Συντάκτης: Γιώργος Σπανός

Το λαμπρό Φεστιβάλ των Καννών που άνοιξε την προηγούμενη Τρίτη συνεχίζεται πυρετωδώς ως το ερχόμενο Σάββατο. Ο συντάκτης του άρθρου είχε τη μεγάλη χαρά να βρεθεί φέτος για πρώτη φορά στην Croisette κατά τις αρχικές μέρες του Φεστιβάλ και καταγράφει τα όσα είδε, άκουσε και ένιωσε.

Αδιαμφισβήτητα, η «εμπειρία» του Φεστιβάλ αρχίζει αρκετό πριν. Από την ανακοίνωση των συμμετοχών ως την αναμονή για το πρόγραμμα των προβολών, όλα είναι κομμάτι της συναρπαστικής πρόγευσης αυτού που ακολουθεί. Τις μέρες που άμεσα προηγούνται, προτού καν δηλαδή κάποιος φτάσει εκεί, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει οποιοσδήποτε διαπιστευμένος είναι το πόσο αδιανόητα μεγάλη είναι η συμμετοχή και η ζήτηση. Στην πλατφόρμα προ-κράτησης εισιτηρίων τα πάντα εξαντλούνται κυριολεκτικά μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που θα ανοίξει και, από εκεί και πέρα, όποιος προλάβει πρόλαβε. Άμα τη αφίξει δε, σε υποδέχεται ένα χαοτικό πλήθος ανθρώπων, δημοσιογράφων, παραγωγών, διανομέων, δημιουργών και φανατικών σινεφίλ από όλο τον κόσμο που συρρέουν κάθε χρόνο για την παγκοσμίως μεγαλύτερη γιορτή του σινεμά. Υπολογίζεται ότι ετησίως στις Κάννες συμμετέχουν γύρω στα 40.000 άτομα. Και αυτός ο αριθμός χωρίς καν να υπολογίσουμε τα πλήθη των αμέτρητων τουριστών που παρελαύνουν έξω από την αυστηρά φρουρούμενη ζώνη του Φεστιβάλ, ή κατακλύζουν τα αμέτρητα (και πανάκριβα) παρακείμενα εστιατόρια, προκειμένου να φωτογραφήσουν διασημότητες ή απλά να ρουφήξουν λίγη από τη λάμψη και τον κοσμοπολίτικο αέρα. Βέβαια, ο πυρήνας του Φεστιβάλ, πάνω από όλα ως ναού της Τέχνης, δεν είναι άλλος από τις ίδιες τις ταινίες.

Το επίσημο Διαγωνιστικό λοιπόν άνοιξε με καλούς οιωνούς ποιότητας για τη συνέχεια, σίγουρα πάντως όχι με τον πιο εορταστικό τρόπο: η στοιχειωμένη, εμμονική με τον θάνατο, ταινία της Mascha Schilinski, Sound of Falling”, δικαίωσε, όχι στο 100%, αλλά σε σημαντικό βαθμό, τις προσδοκίες που μας είχαν δημιουργηθεί από τον προ-Φεστιβαλικό ντόρο γύρω της, με μεγάλη φορμαλιστική και αισθητική πρωτοτυπία. Κατά μεγάλη πιθανότητα θα βρεθεί ανάμεσα στα βραβεία και θα διεκδικήσει τον Χρυσό Φοίνικα μέχρι τέλους.

Μόλις την πρώτη μέρα προβλήθηκε και η μία από τις καλύτερες ταινίες του Διαγωνιστικού που είδαμε ως τώρα, οι Two Prosecutors” του Sergei Loznitsa. Δράμα λογοτεχνικής υφής και διαρκούς υπόκωφης έντασης, υποδειγματικά στημένο από κάθε άποψη, ακολουθεί την καταδικασμένη προσπάθεια ενός ιδεαλιστή νεαρού εισαγγελέα να υπερασπιστεί στην εποχή της «Μεγάλης Εκκαθάρισης» του Στάλιν έναν άδικα καταδικασμένο παλαιό ηγέτη των Μπολσεβίκων (στον δεύτερο ρόλο, αλλά με μια συγκλονιστική ερμηνεία, ο Aleksandr Filippenko).

Και το πολύ δυνατό ξεκίνημα του Φεστιβάλ δεν φρέναρε εδώ, αφού τη δεύτερη μέρα προβλήθηκε η μάλλον καλύτερη ταινία του ως την ώρα που γραφόταν αυτό το άρθρο. Όσο κι αν ήμασταν υποψιασμένοι για το σκηνοθετικό ταλέντο του Ισπανού δημιουργού Oliver Laxe, μπαίνοντας στην αίθουσα βρεθήκαμε απροετοίμαστοι για την οπτικοακουστική εμπειρία που επρόκειτο να βιώσουμε. Από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο, το εκστατικό, υπερβατικό Sirat” σε πιάνει από τον λαιμό και δεν σε αφήνει ούτε μετά το τέλος της προβολής. Ταυτοχρόνως αγωνιώδες οδοιπορικό μέσα στην έρημο, αλλά και αλληγορικό μυστικιστικό ταξίδι προς μια εσωτερική υπέρβαση, είναι η ταινία που αναμένεται να κάνει (κυριολεκτικά) το μπαμ για τον δημιουργό της και να κερδίσει κάποιο σημαντικό βραβείο. Μια μεγάλη μερίδα των κριτικών την υποστηρίζει σθεναρά.

Την ίδια μέρα είδαμε και το Dossier 137” του Dominik Moll, υπερβολικά συμβατικό αστυνομικό δράμα, χωρίς ιδιαίτερες κινηματογραφικές αρετές, και με μια πρωταγωνίστρια που δεν σκιαγραφείται επαρκώς, το οποίο πάντως καταπιάνεται με ώριμο τρόπο με ουσιαστικά ζητήματα όπως είναι ο ρόλος της αστυνομίας, οι προκαταλήψεις υπέρ της ή εναντίον της, καθώς και η δυσκολία στην αναζήτηση της αλήθειας μέσα ή πέρα από αυτές, με αφορμή ένα περιστατικό απρόκλητης βίας προς έναν διαδηλωτή.

Συμπαθές αλλά συμβατικό και κλισέ δράμα (σεξουαλικής) ενηλικίωσης ήταν και η La Petite Dernière” της Hafsia Herzi, βασισμένη πάνω στις καλές ερμηνείες των νεαρών πρωταγωνιστριών της.

Το Renoir” της Chie Hayakawa, για τον συντάκτη τουλάχιστον, ήταν μια ταινία ευαίσθητη μεν, αλλά τόσο «μικρή» και υποτονική που, τελειώνοντας, εκεί που θα περίμενες να νιώσεις μια κάποια συγκίνηση, επικρατεί απλώς αδιαφορία. Βγαίνοντας από την προβολή, είχε ήδη ξεχαστεί.

Υπήρξαν και οι μεγάλες αποτυχίες.

Καταρχάς, για το Eddington”, που με αφορμή την εποχή του covid θέλει να μιλήσει για μια διχασμένη Αμερική. Ο Ari Aster στρέφει την, αρχικά καλοδεχούμενη, σάτιρά του κατά πάντων, αλλά με τρόπο εν τέλει επιφανειακό, με χαρακτήρες χάρτινους και με ένα σενάριο αδιάφορο, οδηγημένο εξ ανάγκης σε μια φορσέ κορύφωση εντελώς άστοχη και ακατανόητη.
Και έπειτα, δεν συμφωνούν φυσικά όλοι, αλλά για τη Lynne Ramsay και το Die, my Love” η αποτυχία μάς φάνηκε παταγώδης. Οι επί δύο ώρες επαναλαμβανόμενες εξάρσεις (αυτο)καταστροφικής μανίας και υστερίας της Jennifer Lawrence, από κάποιο σημείο και μετά κάνουν τη θέαση της ταινίας εξοντωτική.

Δύο ντεμπούτα που έκαναν καλύτερη την ημέρα της αναχώρησης ήταν το Βρετανικό Urchin” και το Νιγηριανό My Father’s Shadow” από το τμήμα Un Certain Regard. Ειδικά το πρώτο, που παρακολουθεί την οπορτουνιστική όσο και αδιέξοδη προσπάθεια ενός συναισθηματικά ανώριμου νεαρού άστεγου να κρατηθεί στην επιφάνεια, ξεχωρίζει για τη γεμάτη ενσυναίσθηση ματιά της, αλλά και για την καταπληκτική ερμηνεία του πρωταγωνιστή Frank Dillane, στο πρόσωπο του οποίου είναι αδύνατον να μην δεις έναν νεαρό Johnnie Depp. Να μια ταινία που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε βρεθεί στο επίσημο Διαγωνιστικό.
Νωρίτερα στο Φεστιβάλ είχαμε παρακολουθήσει το The Mysterious Gaze of the Flamingo”, σαφώς κατώτερο των περιστάσεων, και το πρωτότυπο και ενδιαφέρον A Useful Ghost”, που πάντως ξεκινάει ως μια ευφυής κωμωδία, αλλά στην πορεία δυσκολεύεται πολύ να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτή και στο δράμα, ανάμεσα στο ρομαντικό και στο πολιτικό, καταλήγοντας να δίνει την αίσθηση δύο αταίριαστων ταινιών στο πακέτο της μίας.

Τέλος, μια γερή δόση ατόφιας σινεφιλικής απόλαυσης ήταν η Nouvelle Vague” του Richard Linklater, εντός Διαγωνιστικού. Το ασπρόμαυρο φιλμ – φόρος τιμής του Αμερικανού στους αγαπημένους του θρυλικούς πρωταγωνιστές του Γαλλικού Νέου Κύματος ακολουθεί τα γυρίσματα της πρώτης ταινίας, «Με Κομμένη την Ανάσα», του νεαρού Godard καθώς προσπαθεί να κάνει και αυτός, όπως και οι φίλοι του προηγουμένως, τη μετάβαση από το κριτικό κουρμπέτι των Cahiers du Cinema στη σκηνοθεσία. Η ταινία του Linklater δεν προσπαθεί να σου επιβληθεί με μεγάλες φιλοδοξίες, δεν έχει άλλωστε τέτοιες, αλλά βλέπεται απνευστί, κομψή, αεράτη, ζωηρή, παιγνιώδης, φιλοσοφημένη, σαν την εποχή που γέννησε αυτό το κινηματογραφικό ρεύμα. Και, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορείς παρά να ενθουσιαστείς τη στιγμή που εντός της ταινίας βλέπεις τους μετέπειτα αγαπημένους μας σκηνοθέτες να περιδιαβαίνουν στις Κάννες, σε σημεία όπου πριν από λίγο βρισκόσουν εσύ. Έξω από την οθόνη, οι κριτικοί της δημοσιογραφικής προβολής ξέσπασαν σε αυθόρμητο χειροκρότημα και ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο πολλών από εμάς.

 

Τι μένει τελικά από την πρώτη φορά στις Κάννες; Τι είναι αυτό που κάνει την εμπειρία του Φεστιβάλ των Καννών τόσο μαγική;

Κάποιοι λόγοι:..

το να ρουφήξεις αμέτρητο σινεμά -πιθανότατα το καλύτερο που θα δεις μέσα στη χρονιά- σε παγκοσμίως πρώτη προβολή, προτού ακόμα γραφτεί ή διαμορφωθεί η οποιαδήποτε κριτική άποψη, να ανακαλύψεις πρώτος το διαμάντι που δεν περίμενε κανείς, να ενθουσιαστείς ή και να απογειωθείς από μια ταινία, να γκρινιάξεις για μια άλλη, να κοντέψει να σε πάρει ο ύπνος σε μια τρίτη, μετά από 3-4 συνεχόμενες προβολές σε μια μέρα· να πανηγυρίσεις αυθόρμητα επειδή βρήκες εισιτήριο για μια πολυπόθητη πρεμιέρα, να τρέξεις να προλάβεις μια άλλη -και τελικά να μην την προλάβεις-, να σταθείς με τις ώρες σε ουρές, να κάτσεις να ξαποστάσεις σε κάποιον από τους χώρους του τεράστιου Palais des Festivals περιμένοντας την επόμενη προβολή σου, να συναντήσεις απρόσμενα κάποιους από τους διάσημους αστέρες, να βολτάρεις το βράδυ στη χαοτική, πολύβουη και απείρως κομψή λεωφόρο της Croisette μετά από μια γεμάτη μέρα, όσο στο μυαλό σου ακόμα δουλεύονται οι ταινίες που παρακολούθησες· να προβλέψεις τα βραβεία, να κάνεις ατέλειωτες συζητήσεις για αυτά που είδες, να κινηθείς στον ίδιο χώρο και να συναντήσεις ανθρώπους από όλο τον κόσμο που για δώδεκα ημέρες συνέρρευσαν στην πρωτεύουσα του παγκόσμιου κινηματογράφου για να μοιραστούν το ίδιο πάθος.

Η μαγεία του Φεστιβάλ των Καννών είναι όλα αυτά και πολλά περισσότερα, που πραγματικά δεν περιγράφονται με λόγια αν δεν τα ζήσεις από κοντά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *