Το 1999, η έφηβη Σελέστ επιβιώνει μετά από μια βίαιη τραγωδία. Όταν θα εντυπωσιάσει τραγουδώντας σε μια επιμνημόσυνη δέηση, η Σελέστ θα αρχίσει να μεταμορφώνεται σε μια ανερχόμενη ποπ σταρ με τη βοήθεια της τραγουδοποιού αδερφής της και ενός μάνατζερ. Η απότομη πορεία της προς τη δόξα και η παράλληλη απώλεια της αθωότητας της θα συνδεθεί με μια καταστροφική τρομοκρατική επίθεση στο έθνος, ανυψώνοντας την σε ένα άλλο επίπεδο διασημότητας: είδωλο της Αμερικής και παγκόσμια σούπερ σταρ. Το 2017 η ενήλικη πια Σελέστ ετοιμάζει τη μεγάλη καλλιτεχνική επιστροφή της μετά από ένα σκάνδαλο που είχε εκτροχιάσει την καριέρα της. Προετοιμάζοντας μια περιοδεία για να προωθήσει το έκτο άλμπουμ της, μια συλλογή sci-fi τραγουδιών με τίτλο Vox Lux, η αδάμαστη, αθυρόστομη σταρ πρέπει να δώσει τις προσωπικές και οικογενειακές της μάχες για να τα βγάλει πέρα με τη μητρότητα, την τρέλα και τη δόξα στην Εποχή του Τρόμου.

Σκηνοθεσία:

Brady Corbet

Κύριοι Ρόλοι:

Natalie Portman … Celeste Montgomery

Raffey Cassidy … Celeste Montgomery (νεαρή)/Albertine

Jude Law … ο μάνατζερ

Stacy Martin … Eleanor ‘Ellie’ Montgomery

Willem Dafoe … ο αφηγητής (φωνή)

Jennifer Ehle … Josie

Maria Dizzia … Stephanie Dwyer

Christopher Abbott … δημοσιογράφος

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Brady Corbet

Παραγωγή: D.J. Gugenheim, David Hinojosa, Andrew Lauren, David Litvak, Michel Litvak, Robert Salerno, Christine Vachon, Gary Michael Walters, Brian Young

Μουσική: Scott Walker

Φωτογραφία: Lol Crawley

Μοντάζ: Matthew Hannam

Σκηνικά: Sam Lisenco

Κοστούμια: Keri Langerman

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Vox Lux

Ελληνικός Τίτλος: Vox Lux

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Η Rooney Mara ήταν η αρχική Σελέστ. Αποχώρησε όταν καθυστέρησε να μπει μπρος η παραγωγή.
  • Η χορογραφίες ανήκουν στον Benjamin Millepied, σύζυγο της Natalie Portman.
  • Για τη Natalie Portman, χρειάστηκαν μονάχα 10 ημέρες γυρισμάτων.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η Sia είναι πίσω από τα περισσότερα τραγούδια της ταινίας.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 19/3/2019

Αμερική, 1999. Η δεκατετράχρονη Σελέστ επιστρέφει στην αίθουσα μετά από τις σχολικές διακοπές. Αυτή η μέρα όμως δεν μοιάζει με καμία άλλη. Ένας συμμαθητής της κουβαλά μαζί του ένα όπλο, και αφού συστήνεται στην αίθουσα γαζώνει άπαντες παρόντες, σπέρνοντας τραγικούς θανάτους, και στο τέλος αυτοκτονεί. Η επιζήσασα της φρίκης και ερασιτέχνις μουσικός Σελέστ αποφασίζει να γράψει ένα τραγούδι για να χωρέσει μέσα της τον όλεθρο. Με τη βοήθεια της αγαπημένης μεγαλύτερης αδερφής της λοιπόν συνθέτουν μια απλή, συγκινητική ποπ μπαλάντα που κερδίζει τα βλέμματα των παραγωγών και ξάφνου η νεαρή μετατρέπεται σε μουσικό είδωλο της χώρας. Και εκεί επεμβαίνει ο εικοστός πρώτος αιώνας, ένα ώριμο τέκνο της αφάνταστης, άλογης βίας και της μοναδικής ικανότητας της μετατροπής της οδύνης σε πλουτοπαραγωγική πηγή.

Η ταινία αφήνει την Σελέστ στα πρώτα της βήματα στην κινηματογραφική βιομηχανία και την επαναφέρει δεκαεπτά χρόνια μετά, σαν μια φαντασμαγορική pop star με σμπαραλιασμένη προσωπική ζωή, μία κόρη που δεν γνωρίζει καν πραγματικά και τις σχέσεις με την πάλαι ποτέ λατρεμένη αδερφή της τεταμένες. Η τριανταενάχρονη ντίβα δε θυμίζει σε τίποτα το ταπεινό θρησκευόμενο κορίτσι που έλαμψε από τα φλας των ανθρωποφάγων δημοσιογράφων στα χρόνια του ολέθρου. Ούτε και η μουσική της διαθέτει κάτι από την αθωότητα εκείνων των χρόνων, που επλήγησε τόσο βάναυσα αλλά βρήκε διέξοδο στη δημιουργικότητα. Με άλλα λόγια, ό,τι δεν μπόρεσε να εξολοθρεύσει μια απάνθρωπη μαζική εκτέλεση ανηλίκων εξαφάνισε εμφατικά η βιομηχανία της ποπ.

Ο Μπρέιντι Κόρμπετ ξεκινά την ταινία του με ένα ισχυρότατο τράνταγμα. Η σκηνή μέσα στη σχολική αίθουσα είναι ορμητική, σπαρακτική, απρόσμενη. Η αρχική διαχείριση του σοκ γίνεται επίσης με ενάργεια. Η νεαρή Ράφεϊ Κάσιντι -με εντυπωσιακή λανθιμική παρουσία στο «Ελάφι»- είναι καθηλωτική ως επιβιώσασα της φρίκης. Χάνεται μέσα στον απύθμενο κόσμο της μουσικής (υπό)κουλτούρας, αποχαιρετά σταδιακά και δίχως να το καταλαβαίνει την ουσία της παρουσίας της, γίνεται ένα corpus δίχως animus. Σαστισμένη, σαν μια άλλη Αμερική που γνωρίζει τη φρίκη των mass-shootings και της τρομοκρατίας, όπως δυστυχώς και εντελώς αχρείαστα ομολογεί η ταινία δια στόματος του αφηγητή Γουίλεμ Νταφό, ο άχαρος ρόλος του οποίου ούτως ή άλλως περισσότερο υπηρετεί προθέσεις εντυπωσιασμού του Κόρμπετ πατά κομίζει κάτι ουσιώδες στο φιλμ.

Ωστόσο, ύστερα από σαράντα πέντε περίπου κινηματογραφικά λεπτά και μια ολόκληρη σεναριακή πράξη, ο αμερικανός δημιουργός προβαίνει σε μία πρωτοφανούς επιπέδου απώλεια οποιασδήποτε αίσθησης ρυθμού και βυθίζεται σε μια ακατάσχετη μεγαλομανία που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης ειρωνικής διάθεσης. Η ταινία του ποτέ δεν καταλήγει κενή νοήματος, τουναντίον, μπορεί κανείς με ευκολία να διαβάσει πολύτιμους προβληματισμούς σχετικά με την αποκτήνωση που προξενεί η μουσική βιομηχανία, την πλήρη αποτυχία διαχείρισης της τραγωδίας και την εργαλειακή αξιοποίησή της στο πλαίσιο της αδιάκοπης συσσώρευσης κέρδους. Όμως είναι τέτοια η απορρύθμιση του συνόλου -η οποία παρασέρνει και τη Νάταλι Πόρτμαν, η οποία θαρρεί κανείς πως ερμηνεύει εκτός τονικότητας του όλου φιλμ-, που οι σκέψεις του Κόρμπετ παραμένουν στην καλύτερη περίπτωση διακηρυκτικοί σκοποί του φιλμ, παρά γεννούν τη συναισθηματική δέσμευση του θεατή.

Εισάγοντας μια περσόνα που φέρνει σε Lady Gaga, η Πόρτμαν δείχνει να υπερπροσπαθεί και καταλήγει να διευθύνει ένα απρόσεκτο, άτονο, ξεκούρδιστο σύνολο κινηματογραφικών στοιχείων. Με ένα μοντάζ που διαλύει την αίσθηση του ρυθμού, αλλά και τα πρωτότυπα τραγούδια της υπερταλαντούχου Σία που χρονολογούνται εντός του φιλμ στις αρχές της δεκαετίες του 2000 αλλά μοιάζουν σαν να ξεπήδησαν από το 2015 κι έπειτα, θαρρεί κανείς πως η αρχική αίσθηση που δημιουργεί ο Κόρμπετ συνθλίβεται σκόπιμα.

Δεν αντικαθίσταται όμως από τίποτα το ουσιώδες. Παρά μόνο από μια ανισόρροπη συλλογή από ενδιαφέρουσες σκέψεις, ερριμένες ατάκτως. Σε έναν βαθμό σαρκαστικό concert-film, σ’ έναν άλλον δριμύ κοινωνικό κατηγορώ που (θεωρεί αυτάρεσκα πως) αφουγκράζεται τη σχέση του σύγχρονου Αμερικανού με τη βία που πληροί κάθε έκφανση της ζωής του, σε ένα άλλο στάδιο ελλειπτικό ψυχικό προφίλ μιας σταρ σε νευρική κρίση. Τελικά, όμως, το φιλόδοξο αυτό φιλμ δεν συνιστά τίποτα από όλα αυτά, παρά μια πολύ πιο επιφανειακή και ποπ δουλειά από όσο φαίνεται ο δημιουργός του να πιστεύει.

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.