Ο 14χρονος Έλις ζει σε ένα πλωτό σπίτι, στις όχθες ενός ποταμού στο Άρκανσας, με τους γονείς του. Ένα πρωί το σκάει από το σπίτι, για να συναντήσει τον καλύτερο του φίλο Νέκμπον. Τα δύο αγόρια λαχταρούν να εξερευνήσουν μια βάρκα που είδαν ψηλά στα δέντρα, στις όχθες του Μισισίπι, απομεινάρι μιας τρομερής πλημμύρας. Σκαρφαλώνουν για να ανακαλύψουν ότι κάποιος ήταν εκεί πριν από αυτούς: βρίσκουν φρέσκο φαγητό μέσα στη βάρκα. Ακολουθούν τα χνάρια στην παραλία, και κάπως έτσι θα γνωρίσουν τον Μαντ. Η εμφάνιση του προδίδει ότι χρειάζεται βοήθεια, υπόσχεται στα νεαρά αγόρια να τους δώσει τη βάρκα σε αντάλλαγμα για φαγητό. Κάπως έτσι δειλά θα ξεκινήσει μια φιλία μεταξύ τους. Θα μάθουν ότι ο Μαντ καταζητείται για φόνο, αλλά το μόνο που τον απασχολεί είναι να βρει την παλιά του αγάπη, την Τζούνιπερ. Και θα τον βοηθήσουν να τη συναντήσει ξανά.

Σκηνοθεσία:

Jeff Nichols

Κύριοι Ρόλοι:

Matthew McConaughey … Mud

Tye Sheridan … Ellis

Jacob Lofland … Neckbone

Reese Witherspoon … Juniper

Sam Shepard … Tom Blankenship

Ray McKinnon … Senior

Sarah Paulson … Mary Lee

Michael Shannon … Galen

Joe Don Baker … King

Paul Sparks … Carver

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jeff Nichols

Παραγωγή: Lisa Maria Falcone, Sarah Green, Aaron Ryder

Μουσική: David Wingo

Φωτογραφία: Adam Stone

Μοντάζ: Julie Monroe

Σκηνικά: Richard A. Wright

Κοστούμια: Kari Perkins

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mud

Ελληνικός Τίτλος: Ένα Καλοκαίρι

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Ο Nichols ξεκίνησε τον σχεδιασμό της ιστορίας από τη δεκαετία των 1990, οπότε και ήταν φοιτητής. Έμπνευση του παρείχε η δουλειά του Mark Twain, ειδικά το Τομ Σόγιερ.
  • Μπορεί ο δημιουργός να είχε πάντα τον McConaughey κατά νου για τον πρώτο ρόλο, ο πρώτος όμως που προσεγγίσθηκε ήταν ο Chris Pine.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 15/7/2013

Νότιες πολιτείες, Άρκανσας, σε μικρή πόλη κοντά στο δαιδαλώδες ποτάμι. Σε μια δασώδη όχθη, ένα μικρό γιότ είναι σκαρφαλωμένο πάνω σε ένα δέντρο, πιθανά από κάποια πλημμύρα. Ο 14χρονος Έλις, που ζει σε φτωχικό πλωτό σπίτι με τους γονείς του, μαζί με τον φίλο του Νέκμποουν, το ανακαλύπτουν αλλά βλέπουν ότι το έχει «καπαρώσει» ο Mud (λάσπη), ένας καταζητούμενος που θέλει να το κατεβάσει, να το διορθώσει, να ειδοποιήσει την καλή του και να φύγουν μαζί. Ο Έλις γοητεύεται από την ιστορία αγάπης που του πλασάρει ο Μαντ και γίνεται ο μεσάζοντας μεταξύ αυτού και της Τζούνιπερ, όπως και προμηθευτής υλικών, ενώ, εκτός από την αστυνομία, ψάχνουν τα ίχνη του και μια συμμορία για να εκδικηθούν το θάνατο ενός γιου του αρχηγού.

Με την τρίτη του ταινία, ο Τζεφ Νίκολς (Ιστορίες Πυροβολισμών, Το Καταφύγιο) αποδεικνύει ότι είναι σκηνοθέτης-σεναριογράφος που ήρθε για να μείνει και να στοχαστεί σοβαρά πάνω στην αμερικανική κουλτούρα της επαρχίας. Το παρόν φιλμ συντίθεται από -και ισορροπεί σε- πολλά επίπεδα, έχοντας ως πυρήνα τη μύηση-ενηλικίωση του Έλις. Δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερος ηθοποιός. Ο μικρός Τάι Σέρινταν (Το Δέντρο της Ζωής) εμφέρει εντυπωσιακά τον μελλοντικό άντρα που αναπτύσσεται ταχύτατα εντός του. Το βλέπεις σε κάθε πλάνο του. Ένα βλέμμα που αναζητά, ερευνά, επιθυμεί. Τολμά να φλερτάρει μια μεγαλύτερή του στο σχολείο, ακόμα και να χτυπήσει νεαρό που της πουλάει νταηλίκι. Ακόμη, πλησιάζει την Τζούνιπερ, όχι ως παιδί για θελήματα, αλλά ως ένας «που καταλαβαίνει». Από την άλλη, ως παιδί διατηρεί και την πρέπουσα αθωότητα, ενώ γρήγορα θα καταλάβει ότι οι μεγάλοι είναι τρωτοί, γεμάτοι ατέλειες. Η οδυνηρότερη εμπειρία του είναι η διαπίστωση ότι και οι έρωτες είναι ατελείς, κάτι που ωστόσο δεν θα μειώσει το ηθικό του, γιατί είναι μαχητής και ρομαντικός εκεί που, και όσο, τελικά, πρέπει.

Από την άλλη, ο Νίκολς καταγράφει χαρακτηριστικούς τύπους του Νότου, με ακρίβεια που ανεβάζει το δραματουργικό βάθος. Οι γονείς του Έλις (φτωχολογιά, αλλά όχι «λευκά σκουπίδια») ταλανίζονται από το αίτημα της μητέρας για μια καλύτερη ζωή αλλού, μακριά από τη λασπουριά, ο πατέρας είναι ο σωστός δουλευτής άντρας χωρίς να είναι ήρωας. Ο απέναντι μοναχικός γείτονας, που υπήρξε μέντορας του Μαντ, είναι ο σκληροτράχηλος γέρος με στρατιωτικό παρελθόν, που δεν πουλάει μούρη, λέει λίγα και την κατάλληλη στιγμή παίρνει το όπλο κι εφαρμόζει σιωπηλά το δικό του δίκαιο, όπως στις μέρες του παλιού Φαρ Γουέστ. Ο ίδιος ο Μαντ είναι το αντιφατικό αποτέλεσμα του περιβάλλοντος. Κολλημένος με την Τζούνιπερ από μικρός, τσαμπουκάς όταν πρόκειται για εκείνη, λίγο απατεώνας, λίγο εντάξει και κάπως συμπαθής… και μήπως η Τζούνιπερ είναι το άλλοθι του για να κάνει μαγκιές; Όσο για την Τζούνιπερ, πίσω από την κάπως αλήτικη ζωή της, υπάρχει φιλότιμο, αισθήματα για όλους όσους το αξίζουν και προπάντων ρεαλισμός. Στο σύνολο, μέσα από τους χαρακτήρες και τη σύλληψη των τοπίων, φυσικών και ημι-αστικών (εξαιρετική δουλειά του φωτογράφου Άνταμ Στόουν), έχουμε μια περιβάλλουσα «θλίψη του Νότου». Κόντρα στη φύση της επαρχίας, υπάρχει αυτή η κλειστοφοβία της έλλειψης δυνατοτήτων, της παγίδευσης των ατόμων σε μια μικρή ζωή που δεν επιτρέπει πολλά. Έτσι, το «έπος» που βιώνει ο Έλις, ένα παιδικό έπος αλά Τομ Σόγιερ-Χάκλμπερι Φιν (Μαρκ Τουέιν), αποτελεί το κοντράστ της πρώτης ποίησης της ζωής που αντιμάχεται την πραγματικότητα. Αυτή η μάχη είναι η καρδιά του έργου.

Λίγο πιο συμβατικό, λιγότερο αρτίστικο από το «Καταφύγιο», πιο κοντά στο «Ιστορίες Πυροβολισμών» και παράλληλο με τα πρώτα έργα του Τέρενς Μάλικ (Badlands, Μέρες Ευτυχίας), το έργο πιάνει τον σφυγμό μιας άλλης Αμερικής στον αντίποδα των «business», ταιριάζοντας τον ρεαλισμό με μια σκληρή ποίηση που υπογραμμίζει η χαμηλόφωνη, υποδόρια μουσική του Ντέιβιντ Γουίνγκο με κάντρι βάση και σχεδόν ανεπαίσθητο ινδίζοντα φαταλισμό.

Το καστ εξαιρετικό. Εκτός από τον μικρό Σέρινταν, ο Μάθιου ΜακΚόναχι ενσαρκώνει τον «ανερμήνευτο» Μαντ με φοβερή πειθώ, η Ρις Γουίδερσπουν χωρίς λάμψη, αμακιγιάριστη, μας δίνει μια ατόφια «ροκ» τύπισσα, υπογείως δυνατή και ταλαιπωρημένη, και ο Σαμ Σέπαρντ γίνεται ο αναντικατάστατος μέντορας του Μαντ, σ’ ένα φιλμ που θα υπέγραφε κι ο ίδιος. Σε μικρό ρόλο αυτή τη φορά, αλλά πάντα αποτελεσματικός, ο πρωταγωνιστής των δύο άλλων ταινιών του Νίκολς, Μάικλ Σάνον, ως θείος που αναθρέφει τον μικρό Νέκμποουν, τον οποίο υποδύεται με συνέπεια (σε αντίθεση με τον Έλις είναι πιο πραγματιστής και μελλοντικός επιχειρηματίας) ο Τζέικομπ Λόφλαντ στο ντεμπούτο του.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.