
Κριτική | Οκτώμισι (1963)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Ο Φεντερίκο Φελίνι (1920-1993), ένας μάγος της εικόνας, μέσα από τον φακό της κινηματογραφικής του μηχανής μάς αποκάλυψε όχι μόνο τον κόσμο, αλλά και τις ανεξερεύνητες γωνιές του ανθρώπινου ψυχισμού. Ξεκινώντας ως χρονικογράφος της επαρχίας, σκιαγραφώντας τοπία ψυχής στο «I Vitelloni» (1953), ο Φελίνι άγγιξε τις καρδιές του κοινού με το «La Strada» (1954), συνδεόμενος αχνά με το ρεύμα του νεορεαλισμού. Το «La Dolce Vita» (1960) υπήρξε μια παγκόσμια επιτυχία, ένα ποιητικό και οξυδερκές βλέμμα στη Ρώμη της υψηλής κοινωνίας και της βαθιάς παρακμής. Μα κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει τη συγκλονιστική ψυχαναλυτική του κατάθεση που θα ήταν το «Οκτώμισι» (8 1/2), που σφράγισε οριστικά την υπογραφή του Φελίνι ως κορυφαίου «auteur», καθιστώντας τον δημιουργό ενός νέου είδους: του «Φελινικού».
Το «8½» αρνείται κάθε ορισμό, αναστατώνοντας κοινό και κριτική από την πρώτη στιγμή. Είναι ένα δονούμενο έργο, γεννημένο από την υπαρξιακή διαταραχή της εποχής του. Στην Ιταλία, η πείνα είχε πλέον υποχωρήσει, αφήνοντας χώρο για σκέψη, για μια βαθιά αναζήτηση ανάμεσα σε νέες ελευθερίες και παλιούς, ψυχικά ριζωμένους περιορισμούς. Όσο για τον αινιγματικό τίτλο της ταινίας αποτελεί μια ειρωνική αυτο-αναφορά του Φελίνι, στον αριθμό των ταινιών που είχε γυρίσει μέχρι τότε.
Ο Γκουίντο Ανσέλμι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι), σκηνοθέτης που βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη δημιουργική κρίση της καριέρας του -αποτελεί το είδωλο του ίδιου του Φελίνι. Η προηγούμενη ταινία του ήταν τεράστια επιτυχία, και ο παραγωγός του περιμένει η επόμενη να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Εκατομμύρια έχουν ξοδευτεί για σκηνικά, οι ηθοποιοί έχουν υπογράψει, ο σεναριογράφος είναι έτοιμος να ξεκινήσει. Όμως ο Γκουίντο δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το θέμα της νέας του ταινίας. Η προσπάθειά του να βρει γαλήνη και να επικεντρωθεί στη δουλειά του σε μια απομακρυσμένη λουτρόπολη σαμποτάρεται διαρκώς από την ξέφρενη ατμόσφαιρα που αναπτύσσεται γύρω του. Περιβάλλεται από απαιτητικούς παραγωγούς, επικριτικούς συγγραφείς, κουραστικούς συμβούλους και ανυπόμονους ηθοποιούς. Η σύζυγός του (Ανούκ Αϊμέ), κομψή και διανοούμενη, την οποία αγαπά, αλλά με την οποία η επικοινωνία είναι αδύνατη. Η ερωμένη του (Σάντρα Μίλο), φτηνιάρα και χυδαία, τον απωθεί αλλά ταυτόχρονα τον εξάπτει με την ωμή της σεξουαλικότητα.
Ο Γκουίντο, απελπισμένος, βυθίζεται στα όνειρα και τις φαντασιώσεις του, εναποθέτοντας όλο και περισσότερο τις ελπίδες του στην ηθοποιό Κλαούντια (Κλαούντια Καρντινάλε). Τη φαντάζεται ως μια αγνή, ήρεμη, αγγελική παρουσία που θα μπορέσει να ηρεμήσει την πολυάσχολη και χαοτική ζωή του -μια προβολή της δικής του, υποσυνείδητης ανάγκης για γαλήνη και τάξη.
Η νοσταλγία του ίδιου του Φελίνι εκφράζεται στην πιο εμβληματική σεκάνς της ταινίας: την παιδική ανάμνηση της γκροτέσκας Σαραγκίνα (Έντρα Γκέιλ) που χορεύει προκλητικά για τα νεαρά αγόρια της πόλης. Ο Φελίνι παρουσιάζει αυτή τη μνήμη με τη δύναμη μιας καθοριστικής στιγμής, μιας εμπειρίας που συνέβαλε στη διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας και των φροϋδικών απωθήσεων του ευαίσθητου νεαρού Γκουίντο. «Ευτυχία», σκέφτεται ο Γκουίντο, «είναι να μπορείς να λες την αλήθεια χωρίς να πληγώνεις κανέναν».
Το «8½», εκτός από το ότι είναι η πιο αφηρημένη ταινία του Φελίνι, αντικατοπτρίζει άμεσα τη δική του ζωή και τις ψυχικές του διεργασίες. Όταν ήρθε η στιγμή να τη γυρίσει, βίωνε ένα δημιουργικό αδιέξοδο, μετά την απρόσμενη διεθνή επιτυχία της προηγούμενης ταινίας του, «La Dolce Vita» (1960). Είχε αποκτήσει φήμη, πλούτο και την αναγνώριση της κριτικής -αλλά πού θα μπορούσε να οδηγηθεί πλέον; Αν ένας σκηνοθέτης στη θέση του δεν είχε πια τίποτα να πει, μπορούσε άραγε ακόμα να κάνει μια ταινία; Το «8½» έδωσε την απάντηση, αναλύοντας την ίδια τη διαδικασία της δημιουργικής του αγωνίας.
Το «8½» είναι ίσως η καλύτερη ταινία που έγινε ποτέ για την κινηματογραφική δημιουργία. Δεν μας δείχνει το τελικό αποτέλεσμα της δημιουργικής διαδικασίας -ένα γυαλισμένο έργο με ορθολογική αφήγηση- αλλά τη διαδικασία αυτή καθαυτή, την εσωτερική πάλη. Μπορεί να ειδωθεί ξανά και ξανά, και η εκτίμηση για αυτό βαθαίνει κάθε φορά, καθώς αποκαλύπτει νέα επίπεδα νοήματος. Ο Φελίνι συζητά, αποκαλύπτει, εξηγεί και αποδομεί τα κόλπα του, αλλά συνεχίζει να μας ξεγελά. Ισχυρίζεται ότι δεν ξέρει τι θέλει, αλλά η ταινία αποδεικνύει ότι ξέρει, και χαίρεται παίζοντας με το υποσυνείδητο, ανακατεύοντας ανενδοίαστα το ιερό με το βέβηλο.
Ο Φελίνι υποστηρίζεται εξαιρετικά από τον διευθυντή φωτογραφίας του, Τζιάνι Ντι Βενάνζο, έναν άνθρωπο που προφανώς μοιραζόταν την αγάπη του σκηνοθέτη για το σουρεαλιστικό και το οπερατικό, και ήξερε πώς να μετατρέψει τα κινηματογραφικά του όνειρα σε πραγματικότητα. Είναι υπεύθυνος για μεγάλο μέρος της εμβληματικής εικονογραφίας της ταινίας -τις υπερβατικές σουρεαλιστικές εκλάμψεις, τις απρόσκοπτες μεταβάσεις από το όνειρο στην πραγματικότητα και πίσω, και τα εντυπωσιακά σκηνικά. Και βέβαια, ο Νίνο Ρότα, με μουσικά μοτίβα που έγιναν μέρος της δυτικής πολιτισμικής κληρονομιάς, που λειτουργούν ως ψυχικοί χάρτες, ηχητικές αντανακλάσεις του υποσυνείδητου.
Το «8½» είναι μια ταινία ομόκεντρων κύκλων, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυφαίνονται διακριτικά σε μια αέναη συνέχεια νοήματος που υπάρχει τόσο στο μυαλό του καλλιτέχνη όσο και στην ίδια την αισθητική του έργου. Χρησιμοποιώντας μια σύνθετη δομή πολυεπίπεδου συμβολισμού, προσδίδει διαφορετικό νόημα σε κάθε επίπεδο ερμηνείας. Τα διάφορα συμβολικά επίπεδα συγχωνεύονται πλήρως στις τελευταίες σκηνές της ταινίας, όταν όλοι οι χαρακτήρες πιάνονται χέρι-χέρι για να σχηματίσουν έναν κυκλικό χορό, μέχρι που το μόνο που απομένει είναι ο Γκουίντο ως παιδί, έτοιμος να ξεκινήσει ξανά τον δικό του κύκλο της ύπαρξης και της δημιουργίας.
Το «8½» είναι ένα ταξίδι του Φελίνι προς τα πίσω με σκοπό να πάρει την αναγκαία ώθηση προς τα εμπρός. Το τέλος της ταινίας είναι και η αρχή της. Το νόημά της επικεντρώνεται στην παρακολούθηση της δημιουργικής διαδικασίας: των σκέψεων, των αναμνήσεων, των περιστατικών μέσω των οποίων γεννιέται ένα νέο έργο. Η ταινία που τελικά εμπνέεται να δημιουργήσει ο Γκουίντο είναι, στην πραγματικότητα, η ταινία που ήδη παρακολουθούμε, όπως αποδεικνύει η τελική σκηνή όπου είναι ορατά τα φώτα, οι κάμερες και τα συνεργεία. Το «8½» είναι η ταινία του «8½» τη στιγμή που δημιουργείται. Μια αυτοαναφορική οδύσσεια του καλλιτέχνη μέσα στον ίδιο του τον ψυχισμό.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



