Η ανέγερση πολυκατοικιών στην Αθήνα έχει δημιουργήσει προβλήματα σ’ εκείνους που έχουν παλιά σπίτια και νοικιάζουν δωμάτια. Η θεία και η ανιψιά της αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα βλέποντας να μένουν ξενοίκιαστα τα δωμάτια του σπιτιού που έχουν κληρονομήσει από τον άντρα της θείας. Έτσι, τους έρχεται μια φαεινή ιδέα που θα τους βγάλει από τη δύσκολη θέση. Γράφουν μερικές δήθεν διαθήκες του θείου και συζύγου, στις οποίες αναφέρεται ότι υπάρχει ένας θησαυρός κρυμμένος στο κ… του σπιτιού, ένα κ…. που δήθεν δεν πρόφθασε να ολοκληρώσει. Βάζουν από ένα σε μερικά βιβλία και τα πηγαίνουν για να τα πουλήσουν στον βιβλιοπώλη της γειτονιάς. Έτσι, από μια διαθήκη έχουν στα χέρια τους αυτοί που αγοράζουν τα βιβλία. Και φυσικά, θα σπεύσουν να νοικιάσουν όσο όσο τα δωμάτια του σπιτιού και θ’ αρχίσουν τις έρευνες…

Σκηνοθεσία:

Νίκος Τσιφόρος

Κύριοι Ρόλοι:

Γεωργία Βασιλειάδου … Θεώνη Κανελοπιπερίδου

Βασίλης Αυλωνίτης … Νεόκοσμος

Νίκος Ρίζος … Στέλιος Προύσογλου

Ξένια Καλογεροπούλου … Λουκία Κανελοπιπερίδου

Στέφανος Ληναίος … Ηρακλής

Άντζελα Ζήλεια … Ντόλι Ρόζα

Γιώργος Λευτεριώτης … Βάσος

Νίκος Φέρμας … Θανάσης

Γιάννης Βογιατζής … δικηγόρος

Γιάννης Φέρμης … Δημήτρης

Νίκη Λινάρδου … Αγγέλα

Ταϋγέτη … μέντιουμ

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Νίκος Τσιφόρος

Μουσική: Τάκης Μωράκης

Φωτογραφία: Νίκος Δημόπουλος, Γιάννης Χατζόπουλος

Μοντάζ: Γιώργος Τσαούλης

Σκηνικά: Μάρκος Ζέρβας

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Ο Θησαυρός του Μακαρίτη

Διεθνής Τίτλος: The Dead Man’s Treasure

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Ο Θησαυρός (2017)

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: Ο Θησαυρός του Μακαρίτη των Νίκου Τσιφόρου, Πολύβιου Βασιλειάδη.

Παραλειπόμενα

  • Ο Νίκος Ρίζος μπαίνει στην παρέα Τσιφόρος-Αυλωνίτης-Βασιλειάδου (της Φίνος Φιλμ), κι επαναλαμβάνουν τη συνάντηση τους και στην επόμενη και τελευταία ταινία του Τσιφόρου, το Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός. Το 1961, ο Ρίζος έφτιαξε τον θίασο Αυλωνίτης-Βασιλειάδου-Ρίζος, και διέπρεψαν στα σανίδια μέχρι τα μισά της δεκαετίας του 1960.
  • Το πορτρέτο του μακαρίτη θα το δούμε σε πολλές ταινίες της Φίνος Φιλμ μέσα στα επόμενα χρόνια. Έκανε “πρεμιέρα” εδώ κι έγινε αγαπημένο ντεκόρ της εταιρίας. Το πρόσωπο στο πορτρέτο δεν είναι άλλο από του Βελισσάριου Κοντογιάννη, ηθοποιού της Φίνος.
  • Υπήρχε ακόμα μία σκηνή στο φινάλε, μικρότερη του λεπτού, όπου οι ήρωες βγαίνουν από κατάστημα ειδών γάμου. Ο Αυλωνίτης πάει να την “κοπανήσει”, αλλά η Βασιλειάδου τον αρπάζει με λάσο. Η σκηνή αυτή υπήρχε στην τηλεοπτική κόπια μέχρι και τη δεκαετία του 1990, οπότε και χάθηκε.
  • Κόβοντας 54.899 εισιτήρια, ήρθε στην 13η θέση ανάμεσα σε 52 ελληνικές ταινίες της σαιζόν.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η Γεωργία Βασιλειάδου τραγουδάει για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη, το Ο Κυρ Μέντιος. Παρόλα αυτά, είχε ξεκινήσει ως λυρική τραγουδίστρια.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 24/11/2019

Το 1959, η καθαρή ελληνική κωμωδία έκανε πλήρη αντεπίθεση στα παλιότερα μοτίβα της, και με αυτή την ταινία μαζί με τον Ηλία του 16ου κατάφερε να παράγει μια νότα τρέλας που ως τότε φοβόταν να εκφράσει τόσο απλόχερα. Κι όμως, η ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής εκφράζονταν απόλυτα από την τρέλα που ήταν παράγωγο μιας απέραντης φτώχιας, που μπορούσε να οδηγήσει τον αμόρφωτο Έλληνα στα άκρα (οι Ιταλοί το είχαν πάρει «χαμπάρι» νωρίτερα).

Δεν χρειάζεται βέβαια να το φιλοσοφήσει κανείς κοινωνικοπολιτικά για να δει και δύο και τρεις φορές το απίθανο αυτό ζευγάρωμα που σκαρφίστηκε ο Νίκος Τσιφόρος, κι επανέλαβε με παρόμοια επιτυχία στο Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός. Βασιλειάδου, Αυλωνίτης και Ρίζος είναι καθαρή κωμική ηλεκτροπληξία, με ατάκες αξέχαστες, που δεν παύουν να έχουν μια αίσθηση αυτοσχεδιασμού κι αυθορμητισμού. Υπάρχουν σημεία που πέφτουν κάποιες χιουμοριστικές «βόμβες», που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι βγήκαν μέσα από σενάριο και όχι μέσω του παρεΐστικου κλίματος.

Με μια πλοκή έξυπνη εν τη γενέσει της που λειτουργεί ως εφαλτήριο για να εξαπλωθεί η κωμωδία, το μόνο που διακόπτει -κάπως απότομα βέβαια- τον απίθανο αυτό χαβαλέ, είναι κάποιοι δεύτεροι χαρακτήρες που δεν έχουν χημεία με την κεντρική τριάδα. Από αυτό γλυτώνει μονάχα η Ξένια Καλογεροπούλου, που είχε το χάρισμα πάντα του χαριτωμένου, αποτελώντας εδώ συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην πολύ υψηλή φάρσα και τους απλούς παραβρισκόμενους.

Μακάρι και η ελληνική κωμωδία της δεκαετίας του 1960 να έπαιρνε μαθήματα από αυτό το χρυσό ’59, που αναβιώνει στην ουσία ελάχιστες ακόμα φορές (Της Κακομοίρας), μέχρι να ανοίξει εκείνη η εταιρία με τα αρχικά ΘΒ.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.