Κόνι Άιλαντ, δεκαετία του 1950. Ένας ναυαγοσώστης αφηγείται μια ιστορία που ίσως έχει φιλτραριστεί μέσω της ζωηρής φαντασίας του. Ένας μεσήλικας χειριστής καρουζέλ, ο Χάμπτι, και η καταπονημένη του σύζυγος Τζίνι δέχονται την επίσκεψη της αποξενωμένης τους κόρης Καρολίνα. Αλλά αυτό θα γίνει η αφετηρία να χτιστούν σιγά-σιγά περιπλοκές ανάμεσα στις σχέσεις τους. Γιατί η Τζίνι έχει ερωτευτεί τον ναυαγοσώστη, τον Μίκι, και τα μάτια της Καρολίνα δεν θα αργήσουν κι αυτά να πέσουν πάνω του.

Σκηνοθεσία:

Woody Allen

Κύριοι Ρόλοι:

Kate Winslet … Ginny Rannell

Justin Timberlake … Mickey Rubin

Juno Temple … Carolina Rannell

Jim Belushi … Humpty Rannell

Jack Gore … Richie Rannell

Tony Sirico … Angelo

Steve Schirripa … Nick

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Woody Allen

Παραγωγή: Erika Aronson, Letty Aronson, Edward Walson

Φωτογραφία: Vittorio Storaro

Μοντάζ: Alisa Lepselter

Σκηνικά: Santo Loquasto

Κοστούμια: Suzy Benzinger

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Wonder Wheel

Ελληνικός Τίτλος: Wonder Wheel

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις αμερικανικές αίθουσες την 1η Δεκεμβρίου του 2017, όπου ήταν τα 82α γενέθλια του Woody Allen.
  • Εμπορική αποτυχία, η μεγαλύτερη για τον Allen επί 15 χρόνια. Έβγαλε από τα ταμεία 15,4 εκατομμύρια δολάρια, κι ενώ κόστισε 25.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 29/11/2018

Κι όμως, έφτασε σε τέτοια ηλικία ο Woody Allen, κι ακόμα πειραματίζεται. Το «Wonder Wheel» είναι μια όμορφη ταινία που την ίδια ώρα τραβάει κι απωθεί το κοινό της, αλλά κι ένα αμάλγαμα επιρροών και στιλ. Ναι, δεν γίνονταν να μην πνιγεί μέσα σε όλα αυτά, αλλά όταν μιλάς για έναν τόσο μεγάλο δημιουργό, του δίνεις το δικαίωμα να κάνει το κάτι παραπάνω για τον εαυτό του, κι ας αποβαίνει αυτό σε βάρος κάποιας μερίδας κοινού και κριτικών.

Παρά τα τόσα χαρακτηριστικά που μπορείς να αρδέψεις από εδώ, είναι λογικό να σταματήσεις πρώτα στο οπτικό κομμάτι. Ο Vittorio Storaro κάνει και πάλι το θαύμα του, μας θυμίζει το γιατί είναι ο σημαντικότερος εν ζωή στη δουλειά του, και μας παραδίδει μια φωτογραφία που ακόμη κι αν μιμήσεις το έργο, στέκεσαι με δέος και τη θαυμάζεις. Δεν είναι φυσικά πρωτόγνωρη αυτή η δουλειά για το ιταλό μετρ, μα είναι κι ο τρόπος που ο Allen την εκμεταλλεύεται για να ενώσει αυτούς τους απίθανους χρωματισμούς με τα χρώματα των ταμπελών εκείνης της εποχής, αλλά κι ενός ουρανού που δεν θέλεις να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Αυτή η αίσθηση από technicolor αναβιώνει μια κινηματογραφική εποχή γεμάτη νοσταλγία, βοηθούμενη από τις όπως πάντα ταιριαστές νότες που επιλέγει ο νευρωτικός σκηνοθέτης για τις δουλειές του. Βιαστικά, μέσα σε όλο αυτό, πιστεύεις ότι παρακολουθείς μια αναβίωση του αμερικανικού μελοδράματος της εποχής των 1950.

Έλα, όμως, που οι ίδιες οι ερμηνείες σε βοηθούν να δεις έναν Woody Allen με λιγότερες κινηματογραφικές επιρροές, από ό,τι θεατρικές. Καθόλη την ταινία, στήνονται μικρά θεατρικά σκηνικά, και το αμερικανικό σανίδι του πρώτου μισού του 20ού αιώνα είναι όλο εδώ. Αλλά και οι ηθοποιοί μοιράζονται. Η Winslet κι ο Belushi δίνουν ερμηνείες για Tony, μακριά από τη λογική τόσο του σινεμά, όσο και του Allen. Όταν οι δυο τους αντιπαρατίθενται, παρακολουθούμε σανίδι έργου του Tennessee Williams, που παρασέρνει κι όλους όσους τυχαίνει να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή επί της σκηνής. Ο Timberlake και η Juno Temple είναι πιο γουντιαλενικοί χαρακτήρες, αλλά κι αυτοί από τη δραματική του περίοδο της δεκαετίας του 1980 (περίοδος Mia Farrow). Οι δε μικρότεροι χαρακτήρες, κυρίως αυτός του μικρού πυρομανή, είναι καθαρός Allen, που επιστρέφουν την επιμέρους επιρροή, βοηθούμενοι κι από το σκηνικό, στο «Μέρες Ραδιοφώνου».

Ως πλοκή, είναι μια σύντομη φράση που προβληματίζει τον έλληνα θεατή προς το φινάλε του έργου. Ο Woody Allen έγραψε το κείμενο του έχοντας κατά νου τη δική μας «Στέλλα»; Γνωρίζουμε το πάθος του για την ελληνική τραγωδία, αλλά το να έχει εντρυφήσει και στους απογόνους της εντός Ελλάδας ακούγεται κάπως παράδοξο. Έλα όμως που ο συγκεκριμένος θα ήταν ο μόνος από όπου θα περίμενες κάτι τέτοιο, και πράγματι το έργο του έχει την αίσθηση της τραγωδίας, αλλά πιο κοντά στον Κακογιάννη παρά στα γνωστά αρχαία κείμενα. Ίσως, πάλι, αυτό το τραγωδιακό μελόδραμα να είναι δευτερεύον μέσα σε όλη αυτή τη «φασαρία», ακόμα κι αν έχει αυτό το κάτι να σε κρατήσει σε εγρήγορση. Και το φινάλε απόλυτα πάλι θεατρικό, όπου η δράση είναι απούσα, με τον απόηχο της να μετράει για την ψυχολογία του έργου.

Μέσα σε όλα αυτά, ο τρομερός Νεοϋορκέζος βρίσκει την ευκαιρία να παίξει και με την κάμερα. Πολλές είναι οι λήψεις, κυρίως αυτές των κλειστών χώρων, που δεν έχουν ξαναδοκιμαστεί από αυτόν. Περπατάει με την κάμερα για να δώσει οπτική θεατή μπροστά στο σανίδι, χάνει εικόνες λες και δεν είχε φιλμ για δεύτερη λήψη, και γενικά μπολιάζει το έργο του με κάποιες μοντέρνες νότες, που όμως ενσωματώνει απόλυτα στο ρετρό στιλ του.

Ναι, όντως όλα αυτά είναι μισό βήμα να βουτήξουν με το κεφάλι από την προβλήτα του Κόνι Άιλαντ. Είναι τόσα πολλά μέσα σε τόσο λίγο χρόνο διάρκειας, που κάπου όλο αυτό «μπουκώνει». Μα είναι παράλληλα κι ένα μικρό κομμάτι μαγείας, ένα από τα καλύτερα δείγματα Allen αυτής της χιλιετίας (στην οποία τα καταφέρνει καλύτερα με το δράμα), και μια έντονη οσμή ταξιδιού μνήμης και αισθήσεων που πρέπει ένας φίλος της τέχνης να «βολέψει» κάπου στις εμπειρίες του.

Βαθμολογία:


Συνολικές επισκέψεις: 64 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.