
Κριτική | Όνειρα (2024)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Η ταινία «Όνειρα», δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Όσλο» («Όνειρα» / «Αγάπη» / «Σεξ») του 61χρονου νορβηγού Dag Johan Haugerud, αποτελεί ένα λεπτοδουλεμένο πορτρέτο συναισθηματικής και καλλιτεχνικής ενηλικίωσης. Με αισθητικές αναφορές στον Éric Rohmer, αλλά και δραματουργικές συγγένειες με την «Τριλογία των Χρωμάτων» του Krzysztof Kieślowski, ο Haugerud υφαίνει ένα έργο που αγγίζει τον έρωτα, την αυτο-μυθοπλασία, την ηθική της καθημερινότητας και τη ρευστότητα της αφήγησης -πάντα με έναν τόνο υπόκωφης τρυφερότητας και αμφισημίας.
Το ρομερικό βλέμμα διαπερνά την ταινία: παρατήρηση των ανθρώπινων αντιφάσεων, ανάδειξη της έντασης μέσα από φαινομενικά απλούς διαλόγους, άπλετος χώρος στο συναίσθημα χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Ο Haugerud, όπως και ο Rohmer, ενδιαφέρεται όχι για το «τι συμβαίνει», αλλά για το «πώς βιώνεται».
Η ιστορία ακολουθεί την Johanne, μια 17χρονη μαθήτρια που αναπτύσσει έναν σχεδόν άυλο, πλατωνικό έρωτα για τη νεαρή καθηγήτρια γαλλικών, Johanna. Η έφηβη εισβάλλει στη ζωή της δασκάλας με συστολή και λαχτάρα · την επισκέπτεται στο σπίτι της, μαθαίνει πλέξιμο, καλλιεργεί μια ιδιότυπη οικειότητα που δεν αποκτά ποτέ σαφή σωματική διάσταση. Όμως η εύθραυστη αυτή ισορροπία σύντομα ραγίζει: η καθηγήτρια, φοβούμενη νομικές παρεξηγήσεις, τερματίζει τη σχέση, αφήνοντας την Johanne να καταρρεύσει και -τελικά- να μετατρέψει την εμπειρία της σε βιβλίο.
Από εκείνη τη στιγμή, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται: πώς πρέπει να ερμηνευθεί η αφήγηση της Johanne; Η γιαγιά της, Karin, ποιήτρια και μέντορας, βλέπει στο κείμενο ένα δυνατό λογοτεχνικό ντεμπούτο. Η μητέρα της, Kristin, αρχικά τρομάζει θεωρώντας το ως μαρτυρία κακοποίησης, για να αλλάξει στη συνέχεια στάση και να το αντιμετωπίσει ως πολύτιμη συμβολή στο είδος του queer αφηγήματος. Η ιστορία, έτσι, γίνεται πεδίο προβολών, φόβων και προσδοκιών τριών γενεών γυναικών.
Το ενδιαφέρον της ταινίας δεν βρίσκεται στον έρωτα καθεαυτό, αλλά στην αδυναμία του να αποκτήσει μορφή και λόγο μέσα στην πραγματικότητα. Πρόκειται για μια εμπειρία που υπάρχει χωρίς να ολοκληρώνεται, που ωριμάζει χωρίς να μετατρέπεται σε δυναμική εξουσίας, που παραμένει πνευματική, σχεδόν μεταφυσική. Η άρνηση κάθε σκανδαλολογικής διάστασης μετατρέπει το φιλμ από «απαγορευμένο ειδύλλιο» σε μελέτη της συναισθηματικής μνήμης και της λειτουργίας της γραφής ως μηχανισμού διατήρησης όσων κινδυνεύουν να χαθούν.
Η Johanne δεν αφηγείται απαραίτητα την αλήθεια · αφηγείται τη δική της εκδοχή του αληθινού. Η ταινία δημιουργεί ρωγμές ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε, αυτό που διαβάζουμε και αυτό που η ίδια ηρωίδα νομίζει πως έζησε. Η γραφή γίνεται ο τόπος όπου το συναίσθημα μεγεθύνεται, μεταποιείται, αποκτά δραματουργικό βάρος. Ταυτόχρονα, γίνεται πεδίο κινδύνου, καθώς οι ενήλικες γύρω της σπεύδουν να οικειοποιηθούν την αφήγηση: ως κατηγορία, ως queer αφήγημα, ως λογοτεχνική ευκαιρία. Το βιβλίο μετατρέπεται σε αντικείμενο επιθυμίας, παρεξήγησης και ανταγωνισμού. Το θεμελιώδες ερώτημα αναδύεται με φυσικότητα: Τι έχει μεγαλύτερη ισχύ; Η εμπειρία ή η καταγραφή της;
Το Όσλο λειτουργεί ως ψυχική τοπογραφία: μελαγχολικές μέρες, περιπλάνηση σε δάση και δρόμους, ρυθμός που υπηρετεί τη διάθεση της ηρωίδας και όχι την πλοκή. Η μουσική της Anna Berg, με τα χάλκινα και τα βιολιά, προσδίδει μια κομψή, ονειρική μελαγχολία, απόλυτα συντονισμένη με το άπιαστο πάθος της Johanne.
Ο Haugerud επιλέγει να μην απεικονίσει καμία σεξουαλική πράξη -ένα καθοριστικό σκηνοθετικό όριο που προστατεύει το έργο από κάθε παρεξήγηση. Ο έρωτας εδώ είναι πανταχού παρών, αλλά επισήμως απών · μια εσωτερική φλόγα που το σώμα αδυνατεί να ακολουθήσει. Η ταινία αρνείται τις απλουστεύσεις και αφήνει τα ερωτήματα ανοιχτά: η καθηγήτρια έπαιζε με τα όρια ή βρέθηκε απλώς απροετοίμαστη; η μητέρα προστατεύει ή εκμεταλλεύεται; η γιαγιά στηρίζει ή φοβάται πως η εγγονή της την υπερβαίνει; Δεν υπάρχει τελική απάντηση· μόνο η ασταθής ηθική των αφηγήσεων.
Η φωνή -εκτός-πεδίου- λειτουργεί σαν ανάγνωση χειρογράφου, οι εικόνες διαπλέκονται με γραπτές διορθώσεις, τα φλας μπακ παραμορφώνονται από την επιθυμία. Η Johanne βιώνει ενθουσιασμό, εμμονή, ζήλια, πένθος -το άναρχο συνεχές των πρώτων ερώτων. «Η ζωή μου είναι μέσα σε ένα σύννεφο», λέει · και ο Haugerud κινηματογραφεί το θολό αυτό συναίσθημα με ακρίβεια και τρυφερότητα μέσα στο απαλό, γλυκύτατο φως της οπερατέρ Cecilie Semec. Η ερμηνεία της Ella Øverbye δίνει στο βλέμμα της Johanne την αγωνία, την αφέλεια, το ρίγος της απογοήτευσης και την άβυσσο της ερωτικής αφύπνισης. Η νεαρή ηθοποιός μάς συγκινεί όταν, όντας ευάλωτη, κουρνιάζει σε εμβρυακή στάση στην ασφαλή αγκαλιά της μητέρας της.
Τα «Όνειρα» δεν είναι μια ταινία για μια «ανάρμοστη» σχέση. Είναι μια ταινία για την ανθρωπογεωγραφία του έρωτα, την ευθραυστότητά μας απέναντι στο συναίσθημα, την ανάγκη να αποτυπώσουμε ό,τι έντονα ζήσαμε, την εξουσία των αφηγήσεων που μπορούν να καταστήσουν την αλήθεια ρευστή.
Με ρεαλισμό, λογοτεχνική υφή και σκηνοθετική πειθαρχία, ο Haugerud προσφέρει ένα έργο που δεν λέει ποτέ ξεκάθαρα τι είναι αλήθεια και τι όχι -και ακριβώς γι’ αυτό αγγίζει την πραγματικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Σαν μια «κρυφή θερμότητα», η ταινία αναπτύσσει σταδιακά την έντασή της μέσα μας, αφήνοντας την αίσθηση ότι παρακολουθήσαμε έναν κόσμο να ξαναγεννιέται μέσα από τη γραφή μιας έφηβης που κατάλαβε πως η τέχνη είναι ο πιο ασφαλής τρόπος να επιβιώσουν τα συναισθήματα. Το αριστουργηματικό φινάλε, μέσα στην απλότητά του, δίνει στην ηρωίδα διέξοδο και νέα προοπτική.
Ό,τι δεν ξεχνάς, το κουβαλάς μέσα σου για πάντα. Πίσω από την ανυπότακτη επιθυμία και τον ματαιωμένο έρωτα ανατέλλει η ενσαρκωμένη μνήμη, η μνήμη που αντιστέκεται στην απώλεια. Αυτή είναι η τέχνη -της λογοτεχνίας, του σινεμά. Εκεί ο δημιουργός διασώζει τον εαυτό του και τον κόσμο από τον ωκεανό της λησμονιάς.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



