O Mποµπ Χάρις και η Σάρλοτ είναι δύο Αµερικανοί στο Τόκιο. Ο Μποµπ είναι ένας κινηματογραφικός αστέρας που βρίσκεται στην πόλη για τα γυρίσματα ενός διαφημιστικού. Η Σάρλοτ είναι µία νεαρή γυναίκα που απλώς σκοτώνει τον χρόνο της ακολουθώντας τον επαγγελματία φωτογράφο άντρα της σε ταξίδι για δουλειά. Πάσχοντας από αϋπνίες, ο Μποµπ και η Σάρλοτ θα συναντηθούν στο µπαρ του ξενοδοχείου και αυτή η τυχαία συνάντηση θα μετατραπεί σε πρωτοφανή φιλία. Καθώς οι δυο τους ξεχύνονται στους δρόμους του Τόκιο αντιμετωπίζοντας συχνά ξεκαρδιστικά περιστατικά µε τους κατοίκους του, ανακαλύπτουν μέσα τους µια νέα πίστη στις πιθανότητες της ζωής.

Σκηνοθεσία:

Sofia Coppola

Κύριοι Ρόλοι:

Scarlett Johansson … Charlotte

Bill Murray … Bob Harris

Giovanni Ribisi … John

Anna Faris … Kelly

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sofia Coppola

Παραγωγή: Sofia Coppola, Ross Katz

Μουσική: Kevin Shields

Φωτογραφία: Lance Acord

Μοντάζ: Sarah Flack

Σκηνικά: K.K. Barrett, Anne Ross

Κοστούμια: Nancy Steiner

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Lost in Translation
  • Ελληνικός Τίτλος: Χαμένοι στη Μετάφραση

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ αυθεντικού σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία και πρώτο αντρικό ρόλο (Bill Murray).
  • Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (κωμωδία/μιούζικαλ), πρώτου αντρικού ρόλου (Bill Murray) στην ίδια κατηγορία, και σεναρίου. Υποψήφιο για σκηνοθεσία και πρώτο γυναικείο ρόλο (Scarlett Johansson) σε κωμωδία/μιούζικαλ.
  • Βραβείο Bafta πρώτου αντρικού ρόλου (Bill Murray), πρώτου γυναικείου ρόλου (Scarlett Johansson) και μοντάζ. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο, μουσική και φωτογραφία.
  • Χρυσή Αθηνά στο φεστιβάλ Αθηνών.
  • Καλύτερη ξένη ταινία στα Cesar.
  • Καλύτερη ταινία στα βραβεία Independent Spirit.

Παραλειπόμενα

  • Η Sofia Coppola ξεκίνησε να γράφει το σενάριο, αφού πρώτα πέρασε αρκετό καιρό στο Τόκιο. Ήταν ο τόπος “απόδρασης” της την εποχή που νεότερη είχε εγκαταλείψει το κολέγιο, μη γνωρίζοντας τι θα κάνει με τη ζωή της.
  • Η Coppola είχε οραματιστεί τον Murray για τον αντρικό ρόλο στο “μελαγχολικό ρομάντζο” της, κι επί έναν χρόνο τού άφηνε τηλεφωνικά μηνύματα και του έστελνε γράμματα για να τον πείσει. Εκείνος συμφώνησε μεν, αλλά δεν υπόγραψε συμβόλαιο, με την Coppola να έχει χαλάσει ήδη το 1 από τα 4 εκατομμύρια δολάρια του μπάτζετ, δίχως να γνωρίζει αν ο σταρ της θα εμφανιστεί στα γυρίσματα.
  • Η Johansson πήρε τον ρόλο δίχως οντισιόν, μετά από συνάντηση με τη σκηνοθέτιδα. Ο μόνος φόβος της Coppola ήταν ότι η ηθοποιός ήταν τότε μόλις 17 ετών, αλλά όταν την είδε από κοντά, πείστηκε ότι μπορούσε να ερμηνεύσει κάποια μεγαλύτερη της.
  • Η δημιουργός χρησιμοποίησε το ελάχιστα απαιτούμενο επιτελείο κι εξοπλισμό που θα μπορούσε να έχει, ενώ από τη στιγμή που είχε στα χέρια της ένα μικρό σενάριο, ευνοούσε τους αυτοσχεδιασμούς από τους ηθοποιούς της. Επιπλέον, ο Lance Acord, ο διευθυντής φωτογραφίας, χρησιμοποίησε όσο το δυνατόν περισσότερο γίνονταν τον φυσικό φωτισμό κάθε χώρου.
  • Υπήρχαν κάποιοι που κατηγόρησαν το φιλμ για ρατσιστική τυποποίηση της εικόνας των κατοίκων της Ιαπωνίας.
  • Σπουδαία εμπορική επιτυχία για ανεξάρτητη ταινία, με τα κέρδη να φτάνουν στα 118,7 εκατομμύρια δολάρια. Το κόστος είχε παραμείνει μόλις στα 4.

Κριτικός: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Έκδοση Κειμένου: 23/8/2012

Η ταινία που χάρισε στη Σοφία Κόπολα το Όσκαρ Σεναρίου (και υποψηφιότητες για Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας) ανήκει σε εκείνες που δεν είναι κάθε θεατής σε θέση να εκτιμήσει. Δεν διαθέτει φοβερά δραματικές κινηματογραφικές καταστάσεις, ούτε στηρίζει έστω και λίγο την συναισθηματική της δύναμη στη μουσική επένδυση. Η κόρη του Φράνσις Φορντ Κόπολα, με άλλα λόγια, δεν επενδύει στο πόσο εύκολα θα αγγίξει το κοινό, αλλά στο πόσο βαθιά θα το κάνει… Βασίζεται στην αμεσότητα του ρεαλισμού της και στο ταλέντο των πρωταγωνιστών της και το ίδιο αποτέλεσμα που πολλοί θεατές -ιδίως ανεξοικείωτοι με τέτοιου είδους κινηματογράφο- ενδέχεται να βρουν αδιάφορο και ανιαρό, οι υπόλοιποι θα το αισθανθούν αυθεντικά συγκινητικό!

Σαφώς αυτού του τύπου το εσωτερικό συναίσθημα δεν είναι εύκολη υπόθεση και λογικό να παρατηρούνται ορισμένες σκηνές που μοιάζουν με «μικροπαραφωνίες». Από μία άλλη σκοπιά, το φιλμ θα μπορούσε κοινωνιολογικά να κατηγορηθεί για παραπλανητική απεικόνιση της Ιαπωνίας, μιας και οι κάτοικοι της πρωτεύουσάς της φαντάζουν αποχαυνωμένοι από τους ρυθμούς του σύγχρονου κόσμου και της μεγαλούπολης και, αν μη τι άλλο, εξωφρενικά κακόγουστοι! Είναι προφανές ότι ένας από τους σκοπούς της Κόπολα ήταν το σχόλιο πάνω στις απρόσωπες σχέσεις και ζωές στις μεγαλουπόλεις, απλά προσωπικά θεωρώ πως η χρήση για το σκοπό αυτό μίας πόλης όπου οι πρωταγωνιστές αισθάνονται ούτως ή άλλως ξένοι το κάνει να μοιάζει περισσότερο σαν μία κριτική προς την ίδια την πόλη!

Ας είμαστε ειλικρινείς όμως, έχουν, στ’ αλήθεια, ιδιαίτερη σημασία τα παραπάνω; Όντας ερωτευμένος με την αξέχαστη υπόγεια συναισθηματική δύναμη της ταινίας, προσωπικά δηλώνω πως όχι. Η Κόπολα μιλάει για τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, την αποξένωση και την συναισθηματική σύγχυση του ανθρώπου της μεγαλούπολης και μπορεί ο προβληματισμός της εν μέρει να «φαλτσάρει», μα, όπως ακριβώς αν το έργο αποτύγχανε να αγγίξει το θεατή, θα μειωνόταν αναλόγως και η αποτελεσματικότητα του σκεπτικού του, έτσι, εν προκειμένω, μετά από τέτοια συγκινησιακή επιτυχία, δεν μου πάει καν η καρδιά να μιλάω για τα μειονεκτήματά του… Αρκεί η χημεία μεταξύ μιας «νόστιμης» Σκάρλετ Γιόχανσον και ενός εξαιρετικού Μπιλ Μάρεϊ -να αναμειγνύει κωμικότητα και δυστυχία στην ίδια έκφραση!- και η σωστή εκμετάλλευσή της από την εμφανώς ταλαντούχα σκηνοθέτιδα, ώστε να καταφέρουν να δημιουργήσουν την πιο ακαταμάχητη μελαγχολία… Χωρίς να του λείπει μία πικρή αίσθηση του χιούμορ, το «Lost in translation» είναι ικανό να ξυπνήσει τον πιο ευαίσθητο εαυτό που κρύβετε μέσα σας…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

20 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.