1983. Ο Ρεντ και η Μάντι ζουν ευτυχισμένοι σε ένα απομονωμένο σπίτι στο δάσος, όταν μια μοχθηρή συμμορία απόκοσμων μηχανόβιων τούς επιτίθεται με μανία. Μετά την επίθεση, ό,τι έχει απομείνει στον Ρεντ είναι η πιο άγρια δίψα για εκδίκηση και το φονικότερο όπλο όλων: η οργή αυτού που έχει μόλις χάσει τα πάντα.

Σκηνοθεσία:

Panos Cosmatos

Κύριοι Ρόλοι:

Nicolas Cage … Red Miller

Andrea Riseborough … Mandy Bloom

Linus Roache … Jeremiah Sand

Bill Duke … Caruthers

Richard Brake … ο Χημικός

Ned Dennehy … αδελφός Swan

Olwen Fouere … μητέρα Marlene

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Panos Cosmatos, Aaron Stewart-Ahn

Στόρι: Panos Cosmatos

Παραγωγή: Nate Bolotin, Martin Metz, Daniel Noah, Adrian Politowski, Josh C. Waller, Elijah Wood

Μουσική: Johann Johannsson

Φωτογραφία: Benjamin Loeb

Μοντάζ: Brett W. Bachman

Σκηνικά: Hubert Pouille

Κοστούμια: Alice Eyssartier

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mandy

Ελληνικός Τίτλος: Mandy

Παραλειπόμενα

  • Για να φτιαχτεί αυτό το κλίμα ταινίας αλά b-movie των 1980, χρησιμοποιήθηκε η κάμερα Arri Alexa με Panavision αναμορφικό φορμάτ.
  • Ο Linus Roache που ερμηνεύει τον ηγέτη της σέκτας, είναι και στην πραγματικότητα, μιας σέκτας που ονομάζεται EnlightenNext. Είναι σε αυτήν από το 1984, κι ενώ αυτός ηγείται μέσω του σπιτιού του στην Καλιφόρνια, ο πατέρας του, δηλωμένος δρυίδης, πράττει το αντίστοιχο από τη δεκαετία των 1960 στη Βρετανία. Η συγκεκριμένη σέκτα έχει βαρύ ιστορικό για απάτες και κατάχρηση εξουσίας.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Για την ταινία γράφτηκε το Amulet of the Weeping Maze από τους Dan Boeckner, Milky Burgess, Panos Cosmatos, Randall Dunn. Τα φωνητικά ανήκουν στον Linus Roache.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 12/10/2018

1983. Σε ορεινή δασώδη περιοχή δίπλα σε λίμνη, ο ξυλοκόπος Ρεντ (Νίκολας Κέιτζ) και η εικονογράφος φαντασίας Μάντι (Αντρέα Ραϊσμπορόου) ζουν ειδυλλιακά με μια ποιητική διάθεση. Αλλά εκεί κοντά υπάρχει μια σατανιστική σέκτα ψυχοπαθών (μάλλον καμένων από ουσίες) με χριστιανικό πρόσχημα, ο αρχηγός της οποίας βάζει στο μάτι τη Μάντι, σφραγίζοντας τραγικά τη μοίρα της. Το δεύτερο μέρος του έργου αφορά στην εκδίκηση του Ρεντ. Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία του Panos Cosmatos, γιου του George.

Το gore-splatter cult είναι πολύ ειδική περίπτωση στο σινεμά. Κυρίως γιατί οι οπαδοί του αγαπούν τις ταινίες του είδους με κριτήρια που συχνά δεν έχουν να κάνουν με τους κλασικούς κανόνες δραματουργίας. Όχι πάντα όμως. Κλασικές ταινίες όπως The Texas Chain Saw Massacre (1974),  Audition (1999),  Ichi the Killer (2001), Saw (2004),  I Spit on Your Grave (2010), The Midnight Meat Train (2008), House of 1000 Corpses κ.α. έχουν και αφηγηματική συνέπεια και νοηματικό πυρήνα και ρυθμό κ.λπ. Ο Cosmatos μοιάζει σαν να μην ενδιαφέρεται για αυτά. Ήδη από το πρώτο του φιλμ, Beyond the Black Rainbow (2010), το στόρι (τοποθετημένο επίσης στο 1983) ήταν προσχηματικό και νοηματικά πάμπτωχο. Μια κοπέλα μονίμως μαστουρωμένη από φάρμακα βρίσκεται αιχμάλωτη στα χέρια ενός ψυχοπαθή που τη λατρεύει, λίγο πριν το τέλος εκείνη ξεφεύγει ήσυχα-ήσυχα μια νύχτα στην εξοχή, εκείνος τη βρίσκει και πλησιάζοντάς την ήσυχα-ήσυχα, παραπατάει, πέφτει με το κεφάλι σε μια πέτρα και… τελειώσαμε – α ναι,  προηγουμένως έχει σφάξει ήσυχα-ήσυχα και δυο τύπους που πίνανε μπύρες εκεί γύρω. Αν πεις για τους μονολόγους του ήρωα, έχουμε μια σειρά από κλισέ βαρύγδουπες ατάκες -«εγώ, εσύ το εσώτερο φως, είδα βαθιά» τέτοιου τύπου…

Αναλόγως και χειρότερα έχει μεταχειριστεί κι αυτό το δεύτερο φιλμ. Το πρώτο μέρος κυλάει σαν ποιητικό σινεμά κάπου ανάμεσα στους Τέρενς Μάλικ, Απιτσατπόνγκ Βερασεθακούλ και Ντέιβιντ Λιντς, πνιγμένο στα πορτοκαλί χρώματα, ενίοτε και μπλε, και στα φίλτρα. Εκείνος κι εκείνη ψιθυρίζουν τρυφερά ή ονειροπολούν, εκείνη κάποτε κάποτε σαν να μελαγχολεί ή να φρικάρει, κάτι τέτοια. Προς τη μέση του φιλμ, γνωρίζουμε τον ψυχοπαθή και τους οπαδούς-υπηρέτες του. Τη Μάντι αναλαμβάνουν να του τη φέρουν κατάμαυροι μοτοσικλετιστές (τα Μαύρα Κρανία) με ολόσωμη κάλυψη και καρφιά περίπου αλά Hellraiser. Παρακάτω, για να αφήσουμε ανείπωτες στο θεατή κάποιες εξελίξεις, όταν ο Ρεντ κάνει τον ανταρτοπόλεμο του, ξεχνάμε την ελεγεία του πρώτου μέρους και πάμε στο gore-splatter με χορογραφικά εφευρήματα και ατάκες σχεδόν παρωδίας -πχ. o πενθών Ρεντ γίνεται έξαλλος επειδή του έσκισαν το αγαπημένο του t-shirt, στοιχείο που προφανώς ο Κοσμάτος δανείζεται από το John Wick (του σκότωσαν τοn σκύλο και ξεπαστρεύει καμιά 200αριά). Κάποια άλλη στιγμή, σαν από φιλμ του Ντ. Λιντς, ένας μυστηριώδης μέσα σε ένα τολ (ίσως αυτός που αρχικά τηγάνισε τα μυαλά της σέκτας; τρέχα γύρευε), χωρίς ειρμό στοn λόγο του, λέει με ευχαρίστηση «Ah the children… !!!»  και τινάζει πίσω το κεφάλι όπως ο Γκάρι Όλντμαν -Δράκουλας: «Ah the children of the night!!».  Γενικότερα, και οι δυο του ταινίες βρίθουν από κινηματογραφικές αναφορές, μάλιστα από οποιοδήποτε είδος -μέχρι και πλάνα στυλ 2001: A Space Odyssey (1968) είχε το πρώτο. Ωστόσο, η δράση είναι αποσπασματική, χωρίς κλιμάκωση και το μόνο σίγουρο είναι ότι στον Κοσμάτο αρέσει να στήνει σκηνές video-art σε ύφος εξπρεσιονιστικό underground, φροντίζοντας κάδρο, φωτογραφία και να τις ντύνει με σύνθια -μάλιστα τη μουσική ανέλαβε ο πρόωρα χαμένος στα 48 του, ισλανδός Γιόχαν Γιόχανσον. Φαντάζεται σκηνές ανόμοιες υφολογικά και μετά τις συρράφει μαζί με κάποια ρεαλιστικά κομμάτια. Μέχρι στιγμής αδυνατεί να είναι αφηγητής και ως εκ τούτου σεναριογράφος. Μήπως επειδή έχει και ελληνική καταγωγή; – κακίες…

Η ταινία άρεσε. Και στο ανάλογο κοινό και σε κριτικούς. Πάω πάσο. Σε τελευταία ανάλυση, κι εγώ απήλαυσα κάποιες σκηνές.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 107 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.