
The Weeknd | έπρεπε τελικά να βιαστεί για το αύριό του;
Συντάκτης: Φωτεινή Τζουβελέκη
Δεν είναι σπάνιο γεγονός τα αστέρια της μουσικής σκηνής να κάνουν μετάβαση στο κινηματογράφο. Από την Μαντόνα και τη Δέσποινα Βανδή μέχρι τον Έλβις Πρίσλεϊ και τον Σάκη Ρουβά. Τι γίνεται όμως όταν πέρα από ένα απλό πέρασμα, ο καλλιτέχνης παίρνει τα ηνία του πρότζεκτ; Ο λόγος για τον The Weeknd, έναν πολυβραβευμένο καλλιτέχνη της RnB σκηνής. Πέρα από τις φοβερές μουσικές του ικανότητες, ο The Weeknd αποφάσισε να βουτήξει στον χώρο της υποκριτικής με δυο προσπάθειες: το “The Idol” το 2023, και το πολύ πρόσφατο “Hurry Up Tomorrow”. Και οι δυο προσπάθειες είχαν αρνητικές κριτικές για το υποκριτικό του ταλέντο. Όμως, γιατί οι φαν παραμένουν δυσαρεστημένοι;
Η μετάβαση του The Weeknd από τη μουσική στην υποκριτική φάνηκε δύσκολη. Πολλοί θεατές περιέγραψαν την ερμηνεία του ως «ανύπαρκτη» και «αμήχανη», με έλλειψη φυσικότητας και συναισθηματικού βάθους. Ο χαρακτήρας του, ο Tedros, ένας γκουρού με σκοτεινές προθέσεις, δεν κατάφερε να πείσει το κοινό, με αποτέλεσμα να θεωρείται «χωρίς χάρισμα» και «δύσκολος να παρακολουθηθεί». Οι αντιδράσεις στο διαδίκτυο ήταν έντονες, με πολλούς χρήστες να εκφράζουν την απογοήτευσή τους για την ερμηνεία του The Weeknd. Στο YouTube υπάρχουν δεκάδες complications κοροϊδεύοντας τον χαρακτήρα που υποδύεται. Κάποιοι ζήτησαν να μην αναλάβει ξανά υποκριτικούς ρόλους, ενώ άλλοι πρότειναν να παραμείνει στη μουσική, όπου και διαπρέπει. Η υποκριτική του The Weeknd στο The Idol δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες πολλών θαυμαστών και κριτικών, κυρίως λόγω της περιορισμένης εμπειρίας του, της αμφιλεγόμενης σκηνοθετικής προσέγγισης και της έλλειψης συναισθηματικής σύνδεσης με τον χαρακτήρα του. Παρά τις προθέσεις του να εξερευνήσει νέες δημιουργικές κατευθύνσεις, η μετάβασή του στην υποκριτική αντιμετώπισε σημαντικές προκλήσεις. Ακόμη και η ίδια, σαν φαν του The Weeknd, τολμώ να πω ότι απογοητεύτηκα πολύ.
Φέτος, είχε μία ακόμη προσπάθεια να λάμψει με την ταινία «Hurry Up Tomorrow». Ένα εν μέρει βιογραφικό ψυχολογικό θρίλερ, ξεκινά με τον The Weeknd να προετοιμάζεται πριν από ένα σόου. Παίρνει στην ουσία μαζί τον θεατή, κάνοντάς τον να αισθανθεί οικειότητα. Έπειτα, ανεβαίνει στη σκηνή και τραγουδά για φαν που τον λατρεύουν, ενώ εσωτερικά είναι λυπημένος. Μετά, πάει σε ένα πάρτι με ουσίες έτσι ώστε να ξεχάσει το γεγονός ότι του λείπει η πρώην του. Τα πράγματα αλλάζουν όταν ξαφνικά του διαγνώσουν μια σοβαρή μυϊκή ασθένεια. Σκέφτεται λοιπόν να ακυρώσει τη συναυλία. Νομίζω καταλάβατε το βασικό κόνσεπτ.
Η περίπτωση του The Weeknd στην υποκριτική -μιας αναγνωρισμένης παγκοσμίως μουσικής προσωπικότητας που απέτυχε να πείσει στον ρόλο του ηθοποιού- δεν αποτελεί μόνο ένα παράδειγμα καλλιτεχνικής αστοχίας. Αντιθέτως, είναι ένα σπάνιο και διδακτικό επεισόδιο που φωτίζει πολλές όψεις του δημιουργικού επαγγέλματος. Στο υποκριτικό του «στραβοπάτημα» δεν βρίσκουμε μόνο λόγους για χλεύη ή αυστηρή κριτική · βρίσκουμε κυρίως υλικό για αυτογνωσία, ταπεινότητα και πνευματική εξέλιξη.
Πρώτον, κάθε καλλιτέχνης καλείται να αναγνωρίσει τα όρια του ταλέντου του. Όχι ως πράξη παραίτησης, αλλά ως σημείο εκκίνησης για να δουλέψει πιο στοχευμένα. Ο Weeknd απέδειξε πως η μετάβαση από έναν τομέα στον άλλο δεν είναι εγγυημένη επιτυχία, ακόμη κι αν φέρει μαζί σου δόξα, χρήματα και εκατομμύρια θαυμαστές. Το να είσαι σπουδαίος τραγουδιστής δεν συνεπάγεται πως θα είσαι και πειστικός ηθοποιός. Η τέχνη δεν αναγνωρίζει καμία “φυσική μετάβαση” · απαιτεί πειθαρχία, εκπαίδευση, χρόνια εξάσκησης και, κυρίως, σεβασμό.
Δεύτερον, η αποτυχία του μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης για καλλιτέχνες που θεωρούν ότι «το ταλέντο αρκεί». Ο Weeknd δεν μπήκε στον ρόλο του Tedros με την ωριμότητα ενός ηθοποιού που έχει βιώσει τη σπουδή της τέχνης του θεάτρου ή του κινηματογράφου. Αντιθέτως, φάνηκε πως προσπάθησε να μεταφέρει τη μουσική του περσόνα αυτούσια στη μικρή οθόνη, χωρίς να επιτρέψει στον εαυτό του να μεταμορφωθεί, να “χτιστεί” ξανά από το μηδέν. Η υποκριτική δεν επιδέχεται επιφανειακές ερμηνείες -είναι μια πράξη απόλυτης ευαλωτότητας.
Τρίτον, ίσως το πιο βαθύ μάθημα είναι το εξής: το θάρρος να αποτύχεις δημόσια είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργίας. Η επιλογή του να εκτεθεί σε έναν εντελώς νέο χώρο, γνωρίζοντας τους κινδύνους της σύγκρισης και της αποδοκιμασίας, εμπεριέχει ένα είδος γενναιότητας. Μπορεί η υποκριτική του να ήταν φτωχή, άχαρη ή ακατέργαστη, όμως η πρόθεσή του να εξερευνήσει έναν νέο καλλιτεχνικό δρόμο -έστω και αδέξια- μαρτυρά μια δίψα για εξέλιξη. Και κάθε καλλιτέχνης, νέος ή έμπειρος, μπορεί να αντλήσει δύναμη απ’ αυτό: το δικαίωμα να αποτύχεις δεν είναι αδυναμία · είναι ένδειξη τόλμης.
Τέλος, το παράδειγμά του μας θυμίζει ότι η αγάπη του κοινού δεν είναι αμετάβλητη. Το κοινό εμπιστεύεται εκείνους που το σέβονται, εκείνους που αναγνωρίζουν τις απαιτήσεις του μέσου και δεν βασίζονται μόνο στη φήμη τους. Ένας πραγματικός καλλιτέχνης δεν δίνει στο κοινό αυτό που νομίζει πως αξίζει με βάση την επιτυχία του αλλού · του προσφέρει αυτό που έχει δουλέψει σκληρά για να κερδίσει.
Ο Weeknd, παρά την αποτυχία του στην υποκριτική, παραμένει ένα σημαντικό πολιτισμικό σύμβολο. Όμως, για τον καλλιτέχνη που τον παρακολουθεί, δεν είναι πια μόνο μια πηγή μουσικής έμπνευσης, αλλά και μια σπουδή στην αναγκαία αποτυχία: στην αποτυχία που μας εκπαιδεύει, μας προσγειώνει και μας καλεί να αποφασίσουμε -θα μείνουμε εκεί που ξέρουμε να πετυχαίνουμε ή θα τολμήσουμε να αποτύχουμε μέχρι να μάθουμε;
Αυτό είναι, τελικά, το πιο πολύτιμο μάθημα.




