καλλιτεχνική αναγέννηση με τις τρεις τελευταίες του ταινίες -«Δεκατρείς Ζωές» (2022), «Jim Henson: Idea Man» (2024) και «Eden» (2024)- επαναφέροντάς τον σε υψηλό επίπεδο ποιότητας.
Το 1934 σημειώθηκαν στο νησί Φλορεάνα, που ανήκει στο αρχιπέλαγος των Γκαλαπάγκος του Ισημερινού, διάφορα μυστηριώδη γεγονότα με εξαφανίσεις και δολοφονίες, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Οι ιστορικές καταγραφές των συμβάντων βασίζονται σε δύο αντιφατικές μαρτυρίες από επιζώντες του νησιού.
Στο κατά τ’ άλλα αφιλόξενο και ακατοίκητο νησί είχαν εγκατασταθεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 δύο γερμανοί φυγάδες από τον πολιτισμό: η Dore Strauch (Vanessa Kirby), που πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και επιδιώκει να θεραπευτεί επί τόπου, και ο Friedrich Ritter (Jude Law), ένας μηδενιστής και νιτσεϊκός γιατρός, ο οποίος είχε αφαιρέσει όλα τα δόντια του για να αποτρέψει μολύνσεις και είχε γίνει διάσημος για τα φιλοσοφικά του άρθρα. Επιπλέον, έγραφε σε εφημερίδες για τις εμπειρίες του και εργαζόταν ακατάπαυστα σε ένα βιβλίο όπου κατέγραφε με πείσμα τις συχνά αμφιλεγόμενες φιλοσοφικές του πεποιθήσεις. Η Φλορεάνα προορίζεται να γίνει για τον Friedrich ένας τόπος φυσικής ομορφιάς και απομόνωσης, καθώς αποστρέφεται την παγκόσμια πορεία, ιδίως τη σκοτεινή πολιτική αλλαγή της Γερμανίας. Θέλει να γίνει ο αρχιτέκτονας μιας νέας φιλοσοφίας, και οι ιδέες του έχουν γίνει αντικείμενο ενδιαφέροντος από τον Τύπο. Τα κείμενά του ενέπνευσαν μιμητές, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν επίσης στο νησί: το γερμανικό ζεύγος Margret και Heinz Wittmer (Daniel Brühl) -μια έγκυος νοικοκυρά και ένας βετεράνος πολέμου, πατέρας ενός φυματικού γιου, του Harry (Jonathan Tittel)- καθώς και η ομάδα της αυτοαποκαλούμενης «Βαρόνης» Eloise Wehrhorn von Wagner-Bousquet (Ana de Armas). Η Βαρόνη, πόρνη, χορεύτρια και τυχοδιώκτρια από την Αυστρία, φτάνει με σκοπό να χτίσει ένα ξενοδοχείο για εκατομμυριούχους, το Hacienda Paradiso, συνοδευόμενη από τον ξεναγό του Ισημερινού Manuel Valdivieso Borja (Ignacio Gasparini) και δύο γερμανούς ζιγκολό, τον Rudolph Lorenz (Felix Kammerer) και τον Robert Philippson (Toby Wallace). Οι δύο τελευταίοι παρουσιάζονται ως μηχανικός και σωματοφύλακας αντίστοιχα, αν και στην πραγματικότητα και οι δύο είναι εραστές της «πλανεύτρας νύμφης» αλλά και αντίζηλοι για την εύνοια και τη στοργή της. Μετά από αυτές τι αφίξεις ο Ritter αυτο-παγιδεύεται στις αντιφάσεις του ανάμεσα στο ασκητικό ιδεώδες του και στην εγωκεντρική του ανάγκη για θαυμασμό.
Η σκηνοθεσία του Howard παραμένει τεχνικά άρτια, με την καθηλωτική κινηματογραφική απεικόνιση του φυσικού τοπίου. Η φωτογραφία του Mathias Herndl δίνει ζωτική πνοή στο φιλμ, με εντυπωσιακά τοπία, ευρηματική χρήση φωτός και έντονη αντιπαραβολή ανοιχτών πλάνων και ασφυκτικών κοντινών. Το φυσικό φως αλλάζει συμβολικά μαζί με τη συναισθηματική φόρτιση: από την ελπίδα του ξεκινήματος στη σκοτεινιά της παρακμής και της σύγκρουσης. Ωστόσο, το «Eden» πάσχει κυρίως στο επίπεδο του σεναρίου. Οι χαρακτήρες σταδιακά απογυμνώνονται από ψυχολογικό βάθος και μετατρέπονται σε υπερβολικές καρικατούρες. Το εύθραυστο ισοζύγιο μεταξύ ρεαλισμού και σάτιρας διαταράσσεται: ο στοχαστικός διάλογος παραχωρεί τη θέση του σε ατελείωτους διαπληκτισμούς, και οι υπαρξιακές συγκρούσεις αντικαθίστανται από αιματηρή βία. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία συναισθηματικής απόστασης από το κοινό, που αντί να εμπλακεί, παραμένει απλός παρατηρητής.
Η φιλοδοξία του Χάουαρντ είναι αξιέπαινη , όμως δεν είναι από μόνη της αρκετή για να δημιουργήσει καλό σινεμά. Τελικά το πιο συγκινητικό σημείο της ταινίας είναι ο λιτός ασπρόμαυρος επίλογος, που μας ενημερώνει για την τύχη των πραγματικών προσώπων της ιστορίας. Αλλά είναι ήδη πολύ αργά…
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



