1939. Τρεις άντρες πετυχαίνουν να δραπετεύσουν από σοβιετικό γκούλαγκ, ενώ μαζί τους καταφέρνουν να βρεθούν και άλλοι συγκρατούμενοι τους, όπως και μια νεαρή Ρωσίδα. Μπορεί αρχικά να πιστεύουν ότι τα δυσκολότερα πέρασαν, αλλά μπροστά τους έχουν τις παγωμένες νύχτες της Σιβηρίας, έλλειψη φαγητού και νερού, κουνούπια, μια ατέλειωτη έρημο, τα Ιμαλάια, αλλά και κάποια βαριά ηθικά διλλήματα που θα μετατρέψουν αυτό το ταξίδι προς την ελευθερία σε έναν αγώνα επιβίωσης. 

Σκηνοθεσία:

Peter Weir

Κύριοι Ρόλοι:

Jim Sturgess … Janusz Wieszczek

Ed Harris … Κος Smith

Colin Farrell … Valka

Saoirse Ronan … Irena Zielinska

Dragos Bucur … Zoran

Alexandru Potocean … Tomasz Horodinsky

Gustaf Skarsgard … Andrejs Voss

Sebastian Urzendowsky … Kazik

Mark Strong … Andrei Timofeyevich Khabarov

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Peter Weir, Keith R. Clarke

Παραγωγή: Duncan Henderson, Joni Levin, Nigel Sinclair, Peter Weir

Μουσική: Burkhard von Dallwitz

Φωτογραφία: Russell Boyd

Μοντάζ: Lee Smith

Σκηνικά: John Stoddart

Κοστούμια: Wendy Stites

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Way Back
  • Ελληνικός Τίτλος: The Way Back

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Long Walk του Slavomir Rawicz.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ μακιγιάζ.

Παραλειπόμενα

  • Το “μυθιστόρημα” του Slavomir Rawicz από το 1956 βασίστηκε με τη σειρά του πάνω σε αληθινά όπως ισχυρίζονταν γεγονότα. Για την ακρίβεια ήταν προσωπικές του εμπειρίες (μη επιβεβαιωμένες όμως από ιστορικούς), που όμως επί του σεναρίου αλλάχτηκαν κατά πολύ. Ο ίδιος ο Peter Weir είχε δηλώσει ότι πίστευε στην αυθεντικότητα των γεγονότων, αλλά και ότι η ταινία του ήταν καθαρά προϊόν μυθοπλασίας. Πάνω στο ίδιο βιβλίο είχαν πατήσει και το The Desperate Ones (με την Ειρήνη Παπά), και η γερμανική τηλεταινία As Far as My Feet Will Carry Me (2001).
  • Δεν τα κατάφερε η ταινία στα ταμεία. Με κόστος 30 εκατομμύρια δολάρια, είδε τις εισπράξεις να κολλάνε στα 24,1.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 21/2/2011

Θα το αναφέρω για νιοστή φορά. Οι ταινίες που περιλαμβάνουν φυλακή/απόδραση έχουν μια μαγική επίδραση στο κοινό. Αυτό το μεγαλόπνοο θέμα της απελευθέρωσης αρκεί από μόνο του για να συγκινήσει. Επειδή όμως δεν είναι κάθε μέρα της «Ρίτα Χέιγουορθ» και του «Πεταλούδα», ας δούμε τη συγκεκριμένη περίπτωση λίγο πιο βαθιά. Κι εκεί, ακριβώς, εντοπίζεται το πρόβλημα. Στο «βαθιά».

Ο αυστραλός Πίτερ Γουίαρ δεν κάνει πλέον το σινεμά που λατρέψαμε στο παρελθόν, έχει γεράσει και η οπτική του έχει πλαστικοποιηθεί. Θα θέλαμε πολλά περισσότερα από αυτόν, από μια απλή δραματική περιπέτεια και μια γενική εικόνα που θυμίζει βρετανικές και χολιγουντιανές ταινίες των 1960. Η παραγωγή είναι καλή, αλλά ως προς αυτό δεν περιμέναμε λιγότερα. Την απαραίτητη έλλειψη πλούτου σκηνικών, την καλύπτουν οι πολύ καλοί ηθοποιοί και η φυσική φωτογραφία του πολύπειρου Ράσελ Μπόιντ. Όμως οι συμβάσεις είναι ολοφάνερες και προστίθενται στη μεγάλη διάρκεια, που κάποιους, σαν εμένα, θα τους κουράσει. Τόσο το φινάλε, όσο κι ένα σενάριο που δεν προσπαθεί αρκετά, βοηθούν ένα θέμα που εξαρχής ήταν εγκλωβισμένο στο να μην μπορεί να πλατειάσει ψυχολογικά. Αυτό που θα δείτε έχει το ανάλογο πάθος μιας τέτοιας περιπέτειας, αλλά ξεχνιέται μετά θέασης αφού δεν διεισδύει μέσα μας.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.