Σε έναν κόσμο που διοικείται από μαφιόζους, συμμορίες, ναρκομανείς και διεφθαρμένους αστυνομικούς, μια όμορφη κοπέλα, η Λούσι, που ζει στο Ταϊπέι της Ταϊβάν, αναγκάζεται να γίνει το ανθρώπινο βαποράκι για τη μαφία, η οποία της έχει τοποθετήσει μέσα της με εγχείρηση το «εμπόρευμα». Το ναρκωτικό όμως αρχίζει και διεισδύει στον οργανισμό της, μεταλλάσσοντας την σε υπεράνθρωπη. Μπορεί να έχει απίστευτες γνώσεις, να μη νιώθει κανέναν πόνο, αλλά και να μετακινεί αντικείμενα με το μυαλό της, κάτι που την κάνει ατρόμητη επί των εχθρών της.

Σκηνοθεσία:

Luc Besson

Κύριοι Ρόλοι:

Scarlett Johansson … Lucy Miller

Morgan Freeman … καθηγητής Samuel Norman

Min-sik Choi … Κος Jang

Amr Waked … Pierre Del Rio

Julian Rhind-Tutt … ο Εγγλέζος

Pilou Asbaek … Richard

Analeigh Tipton … Caroline

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Luc Besson

Παραγωγή: Virginie Besson-Silla

Μουσική: Eric Serra

Φωτογραφία: Thierry Arbogast

Μοντάζ: Julien Rey

Σκηνικά: Hugues Tissandier

Κοστούμια: Olivier Beriot

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Lucy

Ελληνικός Τίτλος: Lucy

Παραλειπόμενα

  • Αρχική Λούσι ήταν η Angelina Jolie, αλλά αποχώρησε. Η Jolie ήταν σε διαπραγματεύσεις με τον Besson από το 2011 για να παίξει, αν και ο τελευταίος δήλωσε πως δεν ήταν αυτή η πρώτη του επιλογή.
  • Ο δημιουργός του είχε πει πως θα γίνονταν τριλογία, με το πρώτο να είναι σαν το Λεόν, το δεύτερο σαν το Inception και το τρίτο σαν το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος.
  • Με 40 εκατομμύρια δολάρια μπάτζετ, η ταινία έβγαλε 463,4.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Έκδοση Κειμένου: 24/8/2014

«Χρησιμοποιούμε μόνο το 10 τις εκατό των εγκεφαλικών μας δυνατοτήτων. Στα ζώα, το ποσοστό αυτό είναι ακόμα μικρότερο, με εξαίρεση το δελφίνι, το μόνο πλάσμα που χρησιμοποιεί μεγαλύτερο μέρος του εγκεφάλου του απ` ό,τι ο άνθρωπος, αγγίζοντας το 20 τις εκατό». Τις πληροφορίες αυτές μας δίνει ο Morgan Freeman, σε ρόλο επιστήμονα που έχει εντρυφήσει στο θέμα. Παράλληλα, μεσολαβούν συνειρμικές εικόνες ως ενδιαφέροντες (και ενίοτε χιουμοριστικοί) παραλληλισμοί των τεκταινόμενων ή απεικονίσεις των λεγομένων του Freeman, γεγονός που δίνει έναν αέρα ιδιαιτερότητας, έως και καλλιτεχνικής έμπνευσης στο φιλμ (μου θύμισε τους αντίστοιχους συνειρμούς του «Nymphomaniac»). «Τι θα συνέβαινε αν κάπως φτάναμε το 100 τις εκατό των νοητικών μας δυνατοτήτων;» ρωτά εύλογα κάποιος ακροατής της διάλεξης του Freeman. «Δεν έχω ιδέα». Η ταινία έχει κερδίσει το ενδιαφέρον μας…

Όπως προμηνύεται, χάρη σε μια χημική ουσία η Scarlett Johansson αρχίζει να αξιοποιεί ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του εγκεφάλου της, εμφανίζοντας καινούριες, απίστευτες ικανότητες και σημαίνοντας την έναρξη για κάτι που θα μπορούσε να είναι ένα είδος φιλοσοφικής αναζήτησης μασκαρεμένης σε περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας. Ή και το αντίθετο, περιπέτεια με κουστούμι φιλοσοφημένου sci-fi, αλλά, όπως και να `χει, δεν είναι απίθανο η ταινία του Besson να προκαλέσει ενδιαφέρουσες συζητήσεις μετά το τέλος της. Και θα ήταν σημαντικό κατόρθωμά της το να αποτελέσει την αφορμή για έναν μικρό προβληματισμό για τις ανεξερεύνητες δυνατότητες του ανθρώπινου νου, αν αυτές… υπήρχαν! Γιατί, αν υπάρξει κανείς που θα μπει στον κόπο της πιο σύντομης έρευνας, το πρώτο πράγμα που θα ανακαλύψει είναι πως ο ισχυρισμός ότι χρησιμοποιούμε το 10 τις εκατό του εγκεφάλου μας, η επιστημονική βάση στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η κεντρική ιδέα της ταινίας, δεν είναι παρά ένας μύθος.

Και εντάξει, λες κι είναι η πρώτη φορά που ένα «παραμύθι» επιστημονικής ή μη φαντασίας είναι επιστημονικά αβάσιμο. Μπορεί όμως ο Luc Besson να δηλώνει όσες φορές θέλει ότι «φυσικά και το ξέρει πως δεν είναι αλήθεια» και ότι «δουλεύει πάνω σε αυτό το πράγμα για εννιά χρόνια, είναι δυνατόν να μην το ξέρει πως δεν είναι αλήθεια;», αλλά αυτό καθόλου δεν μας αφορά. Γιατί το «Lucy» δέχεται μια αστήριχτη θεωρία ως δεδομένη και όχι απλώς στήνει ένα ολόκληρο κινηματογραφικό στόρι πάνω της, αλλά προσπαθεί να το παρουσιάσει όσο πιο επιστημονικοφανές γίνεται, παρά τις συνεχείς (όχι μόνο επιστημονικές, αλλά και κινηματογραφικές) αυθαιρεσίες και αφέλειές του.

Ευτυχώς, ο Besson σέβεται αρκετά το θεατή ώστε (παρά την προσπάθειά του να παρουσιάσει την ταινία ως πολύ πιο ψαγμένη και σκεπτόμενη απ` ό,τι είναι) να της προσδώσει το απαραίτητο χιούμορ για να μην την παίρνεις απόλυτα στα σοβαρά. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι διασκεδαστική και πως κάνει μια χαρά τη δουλειά της ως μια άμυαλη (κι ας μη θέλει να το δείξει) περιπέτεια. Ωστόσο θα ήταν σαφώς λιγότερο υποκριτικό αν ο Besson δεν έμοιαζε να αγκομαχεί διαρκώς να μας πείσει πως κάθε νοητική εξέλιξη της Johansson -που συνεπάγεται ένα σωρό σουπερηρωικές ικανότητες!- έχει προκύψει από κανονική έρευνα!

Απαρατήρητο δεν περνάει, άλλωστε, το γεγονός ότι το αρχικό εύρημα των συνειρμικών εικόνων (που αναφέραμε παραπάνω) εγκαταλείπεται πλήρως μετά το πρώτο τέταρτο, προδίδοντας πως βρισκόταν εκεί απλώς για να μας τραβήξει το ενδιαφέρον, δημιουργώντας με διασκεδαστικό τρόπο την ψευδαίσθηση κάποιου φιλοσοφικού υποβάθρου. Και τέλος, στο φινάλε της, στο κρεσέντο ενός αμπελοφιλοσοφικού παραληρήματος, η ταινία εστιάζει περισσότερο στην ολοκλήρωση του «προβληματισμού» της παρά στην κορύφωση της δράσης και, με τον πιο εφετζίδικο τρόπο, αναζητά την πηγή της απόλυτης γνώσης και το… νόημα της ζωής; Μη μπερδεύεσαι Luc, εσύ ακόμα στο 10 τις εκατό είσαι…

Συνοπτικά: Διασκεδαστική, αλλά υπερβολικά επιστημονικοφανής και ψευτο-φιλοσοφημένη περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, δια χειρός Luc Besson. Στο κομμάτι του fun, πάντως, καλά περνάς. Επιπλέον, μπορεί και να την αξιοποιήσεις ως αφορμή για προβληματισμό πάνω σε πράγματα που… δεν ισχύουν.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.