Η προσφάτως χήρα Θεώνη Κανελοπιπεράκη μένει στον χρεοκοπημένο ξενώνα της στην Κρήτη και προσπαθεί να αντεπεξέλθει στα χρέη που της άφησε ο μακαρίτης. Τα δωμάτια όμως δεν ενοικιάζονται ιδιαίτερα εύκολα. Έτσι, μαζί με την ανιψιά της, τη Λουκία, σκαρφίζονται ένα τέχνασμα και διαδίδουν πως στην πανσιόν ο μακαρίτης έχει κρύψει έναν θησαυρό. Πολύ γρήγορα η πανσιόν γεμίζει από θησαυροθήρες που με διάφορες δικαιολογίες ζητούν να νοικιάσουν ένα δωμάτιο. Ανάμεσά τους, ο Νεόκοπος Χαιρετάκης, επί σαρανταετία ερωτευμένος με τη Θεώνη, που λόγω μιας παλιάς βεντέτας δεν μπορεί να τον εξωτερικεύσει, και ο Στέλιος Προυσαλάκης, ιδιοκτήτης πρακτορείου ΟΠΑΠ και ιδιαίτερα ζηλιάρης, με την ιταλίδα γυναίκα του. Όλη η περιοχή είναι υπό τον έλεγχο του Μητσάκου Παρασχάκη, τοκογλύφου και μαφιόζου που θέλει να «βάλει χέρι» στον ξενώνα της Θεώνης και να χτίσει στη θέση του πεντάστερο resort. Υπολογίζει όμως χωρίς την ξενοδόχο. Ο αγώνας δρόμου για την ανεύρεση του θησαυρού ξεκινά, φέρνοντας στην επιφάνεια διάφορα κωμικοτραγικά και αισθηματικά γεγονότα που θα φέρουν τα πάνω-κάτω στη μικρή κοινότητα της περιοχής.

Σκηνοθεσία:

Στράτος Μαρκίδης

Κύριοι Ρόλοι:

Ελισάβετ Κωνσταντινίδου … Θεώνη Κανελοπιπεράκη

Παύλος Χαϊκάλης … Νεόκοπος Χαιρετάκης

Σωτήρης Καλυβάτσης … Στέλιος Προυσαλάκης

Γιάννης Τσιμιτσέλης … Ηρακλής Τσισκάκης

Φαίη Ξυλά … Λουκία Κανελοπιπεράκη

Μιχάλης Μαρίνος … Ερμής Δερμιτζάκης

Λευτέρης Ελευθερίου … Βάσος Χαιρετάκης

Σοφία Μουτίδου … Χαριτίνη Χαιρετάκη

Δωροθέα Μερκούρη … Τίνα Προβολάκη

Μάγδα Πένσου … Λεώνη Περή

Γιώργος Γιαννόπουλος … Μητσάκος Παρασχάκης

Αλέξανδρος Μπουρδούμης … Μανώλης Παρασχάκης

Κατερίνα Στικούδη … Σάρον ‘Χάιδω’ Μανωλάκου

Δημήτρης Τζουμάκης … Θανάσης Χατζιδάκης

Σπύρος Φωκάς … Χαράλαμπος Χαιρετάκης

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Δημήτρης Αποστόλου

Παραγωγή: Στράτος Μαρκίδης

Μουσική: Χρήστος Παπαδόπουλος

Φωτογραφία: Βασίλης Καπούλας

Μοντάζ: Κοσμάς Φιλιούσης

Σκηνικά: Λαμπρινή Καρδάρα

Κοστούμια: Κλέων Φυσέκης

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Ο Θησαυρός

Διεθνής Τίτλος: The Treasure

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Ο Θησαυρός του Μακαρίτη (1959)

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: Ο Θησαυρός του Μακαρίτη των Νίκου Τσιφόρου, Πολύβιου Βασιλειάδη.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Για την ταινία γράφτηκε το τραγούδι Η Πιο Μεγάλη Τρέλα, σε σύνθεση Χρήστου Παπαδόπουλου, στοίχους Κώστα Μπαλαχούτη, κι εκτέλεση από τους Παύλο Χαϊκάλη, Αλέξανδρο Μπορδούμη, Ιώ Νικολάου και Χ. Παπαδόπουλο.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 5/12/2017

Είναι γεγονός ότι ο νοσταλγικός όρος του «παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου» παραμορφώνει την πραγματική αξία των ταινιών που εκπροσωπούν αυτήν την κατηγορία, όμως οι πραγματικά καλές στιγμές αυτού του οιονεί είδους, ακόμη κι αν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποτελούν κινηματογραφημένες θεατρικές παραστάσεις λόγω της πρωτογενούς πηγής τους, έχουν μια έστω στοιχειώδη αρτιότητα στην κατασκευή τους και κυρίως μια σπιρτάδα στο κείμενο και τις ερμηνείες, αρετές που μεγάλωσαν μια ολόκληρη γενιά θεατών που ανατρέχει συνεχώς σε αυτές τις δημιουργίες που αρκετές εξ αυτών έχουν ξεπεραστεί από τις εξελίξεις στο εγχώριο σινεμά που ήρθαν από τη μεταπολίτευση κι έπειτα κυρίως. Περιπτώσεις ριμέικ κωμωδιών κυρίως υπήρξαν στην Ελλάδα ήδη από εκείνα τα χρόνια (χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Ένα Βότσαλο στη Λίμνη” που ξαναγυρίστηκε ως “Ο Σπαγγοραμένος”), αλλά έχει άλλες ισορροπίες το να προσπαθήσει κανείς να μεταφέρει και πάλι στη μεγάλη οθόνη αυτές τις ταινίες σήμερα. Στην περίπτωση των προηγούμενων προσπαθειών που έκανε ο Στράτος Μαρκίδης όπως με το υποτίθεται εκσυγχρονισμένο “Οι Γαμπροί της Ευτυχίας” τα αποτελέσματα παράπεμπαν αισθητικά περισσότερο σε κωμωδίες με το μακαρίτη Κώστα Τσάκωνα ή το Νίκο Παπαναστασίου και χιούμορ που κάνει τις εγχώριες τηλεοπτικές σειρές να φαντάζουν σαν τις καλύτερες κωμωδίες του Billy Wilder και του Ernst Lubitsch σε ποιότητα.

Εξαίρεση στον κανόνα δεν αποτελεί η τελευταία του διασκευή επάνω στον κλασικό “Θησαυρό του Μακαρίτη”, με ένα σενάριο τίγκα στην υπερβολή, τη φτηνή ατάκα και την ντροπιαστική προσπάθεια για συντονισμό με τους σημερινούς καιρούς με «πιασάρικες» αναφορές (τύπου selfies, “Game of Thrones” κι ΕΝΦΙΑ) που θα έκαναν τα κόκαλα του Τσιφόρου να τρίζουν. Αυτή η νοοτροπία του να βγει γέλιο με την τσιρίδα, με την γκριμάτσα (το γούρλωμα των ματιών πέφτει σύννεφο) και το γραφικό στερεότυπο (να βγει αστείο με το ζόρι από το ότι ένας ήρωας είναι εύσωμος και τρώει πολύ ή ότι μια άλλη πηγαίνει με πολλούς άντρες) μοιάζει σαν να απευθύνεται σε προσχολικές ηλικίες, αλλά δυστυχώς η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια λειτουργική λύση: οι καιροί είναι τέτοιοι που το ελληνικό κοινό διψά απεγνωσμένα για κάτι ανάλαφρο και χιουμοριστικό για αυτό και είναι πολύ πιο δεκτικό και σε κάτι κατώτερο ποιοτικά που έχει αυτά τα γνωρίσματα. Δηλαδή οι δεκαετίες υποτιθέμενης εκπαίδευσης που έχουν περάσει για το κοινό έχουν ακυρωθεί εξαιτίας της κρίσης, κι αυτό γίνεται αντιληπτό από ανθρώπους της εγχώριας βιομηχανίας που είναι διατεθειμένοι να βάλουν όσο το δυνατόν λιγότερο κόπο στο προϊόν τους στην αναζήτηση εύκολου εμπορικού κέρδους στα ταμεία.

Πέραν των δήθεν μοντέρνων, ξεκούδουνων αναφορών που προαναφέρθηκαν, οι αλλαγές του σεναρίου σε σχέση με το πρωτότυπο υλικό απλά προσθέτουν περισσότερη ανοησία (από κρητικές βεντέτες μέχρι μαφία) και χαρακτήρες δίχως ψυχολογική υπόσταση, απομακρύνοντας έτσι το πνεύμα αυτής της κατασκευής ακόμη περισσότερο από τον προκάτοχό της, κάτι που θα ήταν ευπρόσδεκτο αν αυτό που παραδιδόταν στη θέση της ταινίας στην οποία βασίζεται θα ήταν έστω στοιχειωδώς καλόγουστο.

Από το γνωστό κυρίως από τη μικρή οθόνη καστ δε διασώζεται κανείς, ίσως η μοναδική που κρατάει στοιχειωδώς ένα επίπεδο είναι η Φαίη Ξυλά, αν και αξίζει ειδική μνεία στην Ελισάβετ Κωνσταντινίδου και τους ανυπόφορους μανιερισμούς της, ένα μείγμα Ζουμπουλίας στο πιο υστερικό και όλων των πολυφορεμένων ελληνικών κλισέ για τη γυναίκα που έχει πατήσει τα πρώτα –ήντα. Τα δε καλαμπούρια όταν δεν καταφεύγουν στο σεξισμό ή στο σλάπστικ τελευταίας διαλογής ενίοτε δε βγάζουν καν νόημα (για παράδειγμα όταν ο Καλυβάτσης υποκρίνεται ότι υπάρχει ένας σκόρος στο δωμάτιό του για να μην κινήσει τις υποψίες της Κωνσταντινίδου, αυτή ανταποκρίνεται «Είναι αρσενικός; Να ξέρω για να δούμε αν θα τον στείλουμε στο Άγιο Όρος να μετανοήσει.»).

Η μπάλα τώρα είναι στο γήπεδο του κοινού. Αν πάει «για να γελάσει το χειλάκι του» αυτό θα ερμηνευθεί ότι θέλει να ανταμείψει τέτοιες προσπάθειες και να ενθαρρύνει κι άλλα μελλοντικά τοιουτοτρόπως εκμοντερνισμένα ριμέικ. Εφόσον οριστικοποιηθεί αυτή η πορεία, το σύγχρονο εγχώριο λαϊκό σινεμά έχει να ζήσει μπροστά του κι άλλες σκοτεινές στιγμές σαν αυτή…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.